Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Η ανέφικτη σύνθεση, ή, το μάθημα των Ινδιάνων Γουϊνεμπάγκο



Ας θυμηθούμε την παραδειγματική ανάλυση στη δομική ανθρωπολογία του Κλωντ Λεβί-Στρως περί της διάταξης των κτιρίων στους Γουϊνεμπάγκο, μιας από τις φυλές των μεγάλων λιμνών. Η φυλή χωρίζεται σε δύο υπο-ομάδες, αυτούς που είναι “από πάνω” και αυτούς που είναι “από κάτω.” Όταν ζητάμε από ένα μέλος της φυλής να σχεδιάσει την κάτοψη του χωριού πάνω σε χαρτί ή στην άμμο (δηλαδή να δείξει την χωρική θέση των καλυβών), παίρνουμε δύο διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με το αν ο χωρικός ανήκει στην μία ή την άλλη υπο-ομάδα. Και οι δύο αντιλαμβάνονται το χωριό ως κύκλο: αλλά για τη μία υπο-ομάδα, μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο υπάρχει ένας δεύτερος κύκλος κεντρικών σπιτιών, και έτσι έχουμε δύο ομόκεντρους κύκλους, ενώ για την άλλη υπο-ομάδα, ο κύκλος τέμνεται από μία ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή. Με άλλα λόγια, ένα μέλος της πρώτης υπο-ομάδας (ας τους αποκαλέσουμε “συντηρητικούς-κορπορατιστές”) αντιλαμβάνεται την κάτοψη του χωριού ως ένα δακτύλιο κατοικιών οι οποίες είναι λίγο-πολύ συμμετρικά τοποθετημένες γύρω από ένα κεντρικό οίκημα, ενώ ένας μέλος της δεύτερης (“επαναστατικο-ανταγωνιστικής") υπο-ομάδας αντιλαμβάνεται το χωριό ως δύο ξεχωριστές συστάδες κατοικιών που χωρίζονται από ένα αόρατο σύνορο. Αυτό που θέλει να υπογραμμίσει ο Λεβί-Στρως είναι ότι το παράδειγμα αυτό δεν θα πρέπει να μας δελεάσει προς την κατεύθυνση του πολιτισμικού σχετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο η αντίληψη του κοινωνικού χώρου εξαρτάται από δύο “σχετικές” αντιλήψεις. Η ίδια η διχοτόμηση σε δύο “σχετικές” αντιλήψεις υπονοεί μια υπόρρητη αναφορά σε μια σταθερά: όχι την αντικειμενική, “πραγματική” χωροθεσία των κτιρίων αλλά ένα τραυματικό πυρήνα, ένα θεμελιώδη ανταγωνισμό τον οποίο οι κάτοικοι του χωριού δεν μπορούν να εκφράσουν συμβολικά, να εξηγήσουν, να “εσωτερικεύσουν”, να αποδεχτούν, μια ανισορροπία στις κοινωνικές σχέσεις η οποία αποτρέπει την κοινότητα από το να σταθεροποιηθεί σε ένα αρμονικό όλον. Οι δύο αντιλήψεις που εμπλέκονται στον σχεδιασμό της κάτοψης είναι απλώς δύο αμοιβαία ασύμβατες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί αυτός ο τραυματικός ανταγωνισμός, να θεραπευτεί το τραύμα του μέσα από μια ισορροπημένη συμβολική δομή. Μπορεί να δει κανείς εδώ με ποια ακριβή έννοια παρεμβαίνει το [λακανικό] Πραγματικό μέσα από την αναμόρφωση.[1] Έχουμε πρώτα την “πραγματική”, “αντικειμενική” διάταξη των σπιτιών, και μετά τις δυο διαφορετικές της συμβολικές εκφορές οι οποίες παραμορφώνουν εξίσου, με αναμορφικό τρόπο, την πραγματική διάταξη. Όμως το “πραγματικό” δεν είναι η πραγματική διάταξη αλλά ο τραυματικός πυρήνας που παραμορφώνει την άποψη των μελών της φυλής για την πραγματική διάταξη των κατοικιών στο χωριό.
Slavoj Žižek, Η οπτική της παράλλαξης



Τα εξέχοντα έργα πολιτικής ιστορίας του Καρλ Μαρξ είναι τρία, και όλα τους αφορούν τη Γαλλία: Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία (1850, δημ. 1895), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουί-Ναπολεόν (1852), και Ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (1871-2). Το τελευταίο από αυτά γράφτηκε τέσσερα χρόνια μετά την ολοκλήρωση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, όπου πρωταγωνίστρια χώρα ήταν η Αγγλία και πυρήνας ανάλυσης η πολιτική οικονομία. Η παραδοχή ότι το έργο του Μαρξ είναι πολυσχιδές σε επίπεδο αδιανόητο για σήμερα (φιλοσοφία, πολιτική ιστορία, πολιτική οργάνωση και στρατηγική, πολιτική οικονομία) είναι ένας τρόπος σύλληψης του τι σημαίνει το παραπάνω γεγονός. Ένας άλλος θα ήταν η θέση ότι ο Μαρξ δεν κατόρθωσε ποτέ να γράψει ένα έργο όπου όλες αυτές οι αναλυτικές προοπτικές έφταναν στην αρμονική σύγκλιση: τα φιλοσοφικά του έργα πάσχουν από υπανάπτυκτη πολιτική θεωρία· αυτά που θεραπεύουν την έλλειψη παύουν να είναι φιλοσοφικά· και αυτά που αποκαθιστούν στις αρμόζουσες επιστημολογικές διαστάσεις του το βασικό κομμάτι της ανάλυσης των σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής θυσιάζουν την ενασχόληση με τις διαμεσολαβήσεις τους από την πολιτική πρακτική και την ιδεολογία. Αν στην Γερμανική ιδεολογία (1845) ο Μαρξ επιτέθηκε στους εγχώριους αριστερούς ανταγωνιστές του κατηγορώντας τους για παραμόρφωση της “πραγματικής πραγματικότητας”, το δικό του έργο συλλαμβάνει την πραγματική πραγματικότητα ως παραμόρφωση: η συνολική εικόνα του παζλ δεν συντίθεται ποτέ γιατί κάθε φορά που προστίθεται ένα ζωτικό κομμάτι της, εκτοπίζεται ένα άλλο. Με τους ψυχαναλυτικούς όρους του Ζίζεκ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η “πραγματική πραγματικότητα” είναι ένα άλλο όνομα για το λακανικό “πραγματικό” ως μη αναπαραστάσιμο τραύμα, και ότι, αντίστροφα, αυτό που καθιστά την “πραγματική πραγματικότητα” τραυματική είναι ότι δεν μπορεί ποτέ να αναπαρασταθεί ως όλον, ότι την στιγμή που εισέρχεται στην επιστημολογική, αφηγηματική, ή γνωσιολογική αναπαράσταση τέμνεται στα δύο, αποκαλύπτοντας την απόστασή της από κάθε “αντικειμενική” και “συνολική” προοπτική.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα το δίπολο πολιτική-οικονομία: Ο Μαρξ είναι διάσημος για την επιμονή του στην ιδέα ότι η έμφαση στην πολιτική ισότητα που μας κληροδότησε ο διαφωτισμός και οι αστικές επαναστάσεις ήταν ταυτόχρονα αληθής στην δική της ιστορική στιγμή και βαθιά παραπλανητική: χωρίς οικονομική ισότητα η πολιτική ισότητα είναι κενό γράμμα, ένα αφηρημένο ρυθμιστικό ιδεώδες που ουσιαστικά εξυπηρετεί τον συμβασιακό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας αποκρύπτοντας την “πραγματική” ανισότητα που χωρίζει τα μέρη της σύμβασης. Κανένα σύνταγμα, καμμία πολιτική διακύρηξη δικαιωμάτων και κανένα πολιτικό μανιφέστο δεν επαρκεί αν δεν καταπιάνεται πρώτα με την δέουσα αναλυτικότητα με την οικονομία ως ζώνη πραγματικών ανισοτήτων· αλλά η δεύτερη προοπτική είναι τόσο απαιτητική ώστε να απορροφήσει εντελώς τη σκέψη, απομακρύνοντάς την όλο και περισσότερο από τις δημιουργικές δυνατότητες της πολιτικής και παγιδεύοντάς την σε μια εξ ορισμού ατελείωτη αναμέτρηση με τη λογική του κεφαλαίου ως ατέρμονα πολύπλοκου συστήματος (και φυσικά, το Κεφάλαιο είναι το βιβλίο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, το γιγάντιο αλλά και τελικά ανεπαρκές εγχείρημα σύλληψης του ατέρμονα μεταλλασσόμενου και απρόσωπου γίγαντα που λέγεται κεφάλαιο).

Στην πραγματικότητα το δίλημμα που έθεσε και αντιμετώπισε στην πράξη ο Μαρξ παρέμεινε άλυτο επ’ άπειρον. Ή μάλλον λύθηκε με τρόπο που αποδείχθηκε παραμορφωτικός. Ουσιαστικά, η σκέψη της δυτικής νεωτερικότητας συνίσταται στην εξάντληση μιας σειράς συνδυασμών των όρων του προβλήματος που καταλήγουν πάντοτε να αποτυγχάνουν να αποκαταστήσουν την ολότητα που εκ πρώτης όψεως φαίνεται προφανής. Έτσι, η συνάρτηση οικονομία> πολιτική, δηλαδή η θέση ότι οι πολιτικές μορφές και σχέσεις καθορίζονται σε τελικό βαθμό από την οικονομία, και ότι επομένως η οικονομία είναι ο πραγματικός πυρήνας κάθε εφικτής πολιτικής (“it’s the economy, stupid!” για να θυμηθούμε το σλόγκαν της κυβέρνησης Κλίντον) καθορίζει τόσο τον χώρο όπου κινήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός (η πολιτική υπάρχει απλά για να εξυπηρετεί την ανώτερη λογική της ελεύθερης αγοράς) όσο, παραδόξως, και ο σταλινισμός και η κρατικιστική γραφειοκρατία των πεφωτισμένων πολιτμπιρώ (το καθήκον της πολιτικής μετά την “δικτατορία του προλεταριάτου” είναι, σύμφωνα με την γνωστή φράση του Ένγκελς, απλώς η “διαχείριση των πραγμάτων” και άρα ή δεν υφίσταται ουσιαστικά πλέον πολιτική ή είναι απλά αποτύπωση της άμεμπτα “επιστημονικής” λειτουργίας της σοσιαλιστικής οικονομίας). Αποδεικνύεται έτσι και θεωρητικά η αλήθεια της ιστορικής διαπίστωσης του Balakrishnan ότι “μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια κάποια σύγκλιση των αντιθέτων στη σχέση ανάμεσα σε ένα ανεξέλεγκτο ύστερο καπιταλισμό και στις κεντρικά ελεγχόμενες βιομηχανικές ζώνες της πρώην Κομεκόν —και ακριβώς σε ό,τι αφορά τη σφαίρα της οικονομίας, εκεί όπου αποτέλεσαν εκ διαμέτρου αντίθετα φαινόμενα” (“Υποθέσεις για το στάσιμο κράτος”). Το αισχρό αστείο σε ό,τι αφορά την ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στον υπαρκτό σοσιαλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό είναι ότι η προδιάθεσή τους να υποτάσσουν την πολιτική στους αυτοματισμούς της οικονομίας είναι ακριβώς η ίδια.

Μια δεύτερη ιστορική προοπτική μπορεί να συνοψιστεί στην αντίστροφη φόρμουλα, δηλαδή πολιτική>οικονομία. Με άλλα λόγια, η πολιτική —οι πολιτικοί αγώνες, οι πολιτικές συγκρούσεις, οι πολιτικές ισορροπίες και οι συμβιβασμοί— είναι αυτή που καθορίζει την ουσία της κοινωνικής εμπειρίας και η οικονομία είναι συνάρτηση της κατεύθυνσης που αυτή παίρνει. Εδώ συναντάμε μια διαφορετική υπο-ομάδα: την πολιτική φιλοσοφία στο σύνολό της, εφόσον πριμοδοτεί πάντοτε την παραγωγική αυτονομία της πολιτικής, τον αριστερό βολονταρισμό διαφόρων αποχρώσεων (από την Γαλλική επανάσταση στην σύγχρονη τρομοκρατία), αλλά και τον φασισμό και τον ιμπεριαλισμό —που δεν είναι κάτι άλλο από μορφές επίλυσης οικονομικών αντιφάσεων δια της πολιτικής βίας, δηλαδή τρόποι συνέχισης της οικονομίας με άλλα μέσα, για να παραλλάξουμε τη γνωστή ρήση του Κλαούσεβιτς. Και πάλι, όπως και στην περίπτωση νεοφιλελευθερισμού και σταλινισμού, η φόρμουλα βάζει στο ίδιο κρεβάτι θανάσιμους εχθρούς από την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά. Για τον βολονταριστή αριστερό επαναστάτη, για παράδειγμα, η πολιτική είναι το μέσο μιας παροδικής άρσης της κυριαρχίας του οικονομικού, αρκετής για να δημιουργήσει νέους πολιτικούς συσχετισμούς που αναμένεται να θέσουν τις οικονομικές σχέσεις και τα ζητήματα παραγωγής σε νέα βάση. Για τον φασίστα, η πολιτική βία είναι το μέσο με το οποίο γίνεται εφικτό να διατηρηθεί ο καπιταλισμός αλλά χωρίς το “τοξικό” του περιεχόμενο —την πολυπολιτισμικότητα, τη φυλετική επιμειξία, κλπ— το οποίο αποτάσσεται συμβολικά αφού πρώτα έχει ταυτιστεί με μία συγκεκριμένη μειονότητα (o Εβραίος ως φυλετική απειλή και ως το πρότυπο του απορριπτέου καπιταλισμού που ο φασισμός έρχεται να εξαγνίσει).

Μια τρίτη προοπτική αναδιάταξης των όρων είναι αυτή που μας παρουσιάζουν χώρες όπως η Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σιγκαπούρη —η πλήρης απομόνωση της σφαίρας της οικονομίας από αυτή της πολιτικής (πολιτική≠οικονομία), η οποία σημαίνει πως είναι εφικτό να συνυπάρξουν ο συγκεντρωτικός κομμουνισμός του κομματικού κράτους και η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή (Κίνα), η βάρβαρη θεοκρατία, ο επιχειρηματικός ρασιοναλισμός και ο καταναλωτικός ηδονισμός (ΗΑΕ), η νεοφασιστική πειθαρχία και ο τουριστικός αυτοκαθορισμός της χώρας ως εξωτικού προορισμού (Σιγκαπούρη και άλλοι νεοαποικιακά μορφώματα). Στις περιπτώσεις αυτές, κανείς από τους δύο όρους δεν επικαθορίζει τον άλλο. Αντίθετα, οι όροι απομονώνονται αμοιβαία και αναπτύσονται αυτόνομα, χωρίς ουσιαστικά να συναντιούνται και χωρίς, συνεπώς, να δημιουργούν προϋποθέσεις για κοινωνικές αλλαγές ή ζυμώσεις. Το οικουμενικά απεχθές των παραδειγμάτων πλήρους αποσύνδεσης της οικονομίας από την πολιτική αρκεί για να φανεί ότι η λύση στα αδιέξοδα των δύο πρώτων μορφών μέσω της αποκόλλησης των όρων τους δεν αποτελεί με κανένα τρόπο λύση του μαρξικού διλήμματος.

Υπάρχει τέταρτη προοπτική; θεωρητικά, ναι. Είναι η διαζευκτική σύζευξη οικονομίας και πολιτικής (πολιτική⇔οικονομία), δηλαδή η αμοιβαία αμφισβήτηση της πολιτικής ανάλυσης από την έμφαση στις οικονομικές δομές ανισότητας και του οικονομιστικού ντετερμινισμού από την επιμονή σε πολιτικές μορφές ανανέωσης της κοινωνικής ζωής. Σε μια τέτοια περίπτωση οι δύο όροι παραμένουν καταδικασμένοι στο να αλληλοϋπονομεύονται διαρκώς, και αλληλοϋπονομευόμενοι, να διαλέγονται αλλά και να εμποδίζουν αμοιβαία την υποστασιοποίηση του καθένα σε δόγμα. Είπαμε όμως ότι η προοπτική αυτή είναι εφικτή στη θεωρία. Δεν είναι εφικτή στην πράξη ή μάλλον δεν εφικτή σε μια πράξη όπου ο οργανωτικός ορίζοντας της κοινωνικής ζωής παραμένει το κράτος και ο πλούτος. Η διαζευτική σύζευξη σημαίνει διαρκή αστάθεια και συνεπώς διαρκή έκθεση στον κίνδυνο πολιτικής και οικονομικής δυσλειτουργίας, στις διαρκείς παλινδρομήσεις και αλλαγές πορείας, και στις συνέπειές τους. Κανένα κράτος και καμμία οικονομία βασισμένη στις απολαβές της ευμάρειας δεν είναι εφικτοί στόχοι αν η διαζευτική σύζευξη δεν "αγκυροβολείται" σε ένα βαθμό σε μία από τις προηγούμενες τρεις προοπτικές. Οι πρωτόγονες αμερικανικές κοινωνίες που περιγράφει ο Pierre Clastres στο Η κοινωνία εναντίον του κράτους —για να επιστρέψουμε έστω συνειρμικά στους Γουϊνεμπάγκο με τους οποίους αρχίσαμε— φαίνονται κοινωνίες εξαιρετικής, για τα σύγχρονα δεδομένα, ελευθερίας από την εξουσία και τον καταναγκασμό, αλλά όπως εξηγεί ο Clastres, εξαρτώνται ταυτόχρονα από την οικουμενικοποίηση του εμφύλιου, ενδοφυλετικού σπαραγμού, ο οποίος τις σώζει από όλα τα δεινά που δημιουργεί η σταθερή πληθυσμιακή ανάπτυξη και ο πολιτικός συγκεντρωτισμός.

[1] Αναμόρφωση: αναπαραστατική τεχνική παραμόρφωσης της προοπτικής, η οποία αναγκάζει τον θεατή να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη, μη μετωπική θέση θέασης για να αντιληφθεί σωστά το αντικείμενο.




7 σχόλια:

Asdf είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=jRzDG5B1NBg

καλό καλοκαίρι... μην το καίτε

RDAntonis είπε...

Fishing with John...Lurie...

Αυτή είναι η αρχή μιας μεγάλης φιλίας, που θα λεγαν και στην Καζαμπλάνκα. :-)

Asdf είπε...

:-) τον είχα δει πολύ μικρός στο Λυκαβηττό... Δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ δεύτερος τέτοιος στον πλανήτη! Αν τον έχεις βρεί σε παρακαλώ να μου τον πείς και μένα... όλο το πάνω κείμενο μου έφερε αυτό το κλίπ απλώς.. και την ενέργειά του ..

RDAntonis είπε...

Δεν τον έχω δει από κοντά, απλά λατρεύω το Stranger than Paradise και το Fishing with John, και το τραγούδι/κλιπ τα σπάει.

Asdf είπε...

Ω, ναι.. the ressurection of albert, Μarvin pontiac και οτιδήποτε έχει παίξει, ζωγραφίσει ή άλλο αυτός ο τύπος φέρει κάτι εκπληκτικό στα μάτια μου , ξεπερνά τον σκόπελο της αναμόρφωσης εκτός αν αναμορφώνω ο ίδιος! Αυτή του την ιδιότητα δεν φέρω, και δεν γνωρίζω τι τον καθιστά τέτοιον.. μοίρα, ελεύθερη βούληση, σύμπτωση, κοινωνικές συνθήκες.. αν είναι προιόν της ιστορίας, μιας φυσικής ροής ή άλλο! πολύ πιθανόν να είναι προιόν καλής αυτοσκηνοθεσίας ή όλα τα παραπάνω μαζί..

αυτή επίσης... http://www.youtube.com/watch?v=oq2ES49pHqE&playnext=1&videos=o7Zz1-xZA_Q

καληνυχτώ.. my tubes run low :)

RDAntonis είπε...

Νύχτες, αλλά την επόμενη φορά μην είσαι τόσο ζοχάδας με την πάρτη μας :-). Δεν είμαστε δα τόσο κακοί.

Asdf είπε...

όχι ρε είπαμε, δεν είστε κακοί, όλοι προλετάριοι είμαστε χαμμένοι στις ίδιες λούπες, ακόμα και το προλεταριάτο των μη πρωλεταρίων... να δούμε ποιος θα κάνει φεστιβάλ πρώτος στο Άγιο όρος... :-D