Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Alain Badiou, Περί πολιτικής διαφθοράς (μέρος δεύτερο)




Ήδη στις απαρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην Ευρώπη, ο Μαρξ παρατήρησε ότι οι κυβερνήσεις που διορίζονται από την ισχύ του καθολικού δικαιώματος ψήφου είναι απλώς οι βάσεις της δύναμης του Κεφαλαίου. Είναι τέτοιες πολύ περισσότερο σήμερα από ότι τότε! Διότι αν δημοκρατία σημαίνει αντιπροσώπευση, η αντιπροσώπευση του γενικού συστήματος είναι το πρώτο πράγμα που φέρει την μορφή του Κεφαλαίου. Με άλλα λόγια: η εκλογική δημοκρατία είναι αντιπροσωπευτική μόνο στο βαθμό που είναι πρωτίστως η συναινετική αντιπροσώπευση του καπιταλισμού, ή αυτού που σήμερα έχει μετονομαστεί σε “οικονομία της αγοράς”. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφθορά της, και δεν είναι ασήμαντο ότι ο μεγάλος ανθρωπιστής στοχαστής Μαρξ, αυτός ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού, πίστευε ότι είναι απαραίτητο να εναντιωθούμε σε μια τέτοια “δημοκρατία” με μια μεταβατική δικτατορία, την οποία και αποκάλεσε δικτατορία του προλεταριάτου. Η “δικτατορία” είναι βέβαια ένας βαρύς όρος, αλλά ρίχνει φως στις επιπλοκές της διαλεκτικής μεταξύ αντιπροσώπευσης και διαφθοράς.

Αυτό που αποτελεί πρόβλημα είναι βέβαια ο ορισμός της δημοκρατίας. Όσο παραμένουμε πεπεισμένοι, όπως οι Θερμιδορικοί και οι φιλελεύθεροι απόγονοί τους, ότι η δημοκρατία συνίσταται στην ελεύθερη διακίνηση των συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων, θα τη βλέπουμε να ολισθαίνει, αργά ή γρήγορα σύμφωνα με τις περιστάσεις, σε απέλπιδη διαφθορά. Η γνήσια δημοκρατία, η οποία είναι νομίζω αυτό που πρέπει να κρατήσουμε ζωντανό, είναι αρκετά διαφορετική έννοια.* Είναι η ισότητα απέναντι στην Ιδέα, την πολιτική Ιδέα. Για πολύ καιρό, για παράδειγμα, αυτό σήμαινε την επαναστατική ή κομμουνιστική Ιδέα. Είναι η κατάρρευση αυτής της Ιδέας που ταυτίζει την “δημοκρατία” με την γενική διαφθορά.

Ο εχθρός της δημοκρατίας δεν ήταν τόσο ο δεσποτισμός του ενός κόμματος (γνωστός και ως “ολοκληρωτισμός”) αλλά το γεγονός ότι ο δεσποτισμός αυτός έβαλε τέλος στην πρώτη αλληλουχία της κομμουνιστικής Ιδέας. Η μόνη πραγματική ερώτηση είναι πώς θα ανοιχθεί μια δεύτερη αλληλουχία της Ιδέας αυτής, και πώς θα κυριαρχήσει επί του παιχνιδιού των συμφερόντων με άλλους τρόπους από αυτόν της γραφειοκρατικής τρομοκρατίας. Χρειάζεται ένας νέος ορισμός, με άλλα λόγια, και μια νέα πρακτική αυτού που ονομαζόταν “δικτατορία” (του προλεταριάτου). Ή πάλι, και είναι στο τέλος το ίδιο πράγμα, χρειάζεται μια νέα χρήση του όρου “αρετή.”

Αυτός ο δρόμος δεν είναι ακόμα ο δρόμος που ανοίγεται πιο ξεκάθαρα μπροστά μας. Με τον Σαρκοζί, η αναγκαιότητα της διαφθοράς με την θεωρητική της έννοια, με άλλα λόγια ως αρμονία που αναμένεται να επικρατεί μεταξύ ιδιωτικών συμφερόντων και δημόσιου καλού, δεν χρειάζεται να κρύβεται πλέον και μάλλον αναζητά να εκτεθεί ξεκάθαρα στην κοινή θέα. Βρισκόμαστε πλέον μακριά από τον Μιτεράν, που αν και ήταν πολύ ανεκτικός απέναντι στη διαφθορά, και αν και γνώριζε καλά ότι είναι απαραίτητη στον κόσμο στον οποίο ζούμε, συμβούλευσε τον Μπερνάρ Ταπί να μην την εμπιστεύεται, λέγοντάς του ότι “οι Γάλλοι δεν αγαπούν το χρήμα.” Ο βασικός αγώνας που δίνει ο μεγάλος μας Σαρκοζί είναι να επιμένει να μας πείσει ότι μπορούμε, και πρέπει, να αγαπούμε το χρήμα. Ότι πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε την αγάπη αυτή ως ντροπιαστικό μυστικό και πρέπει να καταστείλουμε και πάλι την ατυχή σύνδεση του χρήματος με τα κόπρανα που με τόση οξύνεια αποκάλυψε ο Φρόυντ. Η περίφημη υπόθεση του Ανθρώπου-Αρουραίου, όπως μπορείτε να διαβάσετε στις Σημειώσεις για μια Περίπτωση Νευρωτικής Εμμονής του Φρόυντ, ήταν μια επίσης πρωκτική υπόθεση.

“Σε τέτοια δυστυχία, τι σου απομένει;” ρωτάνε την Μήδεια του Κορνέιγ οι έμπιστοί της. Και αυτή απαντάει με τα θεσπέσια λόγια: “Ο εαυτός μου! Ο εαυτός μου λέω, και αυτό είναι αρκετό!” Η Μήδεια έχει ακόμη το θάρρος να αποφασίσει για την δική της ύπαρξη. Προτείνω συνεπώς την ακόλουθη ιδέα: αν ο “πεταινισμός” αντιπροσωπεύει το υπερβατικό των πιθανών καταπτώσεων στη χώρα μας, τη λογική σταθερά της διαφθοράς της, τότε κάθε θάρρος είναι θάρρος να μην είμαστε πεταινιστές. Αυτός είναι ο πιο στενός ορισμός. Στο κάτω-κάτω, ορίζει το θάρρος της κατά κυριολεξία Αντίστασης, πριν απ' το 1944. Η επιλογή της προσχώρησης στην Αντίσταση ήταν επιλογή του πραγματικού σημείου το οποίο έπρεπε να αδράξει το θάρρος, ενός στοιχείου που ήταν το ακριβές αντίθετο του πεταινισμού. Δεν ήταν αρκετό να είσαι ενάντια στον ναζισμό και την κατοχή για να προσχωρήσεις στην Αντίσταση. Αυτό που ήταν απαραίτητο ήταν η αποστροφή για τον πεταινισμό, αυτή την ιδιαζόντως γαλλική μόλυνση της υποκειμενικότητας.

Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να σημειώσουμε ότι ο πεταινισμός δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην ηγεσία των συνεργατών του κατακτητή ανάμεσα στο 1940 και το 1944. Όπως προκύπτει από τους ορισμούς που έχω δώσει, ο πεταινισμός είναι μορφή μαζικής υποκειμενικότητας. Αν θέλουμε να ορίσουμε με θετικό τρόπο ό,τι ανθίσταται στην παθητική μόλυνση υπό την μορφή αυτή, δεν είναι αρκετό να βλέπουμε την Αντίσταση απλώς ως αντίθεση στον Ναζισμό και την πεταινική συνενοχή. Πρέπει μάλλον να την ορίσουμε καταφατικά, με όρους θάρρους ως προς την προσκόλληση σε ένα σημείο που διαφέρει απόλυτα από ό,τι εκπροσωπούσε ο πεταινισμός. Και αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση που σας έχω προτείνει στα πλαίσια της εκλογής Σαρκοζί.

Για να στηρίξω αυτή την ένταση, είναι χρήσιμο να διαψεύσω το πεταινικό δόγμα του σε τι συνίσταται το ατυχές γεγονός που μας παρουσιάζεται ως απαρχή της σύγχρονης παρακμής: σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον Πεταίν είναι το Λαϊκό Μέτωπο, σε ό,τι αφορά τον Σαρκοζί, ο Μάης του 68. Οποιοσδήποτε δράττει ένα σημείο διαφορετικό από την πεταινική συναίνεση πρέπει να μοιραστεί, μέσω μια προσωπικής αλληγορίας, μια δημόσια επίκληση χαρούμενων γεγονότων. Είναι σημαντικό η υποκειμενική εμμένεια να μην έχει τον επιθετικό, τεθλιμμένο και αστυνομευτικό χαρακτήρα που ισχυρίζεται ότι επανορθώνει τις συνέπειες ενός ατυχούς συμβάντος, αλλά ένα χαρακτήρα που να επιβεβαιώνει την δημιουργική πιστότητα σε κάποιο χαρούμενο συμβάν στην προσωπική και πολιτική ζωή. Ένας εκρηκτικός έρωτας, για παράδειγμα, ή η εξάλειψη της δουλείας κατά τη μαύρη εξέγερση του 1793 στην Αϊτή, ή το αρχικό συναίσθημα που σου δίνει η κατανόηση επιτέλους της φωτεινής απόδειξης ενός πολύ δύσκολου μαθηματικού θεωρήματος. Ή η συγκλονιστική ενατένιση ενός αφηρημένου πίνακα ζωγραφικής. Ή ο Μάης του 68, φυσικά. Το δικό μας καθήκον είναι αυτό που μου αρέσει να αποκαλώ “αντίσταση”, δεδομένου όμως του ότι η αρχή του θάρρους και τα εμβληματικά συμβάντα τα οποία επικαλείται τούτο το θάρρος είναι καταφατικά.

Αυτοί που αναρτούν μεσίστια την σημαία της παρακμής, αυτοί που παρουσιάζονται ως ικανοί να αποκαταστήσουν χαμένες δόξες, πρέπει πάντα να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία. Οι προθέσεις τους δεν είναι αγνές. Οποιοσδήποτε ισχυρίζεται αληθινά ότι είναι με την πλευρά της δημιουργίας, της κατάφασης και του συλλογικού μέλλοντος ισότητας —με την πλευρά των αληθειών, με άλλα λόγια— πρέπει μάλλον να επικαλείται τις αλήθειες εκείνες που μας έχουν ήδη (και ωσάν μέσα στα άχρονα συγκείμενα αυτού που προτείνεται εδώ) δώσει τη χαρά να εμφανιστούν μπροστά μας σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο, με την μοναδική ισχύ της οικουμενικότητάς τους.

Θα πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι η σωτηρία δεν πηγάζει ποτέ από την μίμηση κάποιου εξωγενούς μοντέλου. Εμείς, που οι σημαίες μας έχουν σαν διακόσμηση αλληγορίες του χαρούμενου στοιχείου, ευαρεστούμαστε όταν οποιοσδήποτε άλλος ο οποίος ξεφεύγει από το πεταινικό στοιχείο τις ιδιοποιείται. Ήταν ένα από τα πιο καταθλιπτικά στοιχεία των τελευταίων εκλογών το γεγονός ότι και οι δύο αντίπαλοι επικαλέστηκαν τον Μπλερ. Υπάρχει μια κινεζική έκφραση που αγαπώ, και η οποία περιγράφει δύο συνενόχους που σκαρώνουν κάτι κακό. Οι Κινέζοι λένε, “Αυτοί οι δυο είναι ασβοί απ’ την ίδια πλαγιά.” Και πράγματι, η Ρουαγιάλ και ο Σαρκοζί, όπως και οι Μπλερ και Μπους, ήταν ασβοί από την ίδια πλαγιά.

Με αρνητική εκφορά του λόγου, χρειάζεται μόνο να πούμε: “Ούτε αρουραίος, ούτε ασβός.”




* Πράγματι θεωρώ ότι πρέπει να διατηρήσουμε μια θετική χρήση του όρου “δημοκρατία” και όχι να τον εγκαταλείψουμε ολότελα στην εκπόρνευσή του από τον καπιταλιστικο-κοινοβουλευτισμό. Έχω ήδη διασαφηνήσει το σημείο αυτό στο βιβλίο μου Μεταπολιτική. Με την γενικότερη έννοια, προτιμώ την προσπάθεια για τον επανακαθορισμό των ονομάτων από την καθαρή εφεύρεση και δημιουργία νέων ονομάτων, ακόμα και όταν η δεύτερη είναι απαραίτητη. Για αυτό και διατηρώ χωρίς δισταγμό, και παρά την σκοτεινή εμπειρία του περασμένου αιώνα, την ωραία λέξη “κομμουνισμός.”





Δεν υπάρχουν σχόλια: