Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Τι είδους ταξικό υποκείμενο είναι ο φοιτητής;


Και οι δουλειές για τις οποίες δουλεύουμε είναι αυτές που έχουμε ήδη. Τρία τέταρτα των φοιτητών δουλεύουν ενώ σπουδάζουν, πολλοί με πλήρες ωράριο απασχόλησης. Για τους περισσότερους, το ποσοστό απασχόλησης ενώ είναι φοιτητές είναι το ίδιο με αυτό που θα έχουν αφού αποφοιτήσουν.


Η λειτουργία του πανεπιστημίου ήτανε πάντοτε να αναπαράγει την εργατική τάξη εκπαιδεύοντας τους μελλοντικούς εργάτες ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κεφαλαίου. Η κρίση του πανεπιστημίου σήμερα είναι κρίση της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, κρίση μιας περιόδου στην οποία το κεφάλαιο δεν μας χρειάζεται πλέον ως εργάτες.


Στα αποσπάσματα που παρέθεσα πιο πάνω, οι συγγραφείς του "Μηνύματος από ένα απόν μέλλον" υποπίπτουν σε μια εξόφθαλμη αντίφαση: ενώ χρησιμοποιούν το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για να περιγράψουν την σχεδόν πλήρη απορρόφηση του φοιτητικού σώματος από την αγορά εργασίας αποφαίνονται, λίγο αργότερα, ότι είναι προφανές πως το κεφάλαιο δεν χρειάζεται πλέον τους φοιτητές. Η αναφορά, ταυτόχρονα, στο πανεπιστήμο ως μέσο αναπαραγωγής της "εργατικής τάξης" (καθώς και η δεύτερη αναφορά στους φοιτητές ως "εργάτες") περιπλέκει τα πράγματα ακόμη περισσότερο. Πώς γίνεται οι φοιτητές να είναι ταυτόχρονα υπεραπασχολούμενοι στην αγορά εργασίας και άχρηστοι για το κεφάλαιο; Πώς γίνεται η μη αλλαγή του ποσοστού απασχόλησής τους να μην αποδυναμώνει το επιχείρημα περί εξαφάνισης των επαγγελματικών προοπτικών των φοιτητών; Πώς γίνεται το κεφάλαιο να μην χρειάζεται "εργάτες" ή ένα πανεπιστήμιο που υποτίθεται ότι αναπαράγει την "εργατική τάξη"; Η σύντομη απάντηση είναι ότι το "εμείς" συγκαλύπτει ουσιαστικά την συνύπαρξη δύο υποκειμενικών θέσεων: μία η οποία, αντλώντας από την τωρινή της--σχεδόν πλήρη κατά τα στατιστικά που αναφέρονται--εμπειρία απασχόλησης στη βιομηχανία υπηρεσιών (φαστ-φουντ, καφετέριες, καταστήματα ένδυσης, κλπ) ταυτίζει τον εαυτό της με την εργατική τάξη· και μία η οποία, ανακυκλώνοντας το υποτίθεται απονομιμοποιημένο αστικό αφήγημα της κοινωνικής ανέλιξης, διατυπώνει την διαμαρτυρία της για την κεφαλαιοκρατική αδιαφορία απέναντι όχι βέβαια απέναντι στην εργασιακή ισχύ εργατών, αλλά απέναντι στην διανοητική ισχύ προλεταριοποιηθέντων διανοουμένων.

Αν και η προκήρυξη εστιάζεται επί μακρόν σε ό,τι αφορά την κοινωνικο-πολιτική και οικονομική λειτουργία του πανεπιστημίου, αφήνει ωστόσο αναπάντητο ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα: "τι είδους ταξικό υποκείμενο είναι ο φοιτητής ή η φοιτήτρια;" Η απουσία οποιασδήποτε συνειδητοποίησης της σημασίας και δυσκολίας του ερωτήματος αυτού οδηγεί με τη σειρά της στην άκριτη αναπαραγωγή αντιφάσεων όπως η παραπάνω.

Ας θέσουμε λοιπόν αυτό το μάλλον δύστροπο, σε ό,τι αφορά την αισιοδοξία του φοιτητικού ριζοσπαστισμού, ερώτημα. Και ας αρχίσουμε από κάποιες βασικές θέσεις, οι οποίες φυσικά πρέπει να νοηθούν ως προκαταρκτικές, ελέγξιμες και υπό συζήτηση:

1. Οι φοιτητές ενθαρρύνονται να δουν τον εαυτό τους ως δυνάμει μέλη του "επαγγελματικού/διαχειριστικού" (professional/managerial) πυρήνα της μεσοαστικής τάξης (γιατροί, δικηγόροι, ακαδημαϊκοί, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφοι, διοικητές επιχειρήσεων κλπ) ή του δημοσιοϋπαλληλικού πυρήνα της μικροαστικής τάξης. Σε κοινωνίες με μικρότερο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων και μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιωτική πρωτοβουλία, μπορεί συχνά να διατηρούν βάσιμα όνειρα ανόδου στην μεγαλοαστική τάξη (διευθυντής μεγάλης εταιρίας, μεγαλοδικηγόρος, μεγαλογιατρός, ιδιοκτήτης κλινικής, μεγαλοδημοσιογράφος κλπ). Υπό κανονικές συνθήκες, καταλήγουν σε μία από τις τρεις προαναφερθείσες κοινωνικές τάξεις. Σε καμμία περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της ιδεολογικής συγκρότησης των φοιτητών από την οικογένεια και την εκπαίδευση η ολίσθηση στην εργατική τάξη ως στόχος.

2. Η φύση του "επαγγελματικού/διαχειριστικού" πυρήνα, και ακόμη περισσότερο, του δημοσιοϋπαλληλικού πυρήνα, περιλαμβάνει την υποκειμενική συναίσθηση της σχετικής αυτονομίας από τις μεταβολές της αγοράς. Με απλά λόγια, ο καρδιολόγος ή ο δικηγόρος δεν έχει απλά μια σχετικά εξασφαλισμένη πελατεία αλλά και την συναίσθηση ότι η μόρφωσή του αποτελεί εγγύηση διαχωρισμού από την ανειδίκευτη μάζα και μέσο ασφαλέστερης διαπραγμάτευσης με την αγορά. Ο δημόσιος υπάλληλος, από την άλλη, λειτουργεί κάτω από την προστατευτική ομπρέλα της μονιμότητας απασχόλησης.

3. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, οι φοιτητές ενθαρρύνονται να δουν το βιωτικό τους επίπεδο ως παροδικό και μεταβατικό. Ακόμα και όταν η φοιτητική ζωή είναι φτωχή ή λιτή (και είναι αξέχαστο το πορτραίτο των συνθηκών της ζωής του φοιτητή Ρασκόλνικοφ στο Έγκλημα και Τιμωρία), ενθαρρύνεται η αντιμετώπιση της μέσω του αντισταθμίσματος της εκλέπτυνσης της σκέψης και του γούστου, της απολαβής της μεγαλύτερης ελευθερίας από ευθύνες, της περισσότερο αυθόρμητης διασκέδασης, του απροσποίητου έρωτα, της νεανικής ενεργητικότητας κλπ. Είναι πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο της νοσταλγίας του καλοβολεμένου αστού επαγγελματία για τα φοιτητικά του χρόνια· τόσο που να αποθαρρύνει κάθε απόπειρα να εκλάβουμε τις υλικές συνθήκες ζωής του φοιτητή ως εγγυήτριες της ταξικής του ταυτότητας.

4. Η μόρφωση και η εξειδίκευση διαφοροποιούν ουσιωδώς τους φοιτητές από τους ανειδίκευτους εργάτες ή τους αγρότες. Ταυτόχρονα, η μη ένταξη στην αγορά εργασίας στη βάση ειλημμένης εξειδίκευσης τους διαφοροποιούν, τουλάχιστον παροδικά, από την αστική τάξη. Τέλος, οι συνθήκες ζωής τους τους φέρνουν συχνά κοντά στο λούμπεν προλεταριάτο και την "μποέμ" ζωή, αλλά και πάλι υπό σημαντικές συνθήκες διαφοροποίησης και συνήθως για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Η μεταβατικότητα που προϋποθέτει εξ ορισμού το φοιτητικό στάτους το καθιστά λοιπόν ασύμβατο με την χρονικότητα της ταξικής συνείδησης, η οποία προϋποθέτει μακροχρόνια ταύτιση εμπειριών και συμφερόντων. Οι φοιτητές δεν μπορούν να ταυτίσουν το συμφέρον τους με καμμία διαμορφωμένη (και άρα μακρόθεν συγκροτημένη) τάξη (αυτό βέβαια είναι και το μυστικό του πάθους τους για το οικουμενικό). Δεύτερον, το επίπεδο ζωής τους, το οποίο μπορεί να προσομοιάζει αρκετά με αυτό των χαμηλότερων τάξεων, βρίσκεται σε δυνητική αντίφαση με το ιδεολογικό αφήγημα της κοινωνικής ανέλιξης το οποίο αποτελεί το ίδιο το κίνητρο για την φοίτηση. Υπό κανονικές οικονομικές συνθήκες αυτή η αντίφαση αποδεικνύεται μη ανταγωνιστική, δηλαδή, δεν δημιουργεί προϋποθέσεις μακροπρόθεσμης ριζοσπαστικοποίησης αλλά εκ του ασφαλούς εξιδανίκευση του τρόπου ζωής των χαμηλότερων ταξικά στρωμάτων. Τρίτον, ανεξάρτητα από τον βαθμό συμμετοχής τους στην παραγωγή κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, οι προϋποθέσεις της συμμετοχής αυτής είναι θεωρητικά επαναδιαπραγματεύσιμες μετά την αποφοίτηση.

Οι δυνητικά ριζοσπαστικές πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις των φοιτητών λοιπόν δεν αποτελούν κριτήρια της ταξικής τους θέσης, όπως δεν αποτελούν τέτοια κριτήρια ο τρόπος ζωής τους ή η μορφή της εργασίας τους κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Οι φοιτητές βρίσκονται σε παραπληρωματική θέση σε ό,τι αφορά το σύνολο των ταξικών διαστρωματώσεων. Δεν μπορούν να ταυτιστούν με καμμία από αυτές με τρόπο που να είναι ταυτόχρονα υποκειμενικά και αντικειμενικά αξιόπιστος. Ταυτόχρονα, λόγω μόρφωσης, έκθεσης στις τεχνολογικές αλλαγές και τις γεωγραφικές και πολιτισμικές ζυμώσεις στις οποίες δίνει χώρο η πανεπιστημιακή ζωή, λόγω επίσης μεγαλύτερου ελεύθερου χρόνου από τις τάξεις των εργαζόμενων οικογενειαρχών, οι φοιτητές έχουν προβάδισμα στην υποδοχή νέων πολιτικο-ιδεολογικών τάσεων και ρευμάτων, νέων θεωρητικών εργαλείων, κλπ. Αποτελούν παραδοσιακά το πιο κινητικό και καινοτομικό ιδεολογικό στοιχείο στις αστικές κοινωνίες, την εμπροσθοφυλακή στις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Ο Μάης του 68 είναι αδιανόητος χωρίς τους φοιτητές. Το ίδιο και η έξοδος της ελληνικής αριστεράς από το πολιτικό περιθώριο και την ποινικοποίηση. Το ίδιο και η τεράστια πλειοψηφία αντι-αποικιοκρατικών και εθνο-απελευθερωτικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο. Οι φοιτητές είναι εκρηκτικά πολιτικά υποκείμενα με ασταθή και αντιφατική ταξική συνείδηση, εμπροσθοφυλακή κοινωνικών αλλαγών τις οποίες πολύ συχνά θα καταπνίξουν οι ίδιοι στο μέλλον, αλληλέγγυοι με τους κοινωνικά αδύναμους και περιθωριακούς αλλά κρυφά εξαρτώμενοι από το κράτος και την αστική κοινωνία για να εκμεταλλευτούν παραγωγικά την εκπαίδευσή τους. Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν ότι οι φοιτητές μιλούν πολύ για την ανάγκη συμμαχιών με άλλες σταθερά υποταγμένες ομάδες αλλά είναι ταυτόχρονα επιρρεπείς σε όλες τις ακρότητες του υπαρξιακού ατομικισμού και του πολιτικού βολονταρισμού, έστω και αν αυτές δυναμιτίζουν τις όποιες προοπτικές πολιτικών συμμαχιών.

Η οικονομική κρίση, για να επιστρέψουμε στο "Μήνυμα από ένα απόν μέλλον" αλλά και στα σύγχρονα ελληνικά Δεκεμβριανά, δημιουργεί τις προϋποθέσεις να βιωθεί η αντίφαση ανάμεσα στον πραγματικό τρόπο ζωής στο παρόν και το ιδεολογικό αφήγημα των μελλοντικών προοπτικών ανταγωνιστικά. Δημιουργούνται δηλαδή οι συνθήκες, όπως έγινε και σε πολλές πρώην αποικιοκρατούμενες κοινωνίες, να δουν οι φοιτητές την μελλοντική τους κοινωνική ανέλιξη ως εκ φύσεως ασύμβατη με την παρούσα τάξη των πραγμάτων. Οι σπουδές τότε χάνουν το κίνητρο της εξαργύρωσης σε μελλοντικές απολαβές εισοδήματος και πρεστίζ και μεταμορφώνονται αποκλειστικά σε εργαλεία ιδεολογικής και θεωρητικής κριτικής του στάτους κβο. Ακόμα και τότε όμως, η αλληλεγγύη προς τις άλλες τάξεις, η ανάγκη συνασπισμού μαζί τους που επιβάλλουν οι συνθήκες, δεν παύει να είναι ιδιαίτερα ευάλωττη και παροδική. Κάποια στιγμή, ο φοιτητής παίρνει πτυχίο και εντάσσεται σε μια διαφορετική κοινωνική ομάδα. Κάποια στιγμή, η ένταση της οικονομικής κρίσης μειώνεται. Κάποια στιγμή, το πρόβλημα της επιβίωσης, η μητρότητα, οι οικογενειακές υποχρεώσεις, καταναλώνουν την πλειοψηφία του ελεύθερου χρόνου. Και τότε, η πυρετώδης ρητορική του βολονταρισμού ("θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα") κινδυνεύει άμεσα να δώσει τη θέση της στη βουβαμάρα, στους γελοία ναρκισιστικούς και αυτο-νομιμοποιητικούς επικήδειους για αγώνες υπερβολικά "ευγενικούς" για να διαρκέσουν ("θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά ηττηθήκαμε"), στην άνευ όρων παράδοση στα αφηγήματα της εργασίας και της οικογένειας, της προσωπικής σωτηρίας (νεοΟρθοδοξία, new age, ανατολίτικες θρησκείες)--στο όλο θλιβερό θέαμα κάθε γηρασμένης φοιτητικής εμπροσθοφυλακής από τους Κον-Μπετί και τους Ανρί-Λεβί στους εγχώριους εκπροσώπους της γενιάς του Πολυτεχνείου.

Αν και συνεισφέρουν θεωρητικά και ακτιβιστικά όσο ίσως κανείς στους νεώτερους κοινωνικούς αγώνες για ισότητα και ελευθερία, οι φοιτητές δεν μπορούν να είναι ούτε το αυτάρκες υποκείμενο της πολιτικής αναμόρφωσης, ούτε το μοντέλο της επαναστατικής χειραφέτησης από τα δεσμά του ταξικού συστήματος, ούτε το φετίχ του πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η προσφορά τους καθίσταται εφικτή από δομικές αντιφάσεις οι οποίες ταυτόχρονα επιβάλλουν αυστηρούς περιορισμούς τόσο στην θεωρητική επάρκεια της φοιτητικής προοπτικής όσο και στις οργανωτικές ανάγκες οποιουδήποτε μακρόπνοου κοινωνικού κινήματος. Η διαρκώς αυξανόμενη εξάρτηση των κοινωνικών αγώνων από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις δεν είναι λόγος να βαυκαλιζόμαστε για την αιώνια νεότητα της αριστεράς. Είναι σύμπτωμα πολιτικής ένδειας και μετακύλισης των ευθυνών όσων έχουν πάψει εδώ και καιρό να είναι φοιτητές.





Δεν υπάρχουν σχόλια: