Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Περί ηλιθιότητας




«η ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής...»
Karl Marx και Friedrich Engels, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Χωρίς αμφιβολία, μας λείπει μια επαρκής πολιτισμική ιστορία της ηλιθιότητας. Ανάμεσα σε άλλα, μια τέτοια ιστορία θα μας διαφώτιζε αναλυτικότερα για τα διακυβεύματα της αντίστιξης ανάμεσα σε ό,τι στα αγγλικά ονομάζεται stupidity και idiocy--την αδυναμία, απ' τη μια, ενός κατά τα άλλα υγιούς εγκεφάλου να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές του (αλλά και την στιγμιαία άρση της ευφυίας που προκαλεί το θάμβος [stupefaction]), και από την άλλη, τη νοητική καθυστέρηση, την εγκεφαλική δυσλειτουργία που εκδηλώνεται συχνά και ως φυσιογνωμική δυσμορφία, το φάσμα της κατάπτωσης του γενετικού υλικού και κατ' επέκταση, της παρά φύση, αιμομικτικής αναπαραγωγής του είδους.

Όπως και να χει, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848), μας φέρνει αντιμέτωπους με μια τομή στη χρήση της έννοιας της ηλιθιότητας. Η αναφορά στην «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» είναι βέβαια προσβλητική και ιδιαίτερα δύσπεπτη από τη σκοπιά τόσο των κομμουνιστικών κινημάτων που βασίστηκαν στην αγροτική τάξη (κυρίως του Μαοϊσμού, αλλά σε μεγάλο βαθμό και του Σοβιετικού κομμουνισμού και των κομμουνισμών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου), όσο και από αυτή του Ρομαντικού σοσιαλισμού ενός Morris αλλά και της νέας, «μεταμοντέρνας» αριστεράς, με την καχυποψία της για την αστυφιλία και τον συγκεντρωτισμό και με τις πρόδηλες οικολογικές της ανησυχίες. Ξέκαθαρα αποστασιοποιημένος από το μοντέλο του ταξικά συνειδητοποιημένου αγρότη ή του σύγχρονου αριστερού οικολόγου, ο Marx μιλά από τη θέση ενός έντονα και ακόμη και αλαζονικά αστικοποιημένου στοχαστή, ο οποίος δε διστάζει να καυτηριάσει τον πολιτικό συντηρητισμό των κεντρο-ευρωπαϊκών αγροτικών πληθυσμών της εποχής του παραπέμποντας στην βιολογική ουσιαστικά έννοια της νοητικής καθυστέρησης, προϊόντος, κατά τα φαινόμενα, των “ένοχων μυστικών” της αγροτικής περιφέρειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» είναι κατά βάση η ηλιθιότητα ως συνέπεια της μεταφορικής, πολιτισμικής αιμομιξίας, της τελμάτωσης που δημιουργεί η στέρηση επαφής με την κοσμοπολίτικη και ανελέητα δυναμική τάξη πραγμάτων που εγκαθιστά με προμηθεϊκή ζέση το διεθνές κεφάλαιο.

Η τομή στην οποία αναφέρθηκα κάνει την εμφάνισή της ταυτόχρονα, παρά τον προφανή συντηρητισμό των βιολογικών συνδηλώσεων: στην πραγματικότητα, η ηλιθιότητα δεν αφορά ούτε τη βιολογική μειονεξία ούτε την ατομικά περιορισμένη ευφυία των χωρικών. Είναι ένα καθαρά κοινωνικό και συλλογικό φαινόμενο (αφορά όχι σε ατομικότητες αλλά σε τρόπο ζωής). Είναι επιπλέον ένα βαθιά ιστορικό φαινόμενο: χωρίς την έλευση των γιγαντιαίων τεχνολογικών, πολιτισμικών και οικονομικών αλλαγών που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση δεν νοείται η νοηματοδότηση της αντιπαράθεσης μεταξύ πόλης και χωριού με όρους ευφυίας. Η «αγροτική ηλιθιότητα» δεν είναι προαίωνιο χαρακτηριστικό της ζωής μακριά από τις πόλεις. Προκύπτει ως χαρακτηριστικό εξαιτίας της ραγδαίας οπισθοδρόμησης της αντιληπτικής ικανότητας της αγροτικής κοινωνίας εν μέσω κατακλυσμικών--και όλο και πιο ακατάληπτων από την σκοπιά της αγροτικής περιφέρειας--δομικών αλλαγών.

Μια διαλεκτική θεώρηση της εμφάνισης της "αγροτικής ηλιθιότητας" στο μαρξικό κείμενο θα επέμενε συνεπώς στη σημασία της συμμετρικής ανάδυσης (στο ποιητικό έργο του Baudelaire και, αργότερα, στην κοινωνιολογία του Simmel) της αντίληψης της αστικής νεωτερικότητας με όρους τραυματικού σοκ. Στην αγροτική ηλιθιότητα του Marx, o Simmel του "Η Μητρόπολη και η διανοητική ζωή" (1903) ανιπαραθέτει ουσιαστικά μια αστική αντι-εκδοχή: ο αστός χαρακτηρίζεται από τη μπλαζέ αναισθησία. Η αστική εμπειρία περνάει από τη θάμβωση (stupefaction) των αισθήσεων στην αμυντικογενή σκλήρυνση του αρχικά εύπλαστου υλικού της αισθητηριακής αντίληψης και τελικά στον χωρίς επιστροφή κατακερματισμό της συνείδησης που θα ενσωματώσει, μεταξύ άλλων, η ροή της συνείδησης του βιολογικά καθυστερημένου Μπέντζι στο The Sound and the Fury του William Faulkner (1929)--με τον τελευταίο να ενσωματώνει το διαλεκτικό παράδοξο της εφαρμογής της αστικής συμπτωματολογίας της συνείδησης στην ίδια την αγροτική ανθρωπογεωγραφία, τη διαμεσολάβηση πόλης και επαρχίας στη βάση μιας επαμφοτερίζουσας ηλιθιότητας. Marx, Baudelaire, Simmel, Faulkner: ιδού κάτι σαν το βασικό δίκτυο μιας γενεαλογίας της ηλιθιότητας στη νεωτερική εποχή--ένα δίκτυο στο οποίο θα έπρεπε βέβαια να προσθέσει κανείς τον Ηλίθιο του Dostoevsky, με την επιφύλαξη όμως ότι εδώ η προβληματική της σχέσης ηλιθιότητας και νεωτερικότητας παραμένει αγκυροβολημένη σε μια υπολειμματικά Χριστολογική βάση.

Πρόκειται για μια γενεαλογία με σημαντικούς επιγόνους. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την επιμονή με την οποία ο μεταπολεμικός Herbert Marcuse υπογραμμίζει την φαινομενικά ανεξήγητη ηλιθιότητα με την οποία οι δυτικές κοινωνίες συνεχίζουν να εκτοπίζουν την πραγμάτωση εδώ και τώρα μιας χαμηλών τόνων ουτοπίας που έχει ήδη--και για πρώτη φορά --καταστεί υλικά εφικτή. Το ανεξάλειπτο της πείνας τη στιγμή που η υπερπαραγωγή τροφίμων οδηγεί στις χωματερές, ή η συντήρηση της αυταρχικής, καταναγκαστικής κοινωνίας τη στιγμή που η εκβιομηχάνιση έχει απελευθερώσει την ανθρωπότητα από το άχθος της παρατεταμένης εργασίας αποτελούν δύο από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα μιας ηλιθιότητας που αποσβολώνει κάθε ατομική ευφυία. Η δομική ηλιθιότητα είναι το σκανδαλωδώς ανυπέρβλητο όριο των φαινομενικά ατελεύτητων δυνατοτήτων της εποχής της χρηστικής ευφυίας.

Οι πηγές της ηλιθιότητας που απασχολεί τον Marcuse βρίσκονται φυσικά στον ίδιο τον καπιταλισμό, ή καλύτερα στο στρεβλό ratio που εκμηδενίζει και εξαλείφει κάθε έλλογη προοπτική στο όνομα της εργαλειακής λογικής. Η πολιτική οικονομία είναι η κατεξοχήν έκφραση της μυθικής βίας που ανασταίνεται στην καρδιά της νεωτερικής εποχής: κάθε σημαντική οικονομική κρίση μας επιστρέφει στον κόσμο ως προϊόν αινιγματικά σκληρών Θεών που ούτε κατανοούμε ούτε μπορούμε να εξευμενίσουμε, στην ιδέα του ανθρώπινου είδους ως οντότητας μυστηριωδώς αμαρτωλής, ακατανόητα καταδικασμένης στην έλλειψη, τη φτώχεια, την πείνα, και τη γύμνια. Ταυτόχρονα, τούτη η ξεδιάντροπη ανακύκλωση του προπατορικού αμαρτήματος ως απολογητικής ιδεολογίας επενδύεται με τον μανδύα της τεχνοκρατικής ανάλυσης, του ασυμβίβαστου «ρεαλισμού» ή του νηφάλιου «πραγματισμού».

Από την άλλη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι για τη σχολή της Φρανκφούρτης και τους επιγόνους της (όπως ο Marcuse), η ηλιθιότητα είχε, από τη δεκαετία του 30 και μετά, ένα δεύτερο όνομα: φασισμός. Στην πραγματικότητα, η ηλιθιότητα αποτελεί σημαντική ερμηνευτική βάση για τη διαλεύκανση μιας βασικής κοινής συνιστώσας (και ενός βασικού σημείου συνενοχής) ανάμεσα στην καπιταλιστική οικονομία και τη φασιστική πολιτική: αμφότερες δομούνται πάνω στη βάση μιας φαντασματικής αρχής της αυτοσυντήρησης (του ατόμου στον καπιταλισμό, του φυλετικού έθνους στο φασισμό) η οποία με τη σειρά της νομιμοποιεί αυτό ακριβώς απέναντι στο οποίο υποτίθεται ότι αμύνεται—τον ακρωτηριασμό του εγώ ή του οικείου λαού στο όνομα της επώδυνης αλλά απαραίτητης προετοιμασίας του για την ανελέητα σκληρή πραγματικότητα του ανταγωνισμού ανάμεσα σε άτομα ή φυλές. Ο φασισμός, με άλλα λόγια, είναι η αντιμετάθεση της αρχής της επιβίωσης από το πεδίο του φαινομενικά άκαπνου οικονομικού ανταγωνισμού σε αυτό της εμπόλεμης σύρραξης. Η πρώτη εκδήλωση αφανιστικής βίας είναι και στις δύο περιπτώσεις στραμένη απέναντι στον εαυτό, στο οικείο· για να προκύψει ο εξαθλιωμένος εργάτης της maquilladora είναι απαραίτητος ο πολτός ανασφαλειών και συμπλεγμάτων που θα βρει τη σανίδα σωτηρίας στο ατσαλάκωτο παρουσιαστικό του golden boy· για να μαζευτούν οι Εβραίοι, οι ανάπηροι ή οι ομοφυλόφιλοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης πρέπει να προκύψουν τα ψυχικά βιασμένα, ενοχικά και καθηλωμένα απ' την σιωπηλή οργή υποκείμενα που θα στελεχώσουν τις τάξεις των εξολοθρευτών.

Ως δομικό σύμπτωμα λοιπόν, η ηλιθιότητα στον 20 αιώνα είναι πάνω από όλα προϊόν της στρεβλής ταύτισης της δια του ψυχικού αυτο-ακρωτηριασμού αυτοσυντήρησης με την ευφυία. Η αυτοσυντήρηση, το κίβδηλο νόμισμα με το οποίο αποζημιωνόμαστε για την παραίτηση από την ευτυχία, είναι το κατεξοχήν αντικείμενο παιδαγωγικής προπαρασκευής σε οικογένεια και σχολείο, το παράσημο επιτυχίας για τους βετεράνους των αστικών πεδίων μάχης που ονομάζονται γραφεία, η οπλισμένη κάνη απέναντι στις φθηνές ζωές των εγκληματικά αδύναμων, των αλαφροϊσκιωτων, των αφελών. Απέναντι στο τέρας μιας αδυσώπητα ευφυούς ηλιθιότητας, η διαλεκτική σκέψη δεν μπορεί παρά να υπερασπιστεί ό,τι η κυρίαρχη ιδεολογία περιφρονεί ως stricto sensu ηλιθιότητα: την αδιαφορία απέναντι στο ιδεώδες της αυτοσυντήρησης, το θάμβος και την έκπληξη με όλα αυτά που θα έπρεπε να είχαν καταστεί προ πολλού δεδομένα, την εξεγερμένη απαίτηση να αλλάξει η πραγματικότητα που εξασφαλίζει το απραγματοποίητο των αναπαλλοτρίωτων επιθυμιών, την ανικανότητα να λειτουργήσει κανείς εύρυθμα στα πλαίσια της αναίμακτης σφαγής που ονομάζουμε ανταγωνισμό, την νευρωτική, εκνευριστική επιμονή να ξύνονται αντί να αφεθούν στην καταπραϋντική δράση ψυχικών αντισηπτικών οι πληγές του χθες.







Δεν υπάρχουν σχόλια: