Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Slavoj Zizek-Ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα (πρώτο μέρος)


Slavoj Žižek

Ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα
Μτφρ: Radical Desire

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο περιοδικό New Left Review, νέος κύκλος, τεύχος 34, Ιούλιος-Αύγουστος 2005.

Τρεις είναι οι υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζονται γενικότερα οι σύγχρονες επικλήσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων στις φιλελεύθερες-αστικές κοινωνίες μας. Πρώτον, ότι οι επικλήσεις αυτές λειτουργούν κόντρα σε μορφές φονταμενταλισμού οι οποίες προσπαθούν να φυσικοποιήσουν χαρακτηριστικά που είναι ενδεχομενικά ή ιστορικά διαμορφωμένα. Δεύτερον, ότι ότι τα δύο βασικότερα δικαιώματα είναι η ελευθερία της επιλογής και το δικαίωμα να αφιερωθεί κανείς στην επίτευξη της απόλαυσης (αντί να θυσιαστεί για κάποιο υψηλότερο ιδεολογικό σκοπό). Και τρίτον, ότι η επίκληση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορεί να αποτελέσει τη βάση άμυνας απέναντι στις “ακρότητες της εξουσίας.”

Ας αρχίσουμε από τον φονταμενταλισμό. Εδώ, το κακό (για να παραφράσουμε τον Χέγκελ) βρίσκεται συχνά στο βλέμμα αυτού που το αντιλαμβάνεται. Ας πάρουμε τα Βαλκάνια της δεκαετίας του 90, τόπο εκτεταμένων παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Σε ποιο σημείο έγιναν τα Βαλκάνια —μια γεωγραφική περιοχή της νοτιοανανατολικής Ευρώπης— “Βαλκάνια”, με όλα όσα σηματοδοτεί η φράση για το Ευρωπαϊκό ιδεολογικό φαντασιακό σήμερα; Η απάντηση είναι: στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν άρχισαν να εκτίθενται πλήρως στις συνέπειες του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού. Το χάσμα ανάμεσα σε προηγούμενες δυτικοευρωπαϊκές αντιλήψεις και την “σύγχρονη” εικόνα είναι εντυπωσιακό. Στον 16ο αιώνα ο Γάλλος φυσιοδίφης Pierre Belon σημείωνε ότι “οι Τούρκοι δεν εξαναγκάζουν κανένα να ζει σαν Τούρκος.” Δεν αποτελεί συνεπώς έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί Εβραίοι βρήκαν άσυλο και θρησκευτική ελευθερία στην Τουρκία και σε άλλες μουσουλμανικές χώρες μετά την εκδίωξή τους από την Ισπανία του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλα το 1492. Το αποτέλεσμα ήταν —και εδώ είναι η ύψιστη ειρωνεία— ότι οι ταξιδιώτες απ’ τη δύση ενοχλούνταν από την δημόσια παρουσία των Εβραίων στις μεγάλες τουρκικές πόλεις. Ορίστε ένα από τα πολλά παραδείγματα, μια έκθεση του Ιταλού N. Bisani, ο οποίος επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 1788:


Ο ξένος που έχει δει την μισαλλοδοξία στο Λονδίνο και το Παρίσι θα εκπλαγεί εδώ βλέποντας μια εκκλησία ανάμεσα σε ένα τζαμί και μια συναγωγή, και ένα δερβίση δίπλα σε ένα καπουτσίνο μοναχό. Δεν ξέρω πώς η κυβέρνηση αυτή κατάφερε να αποδεχτεί στην αγκαλιά της θρησκείες τόσο αντίθετες με τη δική της. Πρέπει να οφείλεται στον εκφυλισμό του μωαμεθανισμού αυτή η ευτυχής αντίστιξη. Αυτό που είναι ακόμα εκπληκτικότερο είναι ότι βρίσκεις αυτό το πνεύμα ανεκτικότητας στους απλούς ανθρώπους· βλέπεις Τούρκους, Εβραίους, Καθολικούς, Αρμένηδες, Έλληνες και Προτεστάντες να συζητούν για τις δουλειές ή την αναψυχή με τέτοια αρμονία και καλή θέληση, λες και ανήκουν στην ίδια χώρα και θρησκεία.



Το ίδιο χαρακτηριστικό που σήμερα υμνείται στη δύση ως σημάδι της πολιτιστικής της ανωτερότητας —το πνεύμα και η πρακτική της πολυπολιτισμικής ανεκτικότητας— απορρίπτεται λοιπόν ως συνέπεια του ισλαμικού “εκφυλισμού.” Η παράξενη μοίρα των τραπιστών μοναχών της Etoile Marie είναι εξίσου διαφωτιστική. Αφού απελάθηκαν από την Γαλλία από το καθεστώς Ναπολέοντα, εγκαταστάθηκαν στην Γερμανία, από όπου εκδιώχθηκαν το 1868. Και επειδή δεν τους δεχόταν κανένα άλλο χριστιανικό κράτος, ζήτησαν την άδεια του Σουλτάνου να αγοράσουν γη κοντά στη Μπάνια Λούκα, στο σερβικό κομμάτι της σημερινής Βοσνίας, όπου και έζησαν καλά και εμείς καλύτερα —μέχρι που παγιδεύτηκαν στις βαλκανικές συγκρούσεις μεταξύ Χριστιανών.

Πού έχουν λοιπόν την απαρχή τους τα φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά —η θρησκευτική μισαλλοδοξία, η εθνοτική βία, η εμμονή με το ιστορικό τραύμα— που η δύση συνδέει σήμερα με τα Βαλκάνια; Ξεκάθαρα, στην ίδια την δύση. Σε μια έξοχη εκδήλωση του “ανακλαστικού καθορισμού” του Χέγκελ, αυτό που παρατηρούν και για το οποίο ολοφύρονται οι δυτικοευρωπαίοι στα Βαλκάνια είναι αυτό που έφεραν οι ίδιοι· αυτό που αντιμάχονται είναι η ίδια τους η ιστορική κληρονομιά σε κατάσταση αμόκ. Ας μην ξεχνάμε ότι τα δύο μεγάλα εγκλήματα που αποδίδονται στους Τούρκους στον 20ο αιώνα —η γενοκτονία των Αρμενίων και ο κατατρεγμός των Κούρδων— δεν αφορούν παραδοσιακές μουσουλμανικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά στρατιωτικούς εκσυγχρονιστές που θέλησαν να απελευθερώσουν την Τουρκία από το άχθος της παράδοσης και να την μετατρέψουν σε ευρωπαϊκό κράτος. Το παλιό ευφυολόγημα του Mladen Dolar, προϊόν αναλυτικής ανάγνωσης των αναφορών του Φρόϋντ στην περιοχή —ότι δηλαδή το ευρωπαϊκό ασυνείδητο είναι δομημένο σαν τα Βαλκάνια— είναι λοιπόν κατά κυριολεξία αληθές: μέσω της εταιρότητας των “Βαλκανίων”, η Ευρώπη αντικρύζει το “ξένο μέσα της”, το δικό της απωθημένο.

Θα μπορούσαμε όμως να εξετάσουμε και τους τρόπους με τους οποίους η φονταμενταλιστική ουσιοποίηση των ενδεχομενικών χαρακτηριστικών είναι η ίδια χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης-καπιταλιστικής δημοκρατίας. Είναι της μόδας να παραπονιόμαστε ότι η ιδιωτική ζωή βρίσκεται υπό απειλή ή ακόμα και υπό κίνδυνο αφάνισης εξαιτίας της τάσης των ΜΜΕ να εκθέτουν τις πιο μύχιες προσωπικές λεπτομέρειες του καθένα στην κοινή θέα. Αλήθεια είναι, αλλά με την προϋπόθεση ότι αντιστρέφουμε τους όρους: αυτό που εξαφανίζεται στην πραγματικότητα είναι η δημόσια ζωή, η δημόσια σφαίρα ως τέτοια, ο χώρος όπου κάποιος μπορεί να λειτουργήσει ως συμβολικός δράστης που δεν μπορεί να περισταλεί σε ιδιώτη, σε μια δέσμη προσωπικών χαρακτηριστικών, επιθυμιών, τραυμάτων και ιδιοσυγκρασιών. Είναι λοιπόν βαθιά παραπλανητικό το κλισέ της “κοινωνίας του ρίσκου” σύμφωνα με το οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του ως εντελώς αποστερημένο φύσης, βλέποντας ακόμα και τα πιο “φυσικά” του χαρακτηριστικά, από την εθνοτική του ταυτότητα ως τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, ως επιλογές, ιστορικές ενδεχομενικότητες, ή συνέπειες εκμάθησης. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι η αντίστροφη διαδικασία: μια χωρίς προηγούμενο επαναφυσικοποίηση. Όλα τα μεγάλα δημόσια θέματα μεταφράζονται πλέον σε συμπεριφορές που αφορούν στην ρύθμιση “φυσικών” ή “προσωπικών” ιδιοσυγκρασιών.

Τούτο εξηγεί και το γιατί, γενικότερα, οι ψευδο-φυσικοποιημένες εθνο-θρησκευτικές συγκρούσεις είναι η μορφή διαπάλης που αρμόζει καλύτερα στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Στην εποχή της “μεταπολιτικής”, όταν η πολιτική ως τέτοια αντικαθίσταται σταδιακά από την κοινωνική διαχείριση των ειδικών, οι μοναδικές πηγές σύγκρουσης που έχουν απομείνει είναι οι πολιτισμικές (θρησκευτικές) ή φυσικές (εθνοτικές) εντάσεις. Και η “αξιολόγηση” είναι το μέσο ρύθμισης της κοινωνικής ανέλιξης που ταιριάζει σε αυτή την επαναφυσικοποίηση. Ίσως έχει έρθει η ώρα να επιβεβαιώσουμε ως αλήθεια της αξιολόγησης την διαστροφική λογική στην οποία αναφέρεται ειρωνικά ο Μαρξ κατά την περιγραφή του φετίχ του εμπορευματικού αγαθού, όταν και παραπέμπει στην συμβουλή του Dogberry στον Seacoal στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου: “Το να είσαι προνομιούχος είναι δώρο της τύχης· αλλά το να γράφεις και να διαβάζεις έρχεται απ’ τη φύση.” Το να είσαι ειδικός Η/Υ ή επιτυχημένος μάνατζερ είναι δώρο της φύσης σήμερα, αλλά τα ωραία χείλη ή μάτια αφορούν στην κουλτούρα.


Η ανελευθερία της επιλογής

Σε ό,τι αφορά την ελευθερία της επιλογής: έχω μιλήσει αλλού σχετικά με την ψευδο-επιλογή που δίνουν στους εφήβους οι κοινότητες των Άμις όταν, αφού τους μεγαλώσουν με τον αυστηρότερο τρόπο, τους προσκαλούν στα δεκαεπτά τους να βυθιστούν σε κάθε ακρότητα της σύγχρονης καπιταλιστικής κουλτούρας —τον κυκεώνα γρήγορων αυτοκινήτων, άγριου σεξ, αλκοόλ κλπ. Μετά από ένα με δυο χρόνια τους επιτρέπουν να επιλέξουν αν επιθυμούν να επιστρέψουν στον παραδοσιακό τρόπο ζωής των Άμις. Εφόσον ανατράφηκαν αγνοώντας ουσιαστικά την αμερικανική κοινωνία, οι νεαροί είναι ανέτοιμοι να ανταπεξέλθουν σε τέτοια επιτρεπτικότητα, κάτι το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις επιφέρει αβάσταχτο άγχος. Η συντριπτική πλειοψηφία επιλέγει να επιστρέψει στην απομόνωση των κοινοτήτων των Άμις. Πρόκεται για το τέλειο παράδειγμα των δυσκολιών που χωρίς διαφοροποίηση περιβάλλουν την “ελευθερία της επιλογής”: ενώ τυπικά δίνεται ελεύθερη επιλογή στα παιδιά των Άμις, οι συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να αποφασίσουν καθιστούν την επιλογή ανελεύθερη.

Το πρόβλημα της ψευδο-επιλογής αναδεικνύει επίσης τους περιορισμούς της συνήθους φιλελεύθερης αντιμετώπισης των μουσουλμάνων γυναικών που φορούν πέπλο: είναι αποδεκτό εφόσον αποτελεί δική τους ελεύθερη επιλογή και όχι κάτι που επιβάλλεται από τους συζύγους ή την οικογένειά τους. Όμως τη στιγμή που μια γυναίκα φοράει πέπλο ως συνέπεια προσωπικής επιλογής, το νόημά του αλλάζει εντελώς: δεν αποτελεί πλέον σημάδι του ανήκειν στη μουσουλμανική κοινότητα αλλά έκφραση μιας ιδιοσυγκρασιακής ατομικότητας. Με άλλα λόγια, η επιλογή είναι πάντα μετα-επιλογή, μια επιλογή για την τροπικότητα [modality] της ίδιας της επιλογής: είναι μόνο η γυναίκα η οποία δεν επιλέγει να φορέσει πέπλο που ουσιαστικά επιλέγει μια επιλογή. Για αυτό και στις κοσμικές φιλελεύθερες δημοκρατίες μας, αυτοί που διατηρούν ουσιώδη υπακοή σε μια θρησκεία βρίσκονται σε μειονεκτική θέση: η πίστη τους είναι “ανεκτή” ως προσωπική επιλογή, αλλά τη στιγμή που την παρουσιάζουν δημόσια ως αυτό που είναι για τους ίδιους —θέμα ουσιώδους ανήκειν— κατηγορούνται για “φονταμενταλισμό.” Προφανώς, το “υποκείμενο της ελεύθερης επιλογής”, με την “ανεκτική”, πολυπολιτισμική έννοια, μπορεί να παραχθεί μόνο ως συνέπεια της εξαιρετικά βίαιας διαδικασίας του ξεριζωμού από τον οικείο πολιτισμικό κόσμο κάποιου.

Η υλική ισχύς της ιδεολογικής έννοιας της “ελεύθερης επιλογής” μέσα στην καπιταλιστική δημοκρατία διασαφηνίστηκε επαρκώς από τη μοίρα του υπέρ του δέοντος ταπεινόφρονου σχεδίου μεταρρύθμισης της υγείας επί Κλίντον. Το ιατρικό λόμπι (που είναι δύο φορές ισχυρότερο από το περιβόητο στρατιωτικό) πέτυχε να επιβάλει στην κοινή γνώμη την ιδέα ότι η ιατρική κάλυψη για όλους θα απειλήσει με κάποιο τρόπο την ελευθερία επιλογής σε θέματα υγείας. Μπροστά σε αυτή την πεποίθηση, κάθε απαρίθμηση των “απλών αληθειών” αποδείχθηκε αναποτελεσματική. Βρισκόμαστε εδώ στην καρδιά της φιλελεύθερης ιδεολογίας: την ελευθερία επιλογής, η οποία βασίζεται στην έννοια του “ψυχολογικού” υποκειμένου που επενδύεται με εφέσεις τις οποίες αγωνίζεται να υλοποιήσει. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή της “κοινωνίας του ρίσκου”, όπου η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να μας πουλήσει τις ίδιες τις ανασφάλειες που δημιούργησε η διάλυση του κράτους πρόνοιας ως ευκαιρία για νέες ελευθερίες. Αν η προσαρμοστικότητα της εργασίας σημαίνει ότι είσαι αναγκασμένος να αλλάζεις δουλειά κάθε χρόνο, γιατί να μην το δεις ως απελευθέρωση από τα δεσμά μια μόνιμης καριέρας, μια ευκαιρία να επανεφεύρεις τον εαυτό σου και να υλοποιήσεις τις κρυμμένες δυνατότητες της προσωπικότητάς σου; Αν η βασική σου ασφάλεια υγείας και το συνταξιοδοτικό σου είναι ανεπαρκή, αν δηλαδή πρέπει να αγοράσεις επιπρόσθετη κάλυψη, γιατί να μην το δεις σαν άλλη μια ευκαιρία να διαλέξεις είτε καλύτερη ζωή τώρα είτε μακροπρόθεσμη ασφάλεια; Και αν αυτή η κατάσταση σου δημιουργεί ανασφάλεια, ο ιδεολόγος της “δεύτερης νεωτερικότητας” θα σου δώσει τη διάγνωση ότι προσπαθείς να αποφύγεις την ελευθερία, ότι προσκολλάσαι ανώριμα σε παλιές και σταθερές νόρμες. Ακόμα καλύτερα, όταν αυτά εγγραφούν στην ιδεολογία του υποκειμένου ως "ψυχολογικού” ατόμου, το οποίο κρύβει μέσα του φυσικές ικανότητες, θα τείνεις αυτόματα να ερμηνεύεις όλες αυτές τις αλλαγές ως προϊόντα της προσωπικότητάς σου, όχι ως συνέπειες του άγεσθαι και φέρεσθαι από τις δυνάμεις της αγοράς.


Η πολιτική της απόλαυσης

Τι γίνεται με το βασικό δικαίωμα στο κυνήγι της απόλαυσης [jouissance]; Η πολιτική σήμερα ασχολείται όλο και περισσότερο με την πρόκληση και τον έλεγχο της απόλαυσης. Η αντίθεση μεταξύ της φιλελεύθερης-ανεκτικής δύσης και του φονταμενταλιστικού Ισλάμ συμπυκνώνεται τις περισσότερες φορές στη μορφή της σύγκρουσης μεταξύ του γυναικείου δικαιώματος στη σεξουαλικότητα, περιλαμβανομένης της ελευθερίας στην έκθεση του σώματός της και στην σεξουαλική πρόκληση των ανδρών· και από την άλλη πλευρά, των απέλπιδων ανδρικών προσπαθειών να κατασταλεί ή να ελεγχθεί αυτή η απειλή (οι Ταλιμπάν απαγόρευσαν τα τακούνια με μεταλική επένδυση στις γυναίκες, διότι οι μεταλικοί ήχοι που εκπέμπονται κάτω από μια μπούρκα η οποία καλύπτει τα πάντα θα μπορούσαν να έχουν ανεξέλεγκτη ερωτική σαγήνη).

Και οι δύο πλευρές, βέβαια, μυθοποιούν την θέση τους ιδεολογικά και ηθικά. Για τη δύση, το δικαίωμα των γυναικών να εκτίθενται προκλητικά στην ανδρική επιθυμία νομιμοποιείται ως δικαίωμα να απολαμβάνουν το σώμα τους όπως επιθυμούν οι ίδιες. Για το Ισλάμ, ο έλεγχος της γυναικείας σεξουαλικότητας νομιμοποιείται ως υπεράσπιση της αξιοπρέπειας των γυναικών από την κατάπτωσή τους σε αντικείμενα ανδρικής εκμετάλλευσης. Οπότε όταν το γαλλικό κράτος απαγορεύει στις νεαρές μουσουλμάνες την ένδυση με πέπλο στα σχολεία, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έτσι τους επιτρέπει να κάνουν τα σώματά τους ό,τι θέλουν. Αλλά επίσης μπορεί να ισχυριστεί ότι το πραγματικό τραυματικό σημείο για τους επικριτές του μουσουλμανικού "φονταμενταλισμού" είναι ότι υπήρχαν γυναίκες που δεν συμμετείχαν στο παιχνίδι της έκθεσης του σώματός τους στη σεξουαλική αποπλάνηση, ή της κοινωνικής ανταλλαγής και της διακίνησης που εξυπακούονται από αυτό. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλα τα άλλα θέματα —ο γάμος ομοφυλοφίλων, η υιοθεσία, η έκτρωση, το διαζύγιο —σχετίζονται μ' αυτό. Αυτό που μοιράζονται οι δύο πόλοι είναι μια αυστηρή, πειθαρχική προσέγγιση η οποία κατευθύνεται διαφορετικά: οι "φονταμενταλιστές" ρυθμίζουν την γυναικεία παρουσίαση για να αποφύγουν τη σεξουαλική πρόκληση· οι φεμινίστριες φιλελεύθερες της πολιτικής ορθότητας επιβάλλουν όχι λιγότερο αυστηρές ρυθμίσεις της συμπεριφοράς με στόχο τον περιορισμό μορφών παρενόχλησης.

Οι φιλελεύθερες συμπεριφορές απέναντι στον άλλο χαρακτηρίζονται τόσο από σεβασμό και καταδεκτικότητα για την ετερότητα, όσο και από την εμμονή με το φόβο της παρενόχλησης. Με λίγα λόγια, ο άλλος είναι καλοδεχούμενος εφόσον η παρουσία του δεν είναι ενοχλητική, και άρα εφόσον δεν είναι όντως άλλος. Η ανεκτικότητα ταυτίζεται έτσι με το αντίθετό της. Η υποχρέωσή μου να είμαι ανεκτικός προς τον άλλο σημαίνει στην ουσία ότι δεν πρέπει να τον/την πλησιάσω υπερβολικά, δεν πρέπει να εισβάλλω στον χώρο του —με λίγα λόγια, ότι πρέπει να σεβαστώ την έλλειψη ανοχής του απέναντι στην υπερβολική μου εγγύτητα. Και αυτό αναδύεται όλο και περισσότερο ως το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα της αναπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας: το δικαίωμα να μην "παρενοχλούμαι", δηλαδή να παραμένω σε ασφαλή απόσταση από τους άλλους. Το ίδιο ισχύει και για την ανερχόμενη λογική του ανθρωπιστικού ή φιλειρηνικού μιλιταρισμού. Ο πόλεμος είναι αποδεκτός εφόσον χρησιμοποιείται για να φέρει ειρήνη, ή δημοκρατία, ή τις συνθήκες για την διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας. Και δεν ισχύει μήπως ακόμη πιο πολύ το ίδιο για τη δημοκρατία και για τα ίδια τα ανθρώπινα δικαιώματα; Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αποδεκτά εφόσον “επανακαθορίζονται” ώστε να περιλαμβάνουν τη χρήση βασανιστηρίων και την επιβολή μονίμου κατάστασης κρατικής επιφυλακής. Η δημοκρατία είναι αποδεκτή εφόσον εξαγνιστεί από τις λαϊκιστικές της ακρότητες και περιοριστεί σε αυτούς που είναι αρκετά ώριμοι για να την εφαρμόσουν.

Παγιδευμένοι καθώς είμαστε στον φαύλο κύκλο της υποχρεωτικής απόλαυσης, ο πειρασμός είναι να διαλέξουμε αυτό που εμφανίζεται ως "φυσικό" της αντίθετο, τη βίαια αποκήρυξη της απόλαυσης. Αυτό ίσως είναι το συνδετικό μοτίφ όλων των λεγόμενων φονταμενταλισμών —η προσπάθεια να ασκηθεί έλεγχος σε αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται ως τον πλεοναστικό "ναρκισιστικό ηδονισμό" της σύγχρονης κοσμικής κουλτούρας μέσα από το κάλεσμα για την επιστροφή στο πνεύμα της θυσίας. Μια ψυχαναλυτική προοπτική μας επιτρέπει αμέσως να καταλάβουμε γιατί αυτή η προσπάθεια αποτυγχάνει. Η ίδια η χειρονομία αποποίησης της απόλαυσης —"αρκετή παρακμιακή αυταρέσκεια! Αποτάξτε και εξαγνίστε!"— παράγει το δικό της πλεόνασμα απόλαυσης. Δεν αποπνέουν όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που απαιτούν από τα υποκείμενά τους βίαια αυτοθυσία για την επίτευξη του μεγάλου στόχου τη δυσωδία μιας εμμονής με τη θανατηφόρο και αισχρή απόλαυση; Αντιστρόφως, η ζωή η οποία προσανατολίζεται προς την απόλαυση περιλαμβάνει τη σκληρή πειθαρχία της "υγιεινής ζωής" —τζόγκινγκ, δίαιτα, πνευματική ανάπαυση— αν θέλεις να την απολαύσεις στο μέγιστο. Η διαταγή του υπερεγώ να ευχαριστηθείς σχετίζεται εμμενώς με τη λογική της θυσίας. Οι δυο τους δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο, με το κάθε άκρο να ανατροφοδοτεί το άλλο. Η επιλογή δεν είναι ποτέ απλώς ανάμεσα στην επιτέλεση του καθήκοντος και την μέριμνα για την ηδονή και την ικανοποίηση. Αυτή η πρωταρχική επιλογή συνοδεύεται πάντα από μια δεύτερη, ανάμεσα στην αναγωγή του κυνηγιού της ηδονής σε υπέρτατο καθήκον, και στην επιτέλεση του καθήκοντος όχι για χάρη του ίδιου του καθήκοντος αλλά χάρη στην απόλαυση την οποία αποφέρει. Στην πρώτη περίπτωση, καθήκον μου είναι οι απολαύσεις, και το "παθολογικό" κυνήγι της ηδονής τοποθετείται στον μορφολογικό χώρο του καθήκοντος. Στη δεύτερη περίπτωση, το καθήκον είναι ευχαρίστησή μου, και το να κάνω το καθήκον μου τοποθετείται στον μορφολογικό χώρο των "παθολογικών" απολαύσεων.









Δεν υπάρχουν σχόλια: