Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Μετέωρα



Ι
Πάγωσε μονομιάς θαρρείς ο σίελος του κόσμου
και αποκρυσταλλώθηκε κραυγή
απ’ τα ενδότερα.
Το τραύμα που αφήνει πίσω του
ο τοκετός το λέμε βράχο.

ΙΙ
Άλλες φορές φαίνεται πως η θάλασσα
τους ξέβρασε, όταν αποσυρθήκαν πια τα βάθη
όπου κοιμούνται οι έρημοι κρυφά
και ψιθυρίζουν τα οστά πνιγμένων.
Η σμίλη του ανέμου ανέλαβε να συμπληρώσει
το κείμενο που άφησε στη μέση το αλάτι.

ΙΙΙ
Ακάνθινο νιώθω το ίχνος τους
πάνω στο βλέμμα μου, τραχύ.
Άπτερο έντομο που περπατά στα δάχτυλα
μελαχρινού αγοριού μεσοκαλόκαιρο.

IV
Και όταν κοιμόμαστε στον ίσκιο τους
ποιος χρόνος μας καταβροχθίζει
με τα φρικτά του δόντια, ποια σιωπή;
Τα βράδια με τρομάζει
η θέα γιγάντων πίσω απ’ τις σκεπές
το υψωμένο χέρι μιας κατάρας
πάνω από σπίτια που καπνίζουν νυσταλέα.

V
Το σπέρμα νεκρών γαλαξιών
απόκοσμα ιριδίζει μες το χιόνι.
Βράδιασε, ψάχνουμε να ξεκουραστούμε.
Βλέπουμε τις ανάσες μας
μα το σκοτάδι ολόγυρα βαθαίνει.
Πέτρα και ουρανός έγιναν ένα.




Δεν υπάρχουν σχόλια: