Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Υλισμός, δικαιοσύνη και επανάσταση



Το παρακάτω απόσπασμα είναι μετάφραση από το blog anodyne lite, και προέρχεται από ένα κείμενο με τίτλο “Υλισμός, Προνόμια, Επανάσταση”:
Το να είναι κανείς υλιστής, τουλάχιστον όπως το σκέφτομαι, περιελάμβανε πάντοτε την πίστη ότι κάποιοι άνθωποι περνούν καλύτερα από ό,τι οι άλλοι· ότι το να έχεις ωραιότερα πράγματα, ένα πιο άνετο επίπεδο διαβίωσης, πρόσβασης στις πιο σύγχρονες ιατρικές θεραπείες και τεχνολογίες, και το να έχεις γεννηθεί με τα προνόμια που δίνονται σε ορισμένες τάξεις αλλά αποστερούνται συστηματικά από άλλες, σίγουρα κάνει μια διαφορά στη ζωή σου. Στο μυαλό ενός υλιστή, το να γεννιέσαι προνομιούχος πράγματι κάνει τη ζωή σου ποιοτικά και ποσοτικά καλύτερη από τη ζωή κάποιου που δεν έχει το πλεονέκτημα των ίδιων προνομίων. Ίσως το βασικό μέτρο σύγκρισης δεν είναι απαραίτητα η “ευτυχία” αλλά η “άνεση” σ’ αυτή την εξίσωση.


Αλλιώς, αναρωτιέται κανείς, ποιό είναι το νόημα του να πιέζεις καν για επανάσταση (ή μετάλλαξη, ή αλλαγή, ή οτιδήποτε θέλεις να το ονομάσεις); Αν δεν υπάρχει κάτι αναγκαστικά καλύτερο στο να έχεις πράγματα--ένα καλύτερο σπίτι, τρεχούμενο νερό, έναν καλό μισθό-- τότε γιατί να τα βάλεις καν με το σύστημα;


Το σύντομο αυτό απόσπασμα έχει δύο πλεονεκτήματα: πρώτον, εκπροσωπεί ένα υλισμό που έχει μάθει να μιλά με τη φωνή της “κοινής λογικής”. Είναι εύληπτο και επιχειρηματολογεί για το φαινομενικά αυτονόητο. Δεύτερον, είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο επιρρεπές σε μια σειρά από δραστικές παραμορφώσεις, προσφέροντας έτσι μια συνοπτική αποτύπωση των βασικών εμποδίων που συναντά η προσπάθεια επιστροφής σε μια πολιτική του υλισμού σήμερα.

Η θέση του κειμένου είναι απλή: ο υλισμός συνίσταται στην πριμοδότηση της σημασίας του “να περνάς καλύτερα” (“have it better”), και κατ’ επέκταση, στην ερμηνεία της δικαιοσύνης με όρους ισορροπίας στην κατανομής υλικών αγαθών. Συνεπώς, δεν έχει καμμία λογική μία υπεράσπιση της επανάστασης η οποία δεν θα παραδέχεται την σημασία των υλικών αγαθών στο να κάνουν “την ζωή σου ποιοτικά και ποσοτικά καλύτερη.” Κάτι τέτοιο προφανώς θα βασιζόταν σε “τελεολογικές/ουτοπικές ανοησίες”, τις οποίες ο συγγραφέας αρνείται, όπως παρατηρεί λίγο αργότερα, να “προσθέσει στον υλισμό” του.

Με τη λογική αυτή βέβαια, καθίσταται δύσκολο να εξηγηθεί το γιατί ο ιδεαλισμός, ως μακρόθεν κυρίαρχη τάση στη φιλοσοφία, δεν οδήγησε τους έχοντες στην αποποίηση της κτήσης ή της συσσώρευσης υλικών αγαθών. Η θέση ότι αυτό συμβαίνει διότι ο ιδεαλισμός είναι απλώς το μέσο με το οποίο οι έχοντες παραπλανούν τους μη έχοντες ή τους συγκριτικά μειονεκτούντες αρκετά ώστε να διατηρούν τα δικά τους προνόμια είναι εξόφθαλμα υπεραπλουστευτική. Δεν είναι κάθε ιδεαλισμός εξίσου ανώδυνα συμβιβασμένος με την κοινωνική ανισότητα, ούτε δικαιολογείται έτσι το πάθος και το βάθος της ιδεαλιστικής παράδοσης από τον Πλάτωνα ως τον Καντ ή ακόμη και τον Χέγκελ. Προφανώς, το να γράφεις ή να μελετάς ογκώδη και πολύπλοκα συγγράματα φιλοσοφίας δεν είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να εξαπατάς τους κοινωνικά υποτελείς σε ό,τι αφορά την "πραγματική" σημασία του να "έχεις ωραιότερα πράγματα". Αντιστρόφως, οι φιλόσοφοι οι οποίοι συνδέονται με τον υλισμό—από τον Επίκουρο στον Μακιαβέλι, τον Σπινόζα, τον Μαρξ ή τον Νέγκρι—δεν φημίζονται ως εξέχοντες “υλιστές” με την έννοια με την οποία ταυτίζεται ο όρος στο παραπάνω απόσπασμα. Αν όσοι διεκδίκησαν το όνομα "υλισμός" το έκαναν επειδή πίστευαν ότι “το να έχεις ωραιότερα πράγματα… κάνει μια διαφορά στη ζωή σου”, θα ήταν φυσιολογικότερο να έμεναν στην ιστορία ως έμποροι αγαθών ή μεταπράτες των κυρίαρχων ιδεών της εποχής τους. Και σίγουρα, ο αλτρουϊσμός ως κίνητρο (η επιθυμία να έχουν και οι άλλοι "ωραιότερα πράγματα") αδυνατεί να εξηγήσει το πάθος το οποίο οι επιφανέστεροι ιστορικοί εκπρόσωποι του υλισμού αντέταξαν στην υλική τους ένδεια, ή στην χλεύη και την καταδίωξη η οποία συχνά συνόδευσε τον βίο τους.

Δεύτερον, μια έστω σχηματική γνώση της ιστορίας των επαναστάσεων δεν συνηγορεί υπέρ του προφανούς της ρήσης ότι δεν έχει “νόημα να πιέζεις για επανάσταση…αν δεν υπάρχει κάτι αναγκαστικά καλύτερο στο να έχεις πράγματα.” Πρώτα, επειδή οι πολιτικοί ηγέτες πολλών επαναστάσεων—της αγγλικής, της αμερικανικής, της γαλλικής, ή των περισσοτέρων αντιαποικιοκρατικών επαναστάσεων—δεν ήταν αποκλειστικά όσοι “δεν είχαν πράγματα”· αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις ανήκαν σε συγκριτικά ευνοούμενες κοινωνικές τάξεις. Και δεύτερον, επειδή οι πληθυσμιακές ομάδες που “δεν είχαν πράγματα” (χωρικοί, κολίγοι, λούμπεν προλετάριοι) και που είχαν κάθε εύλογο λόγο να επιθυμούν να τα αποκτήσουν, δεν υπήρξαν ούτε αναγκαστικά επαναστατικές ούτε ιδιαίτερα επιρρεπείς στις διαρκείς εξεγέρσεις· αντίθετα, λειτούργησαν συχνά ως αντιεπαναστατικοί παράγοντες ή υπήρξαν παθητικοί παρατηρητές της σύγκρουσης μεταξύ κράτους και επαναστατών. Άλλωστε, αν η συγκριτική ένδεια αποτελούσε επαρκή βάση της επαναστατικής επιθυμίας, η κεντρική και νότια Αφρική θα ήταν αυτή την στιγμή φλεγόμενος επαναστατικός πυρήνας και όχι μια μαύρη τρύπα στον νοητικό χάρτη του παρόντος.

Η παραπάνω αντίληψη περί υλισμού λοιπόν δεν αφορά στο παραμικρό τον υλισμό ως σκέψη· αφορά την χυδαία του εκδοχή ως coveting, ως αυτοματική επιθυμία για τα υλικά αγαθά των άλλων. Η υλιστική σκέψη δεν μεταφράζεται στην πίστη ότι οι καλύτερες υλικές συνθήκες εγγυώνται καλύτερη ζωή—κάτι τέτοιο θα την καταστούσε την επίσημη φιλοσοφία της Μαντάμ Σουσού. Μεταφράζεται πρώτον στην επιστημολογική θέση ότι οι ιδέες δεν προκύπτουν από κάποιου είδους παρθενογέννεση αλλά αποτελούν πολύπλοκες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα σε νοήμονα υποκείμενα και τις υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές)· δεύτερον, στην πολιτική θέση ότι οι αλλαγές των μορφών αυτού του συσχετισμού είναι ικανές να επιφέρουν αλλαγές στον τρόπο αντίληψης του εαυτού μας, των άλλων, και του κόσμου στον οποίο ζούμε (με άλλα λόγια, στην καχυποψία απέναντι στην "φυσικότητα" της υπάρχουσας κατάτμησης του αισθητού)· και τρίτον, στην ηθική θέση ότι η αποστέρηση βιώσιμων συνθηκών από ένα μεγάλο ποσοστό συνανθρώπων μας τους στερεί όχι κάποιο φανταστικό δικαίωμα στην “άνεση”, ούτε κάποιο ακόμη φανταστικότερο στην “ευτυχία”, αλλά την ελευθερία να αυτοπραγματωθούν ως ανθρώπινα όντα, δηλαδή ως όντα χωρίς προδιαγεγραμμένο οντολογικό σκοπό ή πεπρωμένο.

Η υλιστική δικαιοσύνη, με λίγα λόγια, δεν είναι ζυγαριά σε μπακάλικο για να εξαντλείται στο συγκριτικό ζύγισμα αγαθών, ανέσεων ή ευτυχιών. Το πάθος της είναι η οικουμενικότητα του δικαιώματος στο να μην είναι κανείς απλά η διαίρεση χωρίς υπόλοιπο του διαθέσιμου με το απαιτούμενο. Το πάθος αυτό απαιτεί πραγμάτωση στον υλικό κόσμο, και όχι σε κάποιο αιθέριο επέκεινα. Η χειραφέτηση του υποκειμένου δεν εξυπακούει απλά την απελευθέρωση από τα δεσμά των άλλων αλλά και από αυτά που συγκροτούν το ίδιο ως υπο-κείμενο, περιλαμβανομένων βέβαια και των ίδιων των επιδιώξεων της “άνεσης” ή ακόμα και της “ευτυχίας” ως τελών της ύπαρξης.

Για αυτό ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί η επανάσταση ως έννοια να αντλήσει την αξία και την νομιμότητά της από οτιδήποτε εξωγενές προς την ίδια—όσο “επιθυμητό” και αν φαντάζει αυτό στα πλαίσια της “κοινής λογικής”. Η θέση ότι “δεν έχει καμμία λογική μία υπεράσπιση της λογικής της επανάστασης" η οποία δεν παραδέχεται την σημασία των υλικών αγαθών στο να κάνουν “την ζωή σου ποιοτικά και ποσοτικά καλύτερη” είναι, από την σκοπιά της επαναστατικής πρακτικής, αυστηρά παράλογη. Η επαναστατική πρακτική είναι σαφώς ο λιγότερο προσοδοφόρος τρόπος για να αποκτήσει κανείς “υλικά αγαθά” που θα κάνουν την ζωή “ποιοτικά και ποσοτικά καλύτερη.” Για να πετύχει κανείς τέτοιου είδους πράγματα είναι σαφώς πιο λογικό (και πιο σύνηθες) να αποπειραθεί να μεταπηδήσει σε μια πιο υψιλόμισθη δουλειά, να ψηφίζει δελεαστικότερα πολιτικά προγράμματα, να ζει στα ωραία προάστια ή να επισκέπτεται συχνά spa και ψυχιάτρους. Ως έκφανση ενός τέτοιου “υλισμού”, η επανάσταση είναι άχρηστη· ή μάλλον, το “χρήσιμο” κομμάτι της, αυτό το οποίο εντάσσεται στη λογική της ποιοτικής και ποσοτικής “καλυτέρευσης” της ζωής, είναι ήδη αυτό που προδίδει την επανάσταση, αυτό που την έχει ήδη εγκαταλείψει. Είναι οι Γιρονδίνοι της Θερμιδόρ που έδωσαν τέλος στην αρετή του Τρόμου, είναι οι εχέφρονες Άγγλοι Προτεστάντες που διάλεξαν τον κοινοβουλευτισμό και όχι την κοινοκτημοσύνη του Winstanley και του Sexby, είναι τα πεφωτισμένα checks and balances που έβαλαν καπίστρι στην "πολυκέφαλη ύδρα" του πλήθους στην Αμερική του 1776, είναι ο εθνικισμός χωρίς κομμουνισμό του Chiang Khai Shek που εμπνέει τον πατριωτικό καπιταλισμό του σύγχρονου ΚΚ Κίνας. Ο “υλισμός” εντός εισαγωγικών, ο “υλισμός” ως εκπόρνευση του υλισμού, είναι αυτό που απομένει όταν εξαλείφεται το ιστορικά ακατανόητο πλεόνασμα της επαναστατικής πρακτικής: το όνομα του είναι “κοινή λογική.”




3 σχόλια:

ArisMUC είπε...

@αλλά την ελευθερία να αυτοπραγματωθούν ως ανθρώπινα όντα, δηλαδή ως όντα χωρίς προδιαγεγραμμένο οντολογικό σκοπό ή πεπρωμένο.

Η "αυτοπραγμάτωση ως ανθρώπινο ον" δεν συνιστά ήδη ένα "οντολογικό σκοπό και πεπρωμένο";

Αντώνης είπε...

Διεισδυτική και πολύ δύσκολη ερώτηση. Προφανώς, πρόκειται για μια παραδοξολογική διατύπωση: ισχιρύζομαι ότι το να πραγματώνεσαι ως άνθρωπος σημαίνει το να ανοίγεσαι σε μια ελευθερία χωρίς σκοπό ή τέλος, περιλαμβανομένου του σκοπού ή τέλους _κάθε_ ορισμού του ανθρώπινου. Δεν μπορώ να βρω άλλο τρόπο να συμβιβάσω το απροϋπόθετο (για μένα) πολιτικό πρόταγμα για ανθρώπινη χειραφέτηση και την εξίσου θεμελιώδη ανάγκη να αποσπαστεί η ηθική της χειραφέτησης αυτής από το μία ή την άλλη ουσιοκρατία της ανθρώπινης "φύσης." Όλοι έχουν δικαίωμα να έχουν φαγητό και νερό και ρούχα, για παράδειγμα, αλλά αν αφήσουμε τον υλισμό να εξαντληθεί στην κάλυψη της ανάγκης όλων για επιβίωση τότε καταντάμε τον άνθρωπο σε απλό παραλήπτη κονσερβών η κουβερτών από Μη Κυβερνητικούς οργανισμούς. Υλισμό που να μην λέει "not by bread alone" δεν μπορώ να υπερασπιστώ πολιτικά, με όρους πολιτικής δημιουργίας και καινοτομίας.

ArisMUC είπε...

Πολύ ωραία, έχουμε τον ίδιο προβληματισμό.