Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Η ντροπή του να πεθαίνεις




Τα χέρια όμως ενός απ' τους συνεργάτες ήταν ήδη στο λαρύγγι του Κ., ενώ ο άλλος έμπηξε το μαχαίρι βαθιά μεσ' την καρδιά του και το στριφογύρισε εκεί δύο φορές. Με μάτια που έκλειναν ο Κ. τους έβλεπε ακόμα ευθύς μπροστά του, μάγουλο με μάγουλο, να κοιτάζουν την τελική πράξη. 'Σαν το σκυλί!' είπε· και ήταν σαν να έπρεπε να επιβιώσει του ίδιου η ντροπή.
Franz Kafka, Η Δίκη


Για τον Mr. Smith, felis catus, 1994-2008.


Όλα ξεκινούν με ένα μικρό ερμηνευτικό ερώτημα, μια καθαρά τοπικού χαρακτήρα θολότητα που δυσχεραίνει την κατανόηση των τελευταίων γραμμών ενός από τα κλασικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα. Ο Κ. πεθαίνει, αυτό είναι σίγουρο. Πεθαίνει όμως βυθισμένος στην ντροπή, μια ντροπή τόσο αυθόρμητη, τόσο ανεξέλεγκτη, που τον προκαλεί να αποχαιρετήσει τη ζωή με μια σπαρακτική αποστροφή: "σαν το σκυλί!" Πώς πεθαίνει ένα σκυλί; Γιατί σχετίζεται ο θάνατός του με το συναίσθημα της ντροπής; Και τι σημαίνει το γεγονός ότι η φαινομενικά ανεξήγητη αυτή ντροπή που πλημμυρίζει τον Κ., αυτή η ντροπή χωρίς προφανή αιτία ή αντικείμενο, μοιάζει την ύστατη στιγμή να "επιβιώνει" του ίδιου του θανάτου, σαν κάποιου είδους αινιγματική κληρονομιά;


Ι.
Από πολύ νωρίς, ο φιλοσοφικός λόγος θα στραφεί γύρω από τις έννοιες του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας του φιλοσοφώντος. Ο φιλόσοφος σέβεται τον εαυτό του και προκαλεί το σεβασμό. Πρώτα και βασικότερα γιατί είναι αυτός που ξέρει να πεθαίνει: δεν είναι μόνο ο Σωκράτης της Απολογίας που παραδίδει μαθήματα νηφαλιότητας απέναντι στον θάνατο. Ο Ηράκλειτος, ο Επίκουρος (όπως είδαμε παλαιότερα), οι Στωϊκοί, ο Διογένης, ο Kant όπως τον φαντάζεται ο Thomas de Quincey στο Οι τελευταίες μέρες του Ιμμάνουελ Καντ (1827), ο Heidegger του "είναι προς τον θάνατο", ο Derrida του "Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει" και εκατοντάδες άλλοι--μας τους θυμίζει το Βιβλίο των Νεκρών Φιλοσόφων του Simon Critchley--είναι οι εκφραστές του φιλοσοφείν ως αταραξίας απέναντι στο θάνατο, της τέχνης του να πεθαίνεις χωρίς ντροπή. Και ο ολοφυρμός απέναντι στην παράλογη αναγκαιότητα του θανάτου αποτελεί ντροπή, όνειδος. Σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφία, το όνειδος που συνδέεται με το θάνατο αφορά όχι το ίδιο το γενονός του θανάτου σου όπως στην περίπτωση του Κ., αλλά την αδυναμία να το υποδεχτείς με τη δέουσα εγκράτεια και αξιοπρέπεια.

ΙΙ.
Καλύτερα όμως να μη βιαστούμε να εξορίσουμε εντελώς τη ντροπή από την θανατοκεντρική ζωή της φιλοσοφίας. Το αντίθετο μάλλον: η αξιοπρέπεια του φιλοσόφου, και πάνω από όλα του φιλοσόφου της κλασικής εποχής, οφείλεται ακριβώς στην έλλειψη ξεδιαντροπιάς--μια αρετή της οποίας η εκφορά μέσω διπλής άρνησης θα έπρεπε να μας προϊδεάσει για την μάλλον παράξενη και ιδιόρρυθμη θέση της ντροπής στη δυτική φιλοσοφική σκέψη. Η ντροπή που έχει αξία για την φιλοσοφία είναι η αιδώς. Στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του για την έννοια της ντροπής, ο Γερμανός φιλόλογος Rold Tiedemann αναφέρεται στη φράση του Theodor Adorno ότι "η ντροπή [ως αιδώς] είναι η μεγάλη ελληνική φιλοσοφική κατηγορία" και συμπληρώνει ότι "αρχικά οι Έλληνες μοιάζουν να θεωρούν την ντροπή και την συναφούς σημασίας ντροπαλότητα (αιδώς και αισχύνω) ως ένα είδος δέους με το οποίο ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το πνευματικό και μυστηριώδες. Σε εκκοσμικευμένη μορφή, η αιδώς βρίσκεται ήδη στον Όμηρο, με την έννοια του σεβασμού προς τους γονείς ή τους βασιλείς." Ταυτόχρονα, η αιδώς παρέπεμπε στις αρετές του σεβασμού και της δέουσας ευαισθησίας απέναντι στους ίσους και έτσι άπτονταν της "αυλικής ευγενείας." Ο Πλάτωνας του Συμποσίου αναφέρεται (μέσω του Φαίδρου) στην αιδώ ως αρετή, εξηγώντας ότι η αιδώς απέναντι στο όνειδος, απέναντι σε αυτό που είναι ντροπιαστικό, συνδέεται με την καλλιέργεια της αξιοπρέπειας και της ομορφιάς. Ταυτόχρονα, όμως, συμπεραίνει ο Tiedemann, οι Έλληνες αντιλαμβανόταν την αιδώ μόνο σε συνάρτηση με την κοινωνία και όχι ως ατομικιστική έννοια. Η μετακύλιση του συναισθήματος της ντροπής από τον δημόσιο χώρο σε αυτόν της καθαρά ιδιωτικής, εσωτερικής εμπειρίας, αποτελεί ίδιον του πρώιμου χριστιανισμού. Ο Spinoza γνωρίζει την ντροπή μόνο ως tristitia, ως το ενοχλητικό συναίσθημα που προκαλεί η προεικόνιση της κριτικής των άλλων για μια πράξη μας. Η νεωτερικότητα θα χαρακτηριστεί σε πρώτο στάδιο από την καθαρή ιδιωτικοποίηση της ντροπής, την μετατροπή της σε συναίσθημα το οποίο οριοθετεί και διαφυλάσσει τη σφαίρα του βαθιά προσωπικού, και, σε δεύτερο στάδιο (ουσιαστικά, μόνο στον 20ο αιώνα), από την καταδίκη της, την αναγωγή της σε μια έκφανση καταπίεσης και λογοκρισίας της προσωπικότητας που πρέπει να απαλειφεί. Η ανακάλυψη της ψυχαναλυτικής κατηγορίας του υπερεγώ ως εσωτερικού κατασταλτικού μηχανισμού αποτελεί την αρχή του τέλους της ντροπής για τις δυτικές κοινωνίες, τη μετατροπή της σε αξιογέλαστη και αξιοκατάκριτη εμμονή, σε εχθρό της ίδιας της ευτυχίας. Είμαστε όλοι, ιδιαίτερα μετά τη σεξουαλική επανάσταση του 60, παιδιά της Ζουλιέτ του de Sade, άτομα λίγο-πολύ υποχρεωμένα να υποπτεύονται το μάταιο και ανόητο της συστολής που επιβάλλει η αισχύνη.

ΙΙΙ.
Ο Tiedemann όμως δεν εξαντλεί κατά την άποψή μου το πολύπλοκο νοηματικό φάσμα που απλώνεται γύρω από την έννοια της ντροπής στη δυτική σκέψη. Το "σαν το σκυλί!" του Κάφκα μας δίνει το έναυσμα για μια τρίτη γραμμή διερεύνησης. Είπαμε στην αρχή ότι ο φιλοσοφικός λόγος στην κλασική εποχή έχει ως κυρίαρχο μέλημα την πρόταξη του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας. Το πρόταγμα αυτό θα παραμείνει ζωντανό στην φιλοσοφική σκέψη της Αναγέννησης βέβαια, αλλά επεκτεινόμενο πλέον στο ανθρώπινο είδος αυτό καθαυτό. Η σημαντική πραγματεία του Pico della Mirandola για την Αξιοπρέπεια του Ανθρώπου (1486) δίνει τον γενικό τόνο: η αξιοπρέπεια μετατρέπεται όχι σε προνόμιο των ισχυρών αλλά σε γενικής ισχύος ανθρώπινη αξία. Για τους Έλληνες, που έχουν ενσωματώσει τόσο τη δουλεία όσο και τον αποκλεισμό των γυναικών από την πολιτική κοινωνία, μια τέτοια ιδέα δεν θα μπορούσε να έχει βάση. Η αξιοπρέπεια στην ελληνική περίπτωση έχει νόημα ως αξία ακριβώς γιατί είναι αξία κατ' αποκλειστικότητα, γιατί παραμένει μη κοινωνικά προσβάσιμη σε ορισμένες ομάδες πληθυσμού. Το να φέρεται κανείς αναξιοπρεπώς είναι το να φέρεται ως γυναίκα ή ως δούλος, να εκπίπτει δηλαδή από την φυσική του θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Η Αναγέννηση δεν απαλείφει την κοινωνικά αποκλειστική φύση της αξιοπρέπειας. Μάλλον μετατοπίζει το έτερό της από αυτή ή την άλλη ανθρώπινη ομάδα στο σύνoρο ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος και τα άλλα έμβια είδη, κυρίως αυτά που ανήκουν στην ίδια συνομοταξία, τα θηλαστικά: Ο άνθρωπος είναι αξιοπρεπής γιατί αισθάνεται ντροπή, γιατί είναι ικανός να αισθανθεί ντροπή σε αντίστιξη με το ζώο, που στερείται κάθε πρόσβαση σ' αυτή. Το ζώο, από την άλλη, είναι ξεδιάντροπο, είναι η εικόνα μια πεπτωκυίας, εγκατελειμμένης φύσης που έχει απωλέσει το στίγμα της ντροπής (και άρα του προπατορικού αμαρτήματος, της εξορίας απ' τον Παράδεισο) χωρίς να έχει, για αυτό το λόγο, κερδίσει την παραδείσια ζωή. Το ζώο ζει ένα Καθαρτήριο που δεν έχει τέλος. Είναι αθώο όχι μόνο της ενοχής αλλά και της ίδιας της αθωότητας· δεν μπορεί ποτέ να έχει την προοπτική της τελικής δικαίωσης, της τελικής αθώωσης ή σωτηρίας. Και είναι η κατεξοχήν έκφραση αυτού για το οποίο ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να ντρέπεται: της γύμνιας της σάρκας του και της δημόσιας και χωρίς αισχύνη επιτέλεσης των βιολογικών αναγκών της. Στο εξαιρετικό Η διαδικασία του πολιτισμού, ο Norbert Elias μας παρουσιάζει την κοπιώδη και μακρόχρονη προσπάθεια επιβολής της σωματικής αξιοπρέπειας στον άνθρωπο μέσω του στιγματισμού ως ντροπιαστικών μιας σειράς βιολογικών λειτουργιών. Η διαδικασία αυτή δεν θα μπορούσε να επιτελεστεί όμως χωρίς την απειλητική προοπτική της κατάπτωσης στην κατάσταση του ζώου. Αυτό που προκαλεί ντροπή στην εποχή της πρώιμης νεωτερικότητας είναι αυτό που μας θυμίζει τα δεσμά που συνεχίζουν να μας δένουν με το ζώο, αυτό που αναβιώνει το φάντασμα του ζώου μέσα μας. Η επονείδιστη συμπεριφορά είναι πάνω από όλα η συμπεριφορά που ανατρέπει τη φυσική ιεραρχία των πλασμάτων και επιστρέφει τον άνθρωπο στην εγκατελειμμένη ύπαρξη του ζώου.

ΙV.
To ζώο λοιπόν είναι για τον χριστιανικό ανθρωπισμό της Αναγέννησης αυτό το οποίο στερείται της ικανότητας να αισθανθεί ντροπή και η ντροπή με τη σειρά της αυτή που οριοθετεί, ανάμεσα σε άλλα, την πάντα επισφαλή διαφορά του ανθρώπου απ' το ζώο. Επισφαλή γιατί όπως προαναφέραμε ο άνθρωπος παραμένει ικανός να κατρακυλήσει στην κατάσταση του ζώου, δηλαδή να απωλέσει το συναίσθημα της αισχύνης. Αλλά όχι μόνο. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια βιολογική λειτουργία για την οποία τα ζώα, τουλάχιστον τα θηλαστικά, μοιάζουν να αισθάνονται ντροπή: ο θάνατος. Το θνησιγενές θηλαστικό απομακρύνεται απ' τα άλλα ζώα και από τους ανθρώπους, ακόμη και αυτούς με τους οποίους έζησε μια ζωή. Απομονώνεται οικειοθελώς από την κοινότητα των ζωντανών. Στα ανθρώπινα μάτια, μοιάζει να ντρέπεται για πρώτη και μοναδική φορά, να ντρέπεται κόντρα σε κάθε λογική που το θέλει ανίκανο ντροπής, και κόντρα σε κάθε διαθέσιμη φιλοσοφική κωδικοποίηση του ντροπιαστικού, του άξιου ντροπής: να ντρέπεται που πεθαίνει. Κόντρα σε κάθε διαθέσιμη φιλοσοφική κωδικοποίηση: το αναπόδραστο του θανάτου βιολογικά φαίνεται να εξαιρεί το θνήσκειν από τη ζώνη του ντροπιαστικού, αν και άλλες, εξίσου αναπόδραστες, βιολογικές λειτουργίες περιβλήθηκαν στην νεώτερη εποχή από τη ντροπή. Ντροπιαστικός, όπως ήδη είδαμε, είναι για τη φιλοσοφία ο πανικός ή ο ολοφυρμός απέναντι στο θάνατο· ντροπιαστική είναι η αξιοκατάκριτη συμπεριφορά εν ζωή· ντροπιαστικό είναι ό,τι πάνω μας θυμίζει τα δεσμά που μας συνδέουν με το ζώο. Ποτέ όμως αυτό καθαυτό το γεγονός του θανάτου.

V.
Είναι όμως ακριβώς έτσι; Είναι το γεγονός του ανθρώπινου θανάτου κάτι απόλυτα αποσπασμένο από το συναίσθημα της ντροπής; Είναι η ντροπή που αισθάνεται ο Κ. καθώς πεθαίνει, μια ντροπή που τον κάνει να παρομοιάζει τον εαυτό του με ζώο, ολότελα άγνωστη για τον άνθρωπο; Μάλλον όχι. Στα Δοκίμια για το θάνατο στη δύση που δημοσίευσε το 1975, ο Philippe Aries μας γνωστοποίησε τη σταδιακή μεταβολή του θανάτου από κοινωνικό συμβάν, ενταγμένο τελετουργικά στην καθημερινή ζωή των κοινωνιών, σε ένα είδος ταμπού, ίσως του μοναδικού εναπομείναντος ταμπού του ανθρώπου. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν πεθαίνει περιβαλλόμενος από συγγενείς και φίλους ή από ιερείς που λένε προσευχές. Πεθαίνει σε χώρους αντισηπτικούς, ειδικά προετοιμασμένους για να εξαλείψουν το δυνατό συντομότερο το συμβάν του θανάτου, περιβαλλόμενος από ασυγκίνητους και πεπειραμένους επαγγελματίες. Πεθαίνει αφού έχει παραδοθεί σε μια αποστειρωμένη ιδιωτεία, μακριά από τον κόσμο της καθημερινότητάς του. Οι τάφοι του έχουν πάψει να βρίσκονται σε κεντρικά σημεία της πόλης, στο μέσο συνοικισμών. Έχουν μεταφερθεί στις παρυφές των κατοικίσιμων ζωνών, σε χώρους ξεκάθαρα διακριτούς από αυτούς των ζώντων. Με λίγα λόγια, η νεωτερική αντιμετώπιση του θανάτου παρουσιάζει έντονες ομοιότητες με την σταδιακή απόσυρση από κάθε επαφή που χαρακτηρίζει το θνησιγενές θηλαστικό. Όπως ο Κ. ή το σκυλί με τον οποίο παρομοιάζει τον εαυτό του, ο νεωτερικός άνθρωπος ντρέπεται που πεθαίνει, αντιμετωπίζει τον ίδιο τον θάνατο ως πηγή ντροπής.

VI.
Χωρίς αμφιβολία, η εκκοσμίκευση των δυτικών κοινωνιών, η σταδιακή απώλεια της βεβαιότητας της μετά θάνατον ζωής, συνοδευόμενη από την δραστική μείωση των ποσοστών θνησιμότητας και την αντίστοιχη αύξηση του ορίου ζωής, έπαιξαν ζωτικό ρόλο στην μετατροπή του θανάτου σε σκάνδαλο. Η τάση της κριτικής σκέψης, που με την σειρά της έχει μπολιαστεί από τον φιλοσοφικό λόγο της αξιοπρεπούς αποδοχής του θανάτου, είναι να βλέπει το σύγχρονο ταμπού με το οποίο περιβάλλεται ο θάνατος με επικριτική διάθεση, ως σημάδι απώλειας μιας στοιχειώδους σοφίας που οι παλαιότερες κοινωνίες διατηρούσαν. Αυτό όμως που αποστερείται μια τέτοια προσέγγιση είναι η δυνατότητα να δει την ντροπή του θανάτου με οποιαδήποτε άλλα μάτια παρά ως απώλεια, ως φθορά και παρακμή της ανθρώπινης ικανότητας να αποδέχεται και να εξορκίζει συλλογικά αυτό που είναι ατομικά αναπόδραστο. Στη διαδικασία παύει να σκέφτεται για το εκθαμβωτικά παράδοξο γεγονός ότι η υποθετικά νεόκοπη, τεχνητή και υπερεκλεπτυσμένη μας τάση να θεωρούμε τον θάνατο ντροπή μας φέρνει σε επαφή με την εικόνα μας για την πρωτόγονη και ωμή πραγματικότητα του ζώου. Αυτό που γνωρίζει ή καλύτερα θυμάται ακόμη ο Κάφκα, σε αντίθεση με κοινωνιολόγους όπως ο Aries ή ο Foucault, είναι πως η ντροπή του να πεθαίνει κανείς δεν είναι αποκύημα της σύγχρονης παρακμής παλαιότερων συστημάτων αξιών όσο επιστροφή αυτού που τα παρηκμασμένα πλέον συστήματα της φιλοσοφίας και της θρησκείας κρατούσαν υπό έλεγχο, εκλογίκευαν, ή εκτόπιζαν. Η ντροπή του να πεθαίνεις είναι η πιο βασική, η πιο πρωταρχική μορφή ντροπής, αυτή που κλήθηκε να εξορκίσει η αρχαία φιλοσοφία μεταθέτοντας την ντροπή απ' το συμβάν του θανάτου στην "αναξιοπρεπή" αντιμετώπισή του, αυτή που κλήθηκε να απαλείψει ο Χριστιανισμός με την παρήγορη σκέψη του παραδείσου και της μετά θάνατον ζωής των ψυχών, αυτή που πάσχισε να διασκεδάσει μέσω της κοινωνικοποίησης και θεαματικοποίησης του θανάτου η μεσαιωνική κοινωνία. Με δυο λόγια, ο ίδιος ο πολιτισμός της Δύσης μέχρι την νεωτερική εποχή δεν είναι παρά η κατεξοχήν μορφή εξορκισμού, εκλογίκευσης και διασκέδασης της ντροπής του να πεθαίνεις.

VII.
Γιατί όμως είναι το να πεθαίνεις ντροπή; Για τον μυστικιστικό Ιουδαϊσμό, τη ίχνη του οποίου κουβαλάει ο Κάφκα, τα δέντρα του παραδείσου είναι δύο: αυτό της γνώσης και αυτό της ζωής. Το προπατορικό αμάρτημα, η πρωταρχική αιτία της πτώσης, δεν είναι μόνο ότι ο πρωτόπλαστος δοκιμάζει τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου της γνώσης αλλά ότι δεν δοκιμάζει αυτόν του δέντρου της ζωής. Η πτώση στον θάνατο είναι η ανεπίστρεπτη απώλεια μιας προϋπάρχουσας ή διαθέσιμης γνώσης σύμφωνα με την οποία ο θάνατος δεν είναι ούτε αναγκαίος ούτε αναπόφευκτος. Αυτό θα μας οριοθετήσει άλλωστε ο Adorno (στην συνομιλία του με τον Ernst Bloch) ως ζωντανό πυρήνα κάθε Ουτοπίας: τη μη αποδοχή του θανάτου, την αυθόρμητη εξέγερση απέναντι στην ωμή αναγκαιότητά του. Το ζώο γνωρίζει κάτι που εμείς μοιάζουμε να έχουμε ξεχάσει, ή να θυμόμαστε μόνο με τη στρεβλή μορφή της επιστημονικο-τεχνολογικής αποστείρωσης του ταμπού του θανάτου: ότι το να πεθαίνεις είναι το σημάδι της στρέβλωσης της τάξης της φύσης, της παραβίασης αυτού που σου είναι φυσικό. Το θέαμα του θανάτου, ακόμη και του πιο γαλήνιου και ήρεμου θανάτου, διατηρεί άσβεστη την ανάμνηση κάτι του αποτρόπαια αφύσικου. Παραβιάζει μια υπόσχεση που δεν έχει εντελώς απαλειφεί, μα ούτε μπορούμε και να τη θυμηθούμε· όπως τα έντονα όνειρα που για κάποιο λόγο ανακαλύπτουμε ότι έχουμε μόλις ξεχάσει χωρίς ελπίδα ανάκλησης, ή η λέξη που έχουμε στην άκρη της γλώσσας μας αλλά δεν καταφέρνουμε αρθρώσουμε ποτέ, η υπόσχεση αυτή μοιάζει να βρίσκεται κοντά μας, αλλά συνάμα να απομακρύνεται πέρα από κάθε προοπτική επιστροφής. Η ντροπή που επιβιώνει του ίδιου του Κ., που ζει όταν αυτός πεθαίνει, είναι υπ' αυτή την έννοια η περιβεβλημένη απ' τη λησμονιά μορφή αυτής της υπόσχεσης: πεθαίνουμε, αλλά κληροδοτούμε στην αιωνιότητα την επίγνωση του σκανδάλου του θανάτου μας, της εξευτελιστικής μας ήττας από τον όλεθρο της στιγμής, της ανικανότητάς μας να θυμηθούμε καν τους λόγους που απέναντι στο όλεθρο αυτό νιώθουμε να μας πλημμυρίζει μια έμπλεη αισχύνης έκπληξη.






2 σχόλια:

Νοσφεράτος είπε...

εξαιρετικό κειμενο

εχω κι εγώ δυο σχετικά ..το η Ντροπή και το ερωτας θνητος απωθημενος θανατος...
καποια στιγμή θα βαλω τα λινκς

Αντωνης είπε...

Ευχαριστώ και θα ήθελα πολύ να διαβάσω τις αναρτήσεις σου, φίλε Νοσφεράτε.

Από όλα τα κείμενα του RD πάντως, το συγκεκριμένο είναι αυτό που αγαπώ περισσότερο.