Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Slavoj Zizek-Ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα (δεύτερο μέρος)




Άμυνα κόντρα στην εξουσία;

Αν όμως τα ανθρώπινα δικαιώματα ως αντίθεση στον φονταμενταλισμό και η μέριμνα για την ευτυχία μας οδηγούν σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις, δεν είναι τουλάχιστο οχυρώσεις κόντρα στις ακρότητες της εξουσίας; Ο Μαρξ εννοιολόγησε την παράξενη λογική της εξουσίας ως ούσας από τη φύση της “καθ’ υπερβολή” ήδη από τις αναλύσεις του 1848. Στην 18η Μπρυμαίρ και στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία, πολυπλοκοποίησε τη λογική της κοινωνικής εκπροσώπησης (της εκπροσώπησης των οικονομικών τάξεων και δυνάμεων από πολιτικούς δράστες) με αυστηρά διαλεκτικό τρόπο. Έτσι, προχώρησε πολύ περισσότερο από την ιδέα αυτών των “επιπλοκών”, βάσει των οποίων η πολιτική εκπροσώπηση δεν ανακλά ποτέ απευθείας την κοινωνική δομή —ένας και μόνο μπορεί να αναπαραστήσει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, για παράδειγμα· ή μια τάξη μπορεί να αποκηρύξει την άμεση εκπροσώπησή της και να αφήσει σε μια άλλη την εξασφάλιση των νομικο-πολιτικών προϋποθέσεων εξουσίας της, όπως έκανε η αγγλική καπιταλιστική τάξη αφήνοντας την αριστοκρατία να ασκήσει πολιτική εξουσία. Οι αναλύσεις του Μαρξ έδειξαν αυτό που ο Λακάν θα εξηγούσε, πάνω από ένα αιώνα αργότερα, ως “λογική του σημαίνοντος.” Σχετικά με το “Κόμμα της Τάξης”, το οποίο δημιουργήθηκε μετά την ήττα της εξέγερσης του Ιούνη, ο Μαρξ έγραψε ότι μόνο αφού η νίκη του Louis-Napoleon στις εκλογές της 10ης Δεκεμβρίου επέτρεψε τον εξοβελισμό της παρέας των αστών ρεπουμπλικάνων



αποκαλύφθηκε το μυστικό της ύπαρξής, του συνασπισμού Ορελανιστών και Νομιμοποιητών σε ένα κόμμα. Η αστική τάξη κατέρρευσε σε δύο μεγάλες παρατάξεις —τους μεγαλοτσιφλικάδες υπό την παλινορθωμένη μοναρχία και την επενδυτική αριστοκρατία και τη βιομηχανική μπουρζουαζία υπό την Ιουλιάτικη μοναρχία— οι οποίες διατήρησαν μονοπώλιο εξουσίας. Βουργουνδία ήταν το βασιλικό όνομα για την κυρίαρχη επίδραση των συμφερόντων της μίας παράταξης, Ορλεάνη το βασιλικό όνομα για την κυρίαρχη επίδραση των συμφερόντων της άλλης παράταξης— ο ανώνυμος χώρος της Δημοκρατίας ήταν ο μόνος όπου και οι δύο παρατάξεις μπορούσαν να συντηρήσουν με ίση εξουσία το κοινό ταξικό συμφέρον χωρίς να παραιτηθούν από την αμοιβαία τους άμιλλα.


Αυτή λοιπόν είναι η πρώτη επιπλοκή. Όταν έχουμε να κάνουμε με δύο ή περισσότερες κοινωνικο-οικονομικές ομάδες, το κοινό τους συμφέρον μπορεί να εκπροσωπηθεί υπό τη μορφή μόνο της άρσης της κοινής τους συνιστώσας: η κοινή συνιστώσα των δύο βασιλικών παρατάξεων δεν είναι η φιλοβασιλική στάση, αλλά ο ρεπουμπλικανισμός. (Έτσι και σήμερα, ο μόνος πολιτικός δράστης που εκπροσωπεί με συνέπεια τα συμφέροντα του κεφαλαίου ως τέτοιου, στην οικουμενικότητά του, και πάνω από συγκεκριμένες παρατάξεις, είναι ο “κοινωνικός φιλελευθερισμός” του Τρίτου Δρόμου). Κατόπιν, στη 18η Μπρυμαίρ, ο Μαρξ προχώρησε στην ανατομία της σύστασης του Συλλόγου της 10ης Δεκέμβρη, του ιδιωτικού στρατού μπράβων του Louis-Napoleon:



Δίπλα σε παρηκμασμένους ελευθέριους με αμφίβολα μέσα διαβίωσης και εξίσου αμφίβολη καταγωγή, δίπλα σε κατεστραμμένα και φίλα προς την περιπέτεια βλαστάρια της αστικής τάξης, υπήρχαν πλάνητες, απολυμένοι φαντάροι, απελευθερωμένοι φυλακόβιοι, υποστατικοί που την είχαν κοπανήσει, αετονύχηδες, τσαρλατάνοι, lazzaroni, πορτοφολάδες, χαρτοπαίχτες, νταβατζήδες, ιδιοκτήτες πορνείων, αχθοφόροι, επαϊοντες της λογοτεχνίας, οργανοπαίχτες, κουρελοσυλλέκτες, γανωτές και ζητιάνοι—με λίγα λόγια μια ολάκερη άμορφη, αποσαρθρωμένη μάζα, που άγεται και φέρεται εδώ και εκεί, και που οι Γάλλοι ονομάζουνε Μποέμ. Από αυτό το συγγενικό στοιχείο σχημάτισε ο Βοναπάρτης τον πυρήνα του Συλλόγου της 10ης Δεκέμβρη. […] Αυτός ο Βοναπάρτης, ο οποίος ορίζει εαυτόν αρχηγό του λούμπεν προλεταριάτου, και ο οποίος μόνος του ανακαλύπτει και πάλι σε μαζική μορφή τα συμφέροντα που ο ίδιος εξυπηρετεί, ο οποίος αναγνωρίζει στα σκουπίδια, τα απομεινάρια και τα περιττώματα όλων των τάξεων τη μόνη τάξη στην οποία μπορεί να βασιστεί απροϋπόθετα, είναι ο αληθινός Βοναπάρτης, ο Βοναπάρτης χωρίς φιοριτούρες (sans phrases).



Η λογική του "Κόμματος της Τάξης" φτάνει εδώ στο ριζοσπαστικό της συμπέρασμα. Με τον ίδιο τρόπο που η μόνη κοινή συνιστώσα όλων των φιλοβασιλικών παρατάξεων είναι ο ρεπουμπλικανισμός, ο μόνος κοινός συντελεστής όλων των τάξεων είναι τα απορίμματα, τα περιττώματα, τα υπόλοιπα όλων των τάξεων. Δηλαδή, εφόσον ο ηγέτης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κάποιον που στέκεται πάνω από τα ταξικά συμφέροντα, η άμεση ταξική του βάση μπορεί να είναι μόνο τα αηδιαστικά απομεινάρια όλων των τάξεων, η πεταμένη μη-τάξη της κάθε τάξης. Και όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ σε ένα άλλο σημείο, η υποστήριξη αυτού του “κοινωνικού σιχάματος” επιτρέπει στην Βοναπάρτη να μετακινήσει τη θέση του όπως χρειάζεται κάθε φορά, εκπροσωπώντας κάθε τάξη με τη σειρά κόντρα στις άλλες.



Ως εκτελεστική εξουσία που έχει αυτονομηθεί, ο Βοναπάρτης νιώθει ως καθήκον του τη διαφύλαξη της “αστικής έννομης τάξης”. Αλλά η ισχύς της αστικής έννομης τάξης βρίσκεται στην αστική τάξη. Ποζάρει λοιπόν ως εκπρόσωπος της αστικής τάξης και εκδίδει διαταγές με αυτό το ένδυμα. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάποιος επειδή έχει συνθλίψει τη δύναμη αυτής της αστικής τάξης και συνεχίζει καθημερινά να την συνθλίβει. Ποζάρει επομένως, ως αντίπαλος της πολιτικής και λόγιας ισχύος της αστικής τάξης.


Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα —δηλαδή για να σταθεί ο ηγέτης πάνω απ’ τις τάξεις και να μην λειτουργεί ως άμεσος εκπρόσωπος καμμίας τάξης ατομικά, θα πρέπει να λειτουργεί ως εκπρόσωπος μίας συγκεκριμένης τάξης: της τάξης ακριβώς που δεν έχει συγκροτηθεί αρκετά για να αποτελεί ενωμένο παράγοντα που απαιτεί ενεργή εκπροσώπηση. Αυτή η τάξη ανθρώπων οι οποίοι δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους και άρα μπορούν μόνο να εκπροσωπηθούν είναι βέβαια η τάξη των μικρογαιοκτημόνων αγροτών, οι οποίοι



Αποτελούν μια τέραστια μάζα, τα μέλη της οποίας ζουν σε παρόμοιες συνθήκες αλλά χωρίς να εισέρχονται σε περίπλοκες σχέσεις μεταξύ τους. Ο τρόπος παραγωγής τους τα απομονώνει το ένα από το άλλο αντί να φέρνει σε αμοιβαία επαφή. Συνεπώς είναι ανίκανα να εφαρμόσουν τα ταξικά τους συμφέροντα εξ ονόματός τους, είτε μέσω Βουλής είτε μέσω Εθνικής Συνέλευσης. Δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους, πρέπει να εκπροσωπούνται. Ο εκπρόσωπός τους πρέπει την ίδια στιγμή να εμφανίζεται ως αφέντης τους, ως εξουσία επάνω τους, ως κάποια ατελεύτητη κυβερνητική ισχύς που τους προστατεύει από τις άλλες τάξεις και τους στέλνει τη βροχή και τη λιακάδα από ψηλά. Η πολιτική επιρροή των μικρογαιοκτημόνων αγροτών επομένως βρίσκει την τελική της έκφραση στην εκτελεστική εξουσία που καθυποτάσσει την κοινωνία στον εαυτό της.


Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά δημιουργούν την παράδοξη βάση της λαϊκιστικής-Βοναπαρτικής εκπροσώπησης: η αιώρηση πάνω από τις τάξεις, η μετακίνηση ανάμεσά τους, προϋποθέτει την άμεση εξάρτηση από τα απορίμματά τους, συν την τελική αναφορά στην τάξη αυτών που είναι ανίκανοι να δράσουν ως συλλογικός δράστης που απαιτεί πολιτική εκπροσώπηση. Το παράδοξο αυτό βασίζεται στην θεμελιακή υπερβολή της εκπροσώπησης σε σχέση με το εκπροσωπημένο. Στο επίπεδο του νόμου, η κρατική εξουσία απλά εκπροσωπεί τα συμφέροντα των υπηκόων της· τους υπηρετεί, είναι υπεύθυνη απέναντί τους και υπόκειται η ίδια στον έλεγχό τους. Στο επίπεδο όμως του υπερεγώ που ελλοχεύει, το δημόσιο μήνυμα της υπευθυνότητας συνοδεύεται από το αισχρό μήνυμα της απροϋπόθετης εξουσίας: “Δε με δεσμεύουν οι νόμοι, μπορώ να σας κάνω ότι θέλω, μπορώ να σας φερθώ ως ενόχους αν το αποφασίσω, μπορώ να σας καταστρέψω για ένα καπρίτσιο.” Αυτή το αισχρό πλεόνασμα είναι το απαραίτητο συστατικό της έννοιας της κυριαρχίας. Η ασυμμετρία εδώ έχει δομικό χαρακτήρα: ο νόμος μπορεί να συντηρήσει την εξουσία του αν τα υποκείμενα ακούν μέσα του την αντήχηση της αισχρής, απροϋπόθετης αυτο-επικύρωσης της εξουσίας.

Αυτό το πλεόνασμα ισχύος μας φέρνει στο τελικό επιχείρημα κατά των “μεγαλεπίβολων” πολιτικών παρεμβάσεων με στόχο την παγκόσμια αναμόρφωση: τις τρομακτικές εμπειρίες του 20ου αιώνα, μια σειρά από καταστροφές που ώθησαν την άσκηση ολέθριας βίας σε μια κλίμακα χωρίς προηγούμενο. Υπάρχουν τρεις βασικές θεωρητικοποιήσεις αυτών των καταστροφών. Πρώτον, η άποψη την οποία συμπυκνώνει το όνομα Χάμπερμας: ο διαφωτισμός είναι ο ίδιος μια θετική, χειραφετητική διαδικασία χωρίς εμμενείς “ολοκληρωτικές” δυνατότητες. Οι καταστροφές που έχουν προκύψει απλώς δείχνουν ότι ο διαφωτισμός παραμένει ανολοκλήρωτο εγχείρημα, και το καθήκον μας είναι να φέρουμε το εγχείρημα σε πέρας. Δεύτερον, η οπτική που συνδέεται με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάϊμερ και σήμερα, με τον Αγκάμπεν. Η “ολοκληρωτική” προδιάθεση του διαφωτισμού είναι εμμενής και καθοριστική, ο “διαχειριζόμενος κόσμος” είναι η πραγματική της συνέπεια, και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι γενοκτονίες είναι ένα είδος αρνητικού τελεολογικού σημείου στην συνολική ιστορία της δύσης. Τρίτον, η άποψη που αναπτύσσει στο έργο του ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ανάμεσα σε άλλους: η νεωτερικότητα ανοίγει ένα νέο πεδίο ελευθεριών αλλά ταυτόχρονα και κινδύνων, και δεν υπάρχει τελική τελεολογική εγγύηση για το αποτέλεσμα. Ο αγώνας παραμένει ανοιχτός και δεν έχει ακόμα κριθεί.

Το αρχικό σημείο του κειμένου του Μπαλμιπάρ για τη βία αφορά στην ανεπάρκεια της βασικής χεγκελιανο-μαρξιστικής έννοιας της “μετατροπής” της βίας σε εργαλείο της λογικής της ιστορίας, έτσι ώστε η ισχύς να παράξει ένα νέο κοινωνικό μόρφωμα. Η “παράλογη” ωμότητα της βίας υπερκεράζεται [aufgehoben] με την αυστηρά χεγκελιανή έννοια, καταλήγει δηλαδή να είναι ένας απλός “λεκές” που συνεισφέρει στην ευρύτερη αρμονία της ιστορικής προόδου. Ο 20ος αιώνας μας έχει φέρει αντιμέτωπους με καταστροφές —μερικές στραμμένες ενάντια στις μαρξιστικές πολιτικές δυνάμεις, άλλες παράγωγα της ίδιας της μαρξιστικής στράτευσης— οι οποίες δεν μπορούν να εκλογικευτούν με τέτοιο τρόπο. Η εργαλειοποίησή τους ως εργαλεία της “Πανουργίας της Λογικής” δεν είναι απλώς ηθικά απαράδεκτη αλλά και θεωρητικά λανθασμένη, ιδεολογική με την πιο αρνητική σημασία του όρου. Στην εκ τους σύνεγγυς ανάγνωσή του στον Μαρξ, ο Μπαλιμπάρ διακρίνει πάντως μια ταλάντωση ανάμεσα σε αυτή την τελεολογική “θεωρία μετατροπής” της βίας και σε μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα έννοια της ιστορίας ως ανοιχτής διαδικασίας ανταγωνιστικών συγκρούσεων, των οποίων το τελικό “θετικό” αποτέλεσμα δεν είναι εγγυημένο από καμμία ευρύτερη ιστορική αναγκαιότητα.

Ο Μπαλιμπάρ ισχυρίζεται ότι, για αναπόδραστους δομικούς λόγους, ο Μαρξισμός δεν μπορεί να στοχαστεί το πλεόνασμα βίας το οποίο αδυνατεί να ενσωματωθεί στο αφήγημα της ιστορικής προόδου. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορεί να προσφέρει μια επαρκή θεωρία του φασισμού και του σταλινισμού καθώς και των “ακραίων” τους συνεπειών, του Ολοκαυτώματος και των Γκούλαγκ. Επομένως, το καθήκον μας είναι διττό: να αναπτύξουμε μια θεωρία της ιστορικής βίας ως πράγματος το οποίο δεν μπορεί να εργαλειοποιηθεί από κανένα ιστορικό δράστη, και το οποίο απειλεί να τον περιδινίσει σε έναν αυτοκαταστροφικό φαύλο κύκλο. Και επίσης να θέσουμε το ερώτημα πώς μπορεί να μετατραπεί η ίδια η επαναστατική διαδικασία σε εκπολιτιστική δύναμη. Ως αντιπαράδειγμα, ας πάρουμε τη διαδικασία που οδήγησε στη σφαγή της νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου. Ο στόχος της Αικατερίνης των Μεδίκων ήταν περιορισμένος και ακριβής: επρόκειτο περί μακιαβελικού σχεδίου να δολοφονηθεί ο ναύαρχος de Coligny —ισχυρός προτεστάντης ο οποίος πίεζε για πόλεμο με την Ισπανία στην Ολλανδία— και να πέσει το φταίξιμο στους ώμους της υπέρ του δέοντος ισχυρής καθολικής οικογένειας των de Guise. Έτσι η Αικατερίνη προσπάθησε να εξασφαλίσει την κατάρρευση και των δύο οίκων που απειλούσαν την ενότητα του γαλλικού κράτους. Αλλά η προσπάθειά της να κάνει τους εχθρούς της να αλληλοεξοντωθούν οδήγησε σε ένα ανεξέλεγκτο λουτρό αίματος. Με τον ανελέητο πραγματισμό της, η Αικατερίνη παρέμεινε τυφλή σε ό,τι αφορά το πάθος με το οποίο οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στα θρησκευτικά τους πιστεύω.

Είναι κρίσιμη εδώ η ανάλυση της Χάνα Άρεντ, η οποία δίνει έμφαση στην διάκριση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την απλή άσκηση βίας. Οι οργανισμοί που διοικούνται από άμεση, μη πολιτικού χαρακτήρα δράση —ο στρατός, η εκκλησία, το σχολείο— αποτελούν παραδείγματα βίας και όχι πολιτικής ισχύος με την αυστηρή έννοια του όρου. Στο σημείο αυτό όμως χρειάζεται να θυμηθούμε την διάκριση ανάμεσα στον δημόσιο, συμβολικό νόμο και το αισχρό του παραπλήρωμα. Η έννοια του αισχρού διπλού παραπληρώματος της ισχύος υπονοεί ότι δεν υπάρχει ισχύς χωρίς βία. Ο πολιτικός χώρος δεν είναι ποτέ “αμιγής” αλλά περιλαμβάνει πάντοτε κάποιου είδους εξάρτηση από την προ-πολιτική βία. Φυσικά, η σχέση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την προ-πολιτική βία είναι σχέση αμοιβαίας υπονόησης. Η βία δεν είναι απλώς το αναγκαίο παραπλήρωμα της ισχύος, αλλά και η ισχύς βρίσκεται πάντοτε εκ των προτέρων στην ρίζα κάθε φαινομενικά “μη πολιτικής” σχέσης βίας. Η αποδεκτή βία και η άμεση σχέση υποταγής που χαρακτηρίζουν τον στρατό, την εκκλησία, την οικογένεια και άλλες “μη πολιτικές” κοινωνικές μορφές, αποτελούν οι ίδιες την πραγμοποίηση κάποιας ηθικοπολιτικής διαπάλης. Το καθήκον της κριτικής ανάλυσης είναι να διακρίνει την αποκρυμμένη πολιτική διαδικασία που στηρίζει όλες αυτές τις “μη-“ ή “προ-“ πολιτικές σχέσεις. Στην ανθρώπινη κοινωνία, το πολιτικό είναι η δομική αρχή που περικλείει όλα τα υπόλοιπα, και έτσι κάθε ουδετεροποίηση ενός μερικού περιεχομένου ως “μη πολιτικού” αποτελεί πεμπτουσία της πολιτικής χειρονομίας.






Δεν υπάρχουν σχόλια: