Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος πρώτο)


Το κείμενο που ακολουθεί παρουσιάστηκε σε προφορική μορφή στο πρώτο τμήμα του συμποσίου "Κράτος και Διανοούμενοι", που διοργάνωσε ο γράφων στις 20-21 Μάρτη 2009 στην Λευκωσία. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Left Review, αρ. 59 (νέος κύκλος), Σεπτέμβρης/Οκτώβρης 2009.



Gopal Balakrishnan
Υποθέσεις για το στάσιμο κράτος
Μτφρ: Radical Desire

Κάποιες φορές επέρχονται κρίσεις που διαρκούν για δεκαετίες. Η εξαιρετική αυτή διάρκεια σημαίνει ότι έχουν αποκαλυφθεί αθεράπευτες δομικές αντιφάσεις και ότι παρά το γεγονός αυτό οι πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αγωνίζονται να συντηρήσουν και να υπερασπιστούν την ίδια την υπάρχουσα δομή κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια να τις θεραπεύσουν μέσα σε συγκεκριμένα όρια και να τις ξεπεράσουν. Εφόσον κανένας κοινωνικός σχηματισμός δεν παραδέχεται μόνος του ότι έχει ξεπεραστεί, αυτές οι διαρκείς και επίμονες προσπάθειες δημιουργούν το έδαφος του συγκυριακού, και είναι σε αυτό το έδαφος που οργανώνεται η αντιπαράθεση.
Antonio Gramsci, Τα τετράδια της φυλακής

Ποια είναι η ιστορική σημασία της κατάρρευσης του νεοφιλελευθερισμού που ήρθε σε λιγότερο από 20 χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης; Ανακύπτει ένα ανησυχητικό πείραμα για τη σκέψη. Η Σοβιετική Ένωση, ας θυμηθούμε, είχε φτάσει στο απώγειο της δύναμής της κατά τη δεκαετία του 70, λίγο πριν πέσει σε μια δίνη υπαναχώρησης, παρέκκλισης πορείας και κατάρρευσης. Θα μπορούσε να καραδοκεί μια παρόμοια ανατροπή δεδομένων, μια από αυτές τις παλιομοδίτικες “ειρωνίες της ιστορίας”, για την δυτική υπερδύναμη; Στο κάτω-κάτω, μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια κάποια ενότητα των αντιθέτων στη σχέση ανάμεσα σε ένα ανεξέλεκγτο ύστερο καπιταλισμό και στις κεντρικά ελεγχόμενες βιομηχανικές ζώνες της πρώην Κομεκόν —και ακριβώς σε ό,τι αφορά τη σφαίρα της οικονομίας, εκεί όπου αποτέλεσαν εκ διαμέτρου αντίθετα φαινόμενα. Στο απώγειο του ρηγκανισμού, η επίσημη δυτική άποψη είχε συνασπιστεί γύρω από την υπόθεση ότι η γραφειοκρατική διαχείριση των πραγμάτων ήταν καταδικασμένη στην στασιμότητα και την παρακμή επειδή απείχε από την λογική των δυνάμεων της αγοράς, η οποία συντόνιζε τις συναλλαγές μέσα από την πειθαρχία του ανταγωνισμού. Όμως δεν πέρασε πολύς καιρός μετά τα στερνά χρόνια αυτού που κάποτε ονομαζόταν σοσιαλισμός, και ένας καπιταλισμός με κινητήριες δυνάμεις τα χρέη και το σπέκουλο άρχισε να ακολουθεί τον δρόμο του υπολογισμού και καταμερισμού του πλούτου με απροκάλυπτη αδιαφορία για κάθε τυπικά αντικειμενική μέτρηση της αξίας. Τα ισοζύγια των μεγαλύτερων τραπεζών του κόσμου αποτελούν επιβλητικές μαρτυρίες για την κατάρρευση των κριτηρίων με τα οποία κάποτε κρινόταν ο πλούτος των εθνών.

Με τον τρόπο τους, τόσο ο γραφειοκρατικός σοσιαλισμός όσο και ο συντριπτικά πλουσιότερός του νεοφιλελεύθερος κατακτητής απέκρυψαν τις αποτυχίες τους με όλο και πιο αυθαίρετα tableaux économiques.[1] Ως την δεκαετία του 80, το κοινοποιούμενο εθνικό εισόδημα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ανατολικής Γερμανίας είχε ξεσκεπαστεί ως ένα στατιστικό τεχνούργημα το οποίο παρουσίαζε πολύ πληθωριστικά το στενόχωρο πραγματικό επίπεδο διαβίωσης. Αλλά την ίδια δεκαετία, το αναδυόμενο δίκτυο παγκόσμιων ανισορροπιών άρχισε να παράγει σημαντικά προβλήματα για την μέτρηση του καπιταλιστικού πλούτου. Η επερχόμενη ύφεση είναι ικανή να αποκαλύψει ότι τα εθνικά οικονομικά στατιστικά της περιόδου της οικονομίας της φούσκας ήταν μυθοπλασίες όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που είχαν τεθεί σε λειτουργία την εποχή του παλιού σοβιετικού συστήματος.

Φυσικά, οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις του καπιταλισμού υποτίθεται ότι είναι διαφορετικές από τα στερνά στάδια της ζωής των μη καπιταλιστικών πολιτισμών και τρόπων παραγωγής. Αυτές οι κοινωνικές δομές μοιάζουν να μην διαθέτουν την χαρακτηριστική ικανότητα του καπιταλισμού για δημιουργική καταστροφή, για περιοδική ανανέωση μέσα από περιόδους κάμψης οι οποίες εξαϋλώνουν τις συνθήκες παραγωγής και τις μορφές ζωής που είναι ανεπαρκείς, ανοίγοντας τα σύνορα για τον επόμενο γύρο επέκτασης. Σε συμφωνία με αυτό το σχήμα, σχεδόν όλοι οι σχολιαστές της σημερινής οικονομικής κρίσης υπέθεσαν ότι αυτό το σουμπετεριανό αφήγημα κρίσης και ανανέωσης θα επαναληφθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Είναι όμως πράγματι αναπόφευκτο να αναδυθούν νέα στάδια συσσώρευσης από τις συνέπειες αυτού που τώρα υπόσχεται να αποδειχθεί ένα τεράστιο και παρατεταμένο ξεκαθάρισμα της αγοράς από τους αδύνατους; Θα πρότεινα ότι αυτό το σενάριο καπιταλιστικής ανανέωσης έχει σαφώς λιγότερες πιθανότητες να υλοποιηθεί από ότι μια μακροπρόθεσμη κατάσταση απόκκλισης πορείας, προς την κατεύθυνση αυτού που η κλασική πολιτική οικονομία ονόμαζε κάποτε την “στάσιμη φάση” του πολιτισμού.


Έλλειψη ανάπτυξης
Από τον Άνταμ Σμιθ στον Τζον Στούαρτ Μιλ, οι πρώιμοι θεωρητικοί του πλούτου των εθνών υπήρξαν απαισιόδοξοι σε ό,τι αφορά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης των κοινωνιών τους. Υπέθεσαν ότι η αύξηση παραγωγικότητας που πηγάζει από την εξειδίκευση και τον καταμερισμό εργασίας θα ανατρεπόταν από ένα σημείο και μετά εξαιτίας της εξάντλησης της καλλιεργήσιμης γης και της αύξησης του πληθυσμού. Ο ιστορικός E.A. Wrigley σημειώνει σχετικά:

Για λόγους που ευσύνοπτα ανέπτυξε ο Σμιθ και οι επίγονοί του, η δυναμική της ανάπτυξης αναμενόταν να ατονήσει μετά από ένα χρονικό σημείο εξαιτίας των αλλαγών που είναι ενδογενείς στην ίδια την διαδικασία ανάπτυξης, δίνοντας έτσι τη σειρά τους σε εύθετο χρόνο στην συνεπαγωγή του στάσιμου κράτους. Επίσης, οι οικονομολόγοι της κλασικής εποχής αμφισβητούσαν ξεκάθαρα ότι το επίπεδο πραγματικών μισθών που επικρατούσε τότε θα μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αορίστω χρόνω. Η ιδέα της σταθερής και ουσιαστικής βελτίωσης των αληθινών μισθών για την μάζα του πληθυσμού ήταν ένα ουτοπικό όνειρο και όχι μια πιθανότητα την οποία θα μπορούσε να αναλογιστεί ένας λογικός και ενημερωμένος άνθρωπος, όσο και αν θα ήθελε να την δει να πραγματώνεται.[2]

Το απόσπασμα εξηγεί γιατί ο Άνταμ Σμιθ και οι σύγχρονοί του μπορούσαν να σκεφτούν ότι η στάσιμη Κίνα του 18ου αιώνα βρισκόταν κατά κάποιο τρόπο μπροστά από την σύγχρονή της δυτική Ευρώπη. Έχοντας εξαντλήσει τις πηγές περαιτέρω ανάπτυξης της παραγωγικότητας, η Κίνα είχει εισέλθει αναπόφευκτα στο δρόμο της κοσμικής πολυπλοκότητας: de te fabula narratur.[3] Φυσικά, η απαισιόδοξη αυτή ετυμηγορία σχετικά με την μακρά πορεία του πολιτισμού ανατράπηκε από τα μεγάλα κύματα καπιταλιστικής επέκτασης που ακολούθησαν. Η κατοπινή κριτική που άσκησε ο Μαρξ στην πολιτική οικονομία υπήρξε, εν μέρει, απόπειρα να επανεφεύρει τον κλασικό, προ-βιομηχανικό πεσιμισμό αυτής της παράδοσης απέναντι στα εξωγενή, φυσικά όρια της οικονομικής ανάπτυξης, μετατρέποντάς τα σε τρόπους εξήγησης του όλο και πιο δύσκολα προσπεράσιμου κοινωνικο-οικονομικού σημείου στασιμότητας της συσσώρευσης.[4]

Για περισσότερο από μισό αιώνα, τέτοιου είδους απόπειρες να θεωρητικοποιηθούν τα τελικά όρια του κεφαλαίου μπήκαν στο πολιτικό και διανοητικό περιθώριο. Κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 30, οι διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων σύγχρονοι είχαν συμπεράνει ότι ο καπιταλισμός φτάνει στο τέλος του, και εξεπλάγησαν από την εκπληκτική του ανάκαμψη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτή η μεγάλη επιστροφή αποθάρρυνε τους πιο συγκρατημένους απ’ το να φανταστούν μια κρίση του καπιταλισμού αρκετά βαθιά και μακρά ώστε να βάζει ερωτηματικό πάνω απ΄το μέλλον του συστήματος. Σήμερα, λίγο μετά απ' τους θριάμβους του στο τέλος του 20ου αιώνα, φαίνεται απίστευτο ότι θα μπορούσε οποιοσδήποτε να αμφισβητήσει σοβαρά την ιστορική βιωσιμότητα του καπιταλισμού. Το ζήτημα επιλύθηκε, υποτίθεται, περί το 1989. Εγκαταλείποντας αυτή την σύμπνοια απόψεων, θα προτείνω ότι η επερχόμενη εποχή κοινωνικο-οικονομικού ξεκαθαρίσματος των αδυνάτων και συρρίκνωσης —σοδειά ανεπίλυτων οικονομικών προβλημάτων που πρωτοεμφανίζονται στη δεκαετία του 70— καθίσταται επαχθέστερη από την παρέκκλιση των πιο οικονομικά αναπτυγμένων περιοχών του κόσμου προς μια στάσιμη κατάσταση. Η επερχόμενη περίοδος θα σχηματιστεί από την σύγκλιση της συγκυριακής κρίσης της συσσώρευσης και των συνεχιζόμενων κρίσιμων μετατοπίσεων του παγκόσμιου καπιταλισμού —στις τεχνολογικές του βάσεις, στα δημογραφικά δεδομένα και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας—, μετατοπίσεων που έχουν μειώσει τις δυνατότητες του καπιταλισμού για βιώσιμη ανάπτυξη. Σε ό,τι ακολουθεί, θα απομονώσω κάποιες από τις βασικές διαστάσεις αυτής της διπλής κρίσης, και θα στοχαστώ για τις μορφές πολιτικής που ίσως σχηματιστούν μέσα σε πλαίσια δομικής παρακμής και μεταμόρφωσης. Τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα των σημερινών αμυντικογενών εθνικοποιήσεων και των εξαγορών των χρεών ενός παραπαίοντος κατεστημένου;


[1] Σ.τ.Μ: Πρόκειται για αναφορά στον “οκονομικό πίνακα”, μοντέλο που πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον François Quesnay και συνδέεται με τις οικονομικές θεωρίες των Φυσιοκρατών. Στον σχετικό πίνακα του ομώνυμου βιβλίου του, ο Quesnay, ο οποίος θεωρούσε ότι ο εθνικός πλούτος είχε τις πηγές του στο πλεόνασμα της αγροτικής παραγωγής και όχι στο εμπόριο ή την βιοτεχνία, χώριζε τους οικονομικούς παράγοντες στην “ιδιοκτησιακή” τάξη των γαιοκτημόνων, την “παραγωγική τάξη” των αγροτών και την “στείρα τάξη” των τεχνιτών και των εμπόρων.
[2] Edward Anthony Wrigley, Continuity, Chance and Change, Κέμπριτζ 1990, σ. 3. Ίσως η λέξη “απαισιοδοξία” να είναι η λάθος λέξη σε ό,τι αφορά τον Μιλ, ο οποίος το 1848 έγραφε τα εξής: “Δεν μπορώ λοιπόν να δω την στάσιμη κατάσταση του κεφαλαίου και του πλούτου με την απροσποίητη απέχθεια που επιδεικνύουν προς αυτή οι οικονομολόγοι της παλιάς σχολής. Έχω την τάση να πιστεύω ότι θα ήταν, συνολικά, μια πολύ σημαντική βελτίωση σε σχέση με την παρούσα κατάστασή μας. Ομολογώ ότι δεν με ενθουσιάζει το ιδανικό της ζωής που προβάλλουν όσοι νομίζουν ότι η φυσική κατάσταση των ανθρώπινων όντων είναι ο αγώνας να προχωρήσουν πιο πέρα· ότι το να τσαλαπατάει, να συντρίβει, να δίνει αγκωνιές και να πατάει κανείς στις φτέρνες των άλλων —πράγματα που συναποτελούν το υπάρχον πρότυπο της κοινωνικής ζωής—, είναι και η πιο επιθυμητή μοίρα για το ανθρώπινο είδος· ή ότι αποτελούν οτιδήποτε άλλο από δυσάρεστα συμπτώματα μίας εκ των φάσεων της βιομηχανικής προόδου.” Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας, Μέρος ΙΙ, Κεφάλαιο 6, παρ. 2.
[3] Σ.τ.Μ: Η λατινική φράση, που σημαίνει “για σένα λέγεται η ιστορία”, χρησιμοποιείται από τον Μαρξ στον πρόλογο του Κεφαλαίου για να υποδείξει ότι η αγγλική ιστορική εμπειρία αποτελεί προάγγελο για το τι θα επακολουθήσει στην δική του πατρίδα, την ακόμη κυρίως αγροτική Γερμανία. Η ιδέα στο παρόν κείμενο είναι, κατ’ αναλογία, ότι οι κλασικοί οικονομολόγοι είδαν στην οικονομική στασιμότητα και πολιτισμική πολυπλοκότητα της Κίνας στον 18ο αιώνα το μέλλον των δικών τους πολιτισμών.
[4] Οι υποθέσεις του Μαρξ για την υποτιθέμενη τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει είναι διαβόητα ασαφείς, αλλά από κάτω βρίσκεται ίσως η παλιά μαλθουσιανή ιδέα: “Όσο περισσότερο μια χώρα αναπτύσσεται με την βιομηχανία ευρείας κλίμακας ως υπόβαθρο ανάπτυξής της, όπως συμβαίνει με τις Η.Π.Α, τόσο πιο ραγδαία είναι αυτή η διαδικασία καταστροφής. Συνεπώς, η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει απλώς τις τεχνικές και τον βαθμό συνδυασμού των κοινωνικών διαδικασιών παραγωγής υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τις αρχικές πηγές κάθε πλούτου —τη γη και τον εργάτη. Κεφάλαιο, τομ. 1, Λονδίνο, 1976, σ. 638.






Δεν υπάρχουν σχόλια: