Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Alain Badiou, Περί πολιτικής διαφθοράς (μέρος πρώτο)


Καθώς στα κανάλια εκτυλίσσεται το θέατρο ψευδοπολιτικής που ονομάζεται "ντιμπέιτ", η φιλοσοφία μας θυμίζει ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τον διαξιφισμό των "απόψεων", ιδιαίτερα όταν αυτός ποζάρει ως το απαύγασμα του μεγαλείου της πολιτικής. Η βασική θέση του Badiou, όπως διατυπώνεται στο βιβλίο του για τον Σαρκοζί, αποτελεί μια λενινιστική εκδοχή της Πολιτείας του Πλάτωνα: Η δημοκρατία δεν υπονομεύεται από τη διαφθορά· η δημοκρατία είναι διαφθορά, εφόσον αφορά τον περιορισμό της πολιτικής στην εξυπηρέτηση του οικονομικού συμφέροντος ατόμων και συλλογικοτήτων. Σε μια εποχή που η "διαπλοκή" και η "διαφθορά" αποτελούν μέρος της αυτονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος ως έχει ("ψηφίστε εμάς, είμαστε λιγότερο διεφθαρμένοι"), η ριζοσπαστική απάντηση που προτείνει ο Badiou δεν είναι το τετριμμένο "είναι όλοι εξίσου διεφθαρμένοι" που καταλήγει τελικά να νομιμοποιεί πολιτικά το κριτήριο του λιγότερο κακού (βλ. και Badiou, Ηθική). Είναι η πρόταση ότι η διαφθορά είναι το βασικό θεμέλιο κάθε πολιτικής που καθοδηγείται από την έννοια του συμφέροντος και ότι συνεπώς η πάταξη της πολιτικής διαφθοράς είναι ανέφικτη χωρίς τον επανακαθορισμό της ουσίας της πολιτικής με όρους αλήθειας. Μόνο η ριζική αποκόλληση της πολιτικής πράξης από τη σφαίρα της συμφεροντολογικά δομημένης αστικής ιδιωτείας, η ανακατεύθυνσή της προς μια ανεξάλειπτα δημόσια σε χαρακτήρα αρετή, αποτελεί δημιουργική απάντηση στην πολιτική διαφθορά. Αλλά μια τέτοια απάντηση, διατείνεται ευθαρσώς ο Badiou, δεν είναι, και δεν μπορεί να ονομάζεται, "δημοκρατική" με την τρέχουσα σημασία του όρου.

Μτφρ: Radical Desire

[…] Η συνεχής προσχώρηση στις ‘μπίζνες’, την μυστική διπλωματία και τις ύποπτες συμφωνίες, όπως και η ανοιχτή επίδειξη της δύναμης του χρήματος, το δυνητικά απέραντο σύμπαν που ανοίγεται από τον πλούτο—όλα αυτά δημιουργούν ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του Σαρκοζί: πιστεύει προφανώς ότι όλος ο κόσμος μπορεί να διαφθαρεί. Έχει έρθει η στιγμή, και διεκδικεί τη δόξα για αυτό, να φανεί ότι η διαφθορά δεν είναι περιφερειακού χαρακτήρα βίτσιο. Τι στραβό έχει το να αγοράζεις, το να αγοράζεσαι, ποιό το κακό στις χρηματικές αποζημιώσεις, τα οφίκια, τα γιώτ, τα πολυτελή δώρα; Με τον Σαρκοζί ανοίγει μια νέα σελίδα σε ό,τι αφορά τους δεσμούς ανάμεσα στην πολιτική και τη διαφθορά: η εξάλειψη κάθε ιδέας ότι είναι εφικτό να είναι κανείς—όπως αποκαλέστηκε ο Ροβεσπιέρος—“αδιάφθορος”.

Η διαφθορά είναι κλασικό θέμα στην αντικοινοβουλευτική προπαγάνδα, ιδιαίτερα αυτή της άκρας δεξιάς: το σκάνδαλο Παναμά και η υπόθεση Σταβίνσκι κατά την Τρίτη Δημοκρατία, το σκάνδαλο του εθνικού νομίσματος στην Ινδοκίνα κατά την Τέταρτη Δημοκρατία, και, κάτω από την Πέμπτη Δημοκρατία, ο Μπερνάρ Ταπιέ, ο Μισέλ Νουάρ, ο Ρολάν Ντυμά και τόσοι άλλοι, περιλαμβανομένου ίσως του ίδιου του Σιράκ. “Όλοι τα παίρνουν” είναι η συνοπτική ετυμηγορία της τυπικής μηντιακής παρουσίασης των δεσμών ανάμεσα στο χρήμα και τους πολιτικούς. Εγώ βέβαια, όπως άλλωστε και ο Ροβεσπιέρος, θα μιλήσω περί διαφθοράς σε πολύ διαφορετικό επίπεδο. Και παρομοίως είναι πολύ διαφορετικό το επίπεδο στο οποίο δημιουργείται μια μακροπρόθεσμη εντύπωση στην κοινή γνώμη, ακόμα και στο εκλογικό σώμα. Από όλους τους δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, και διαφόρους επισήμους που έχουν επανεκλεγεί παρά τις κατηγορίες ή υπόνοιες για διαφθορά, το κατεξοχήν παράδειγμα είναι το ζεύγος Μπαλκανί. Το 2002 ήταν ένας πειρασμός να αντιπαραθέσει κανείς τον ενάρετο Ζοσπέν με τον (φαινομενικά) διεφθαρμένο Σιράκ. Αλλά ούτε οι έπαινοι ούτε η οργή που προέκυψαν δεν τους απέτρεψαν από τα να βρεθούν σε εξίσου άσχημη θέση στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών. Θα πρέπει να κοιτάξουμε μακρύτερα λοιπόν. Και μάλλον ψηλότερα.

Είμαστε στο 1793, και η Επανάσταση βρίσκεται σε δεινή θέση. “Τι θέλουν αυτοί που δεν επιθυμούν ούτε Τρομοκρατία ούτε Αρετή;’, ρωτάει ο Σεν Ζυστ. Μια τρομακτική ερώτηση, στην οποία η πρακτική των Θερμιδοριστών θα δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση: θέλουν την αποδοχή ως φυσικού ενός βαθμού διαφθοράς. Αντί για Επαναστατική Δικτατορία, θέλουν ‘ελευθερία’, δηλαδή το δικαίωμα να κάνουν μπίζνες, και να ανακατεύουν τις μπίζνες τους με τη δουλειά του κράτους. Αντιτάχθηκαν εξίσου στην ‘τρομοκρατική’ και ‘ανελεύθερη’ καταστολή ύποπτων συναλλαγών και στην ενάρετη υποχρέωση να λαμβάνουμε υπόψη το κοινό καλό. Ο Μοντεσκιέ σημείωνε ήδη ότι η δημοκρατία, δίνοντας σε όλους το δικαίωμα σε ένα κομμάτι εξουσίας, ήταν ευάλωττη στην διαρκή σύγχυση των ιδιωτικών συμφερόντων και του δημόσιου καλού. Έκανε την αρετή υποχρεωτική προδιάθεση των κυβερνήσεων αυτού του τύπου. Εφόσον είναι εντολοδόχοι χωρίς άλλη εγγύηση από την ψήφο, οι κυβερνώντες πρέπει υπό μία έννοια να ξεχάσουν τους εαυτούς τους και να καταστείλουν τις δικές τους τάσεις να ασκούν εξουσία σαν να επρόκειτο για ζήτημα προσωπικής ηδονής, ή απόλαυσης που παρεπιδημεί στα κυρίαρχα στρώματα (στους πλουσίους δηλαδή κατά κανόνα).

Η ιδέα αυτή έχει τις απαρχές της στον Πλάτωνα. Στην δραστική του κριτική ενάντια στη δημοκρατία, ο Πλάτωνας σημείωνε ότι, από την οπτική γωνία μιας τέτοιας διακυβέρνησης, το καθήκον της πολιτικής είναι ο έλεγχος της αναρχίας των υλικών επιθυμιών. Και κατά συνέπεια, η δημοκρατική κυβέρνηση δεν είναι κατάλληλη για να παρέχει τις υπηρεσίες της σε καμμία αληθή ιδέα, εφόσον η δημόσια εξουσία τίθεται στην υπηρεσία των επιθυμιών και της ικανοποίησής τους, δηλαδή, τελικά, στην υπηρεσία της οικονομίας με την ευρεία έννοια του όρου. Συνεπώς υπακούει σε δύο μόνο κριτήρια: τον πλούτο, ο οποίος προσφέρει τα σταθερότερα αφηρημένα μέσα για την ικανοποίηση αυτή, και τη γνώμη, η οποία καθορίζει τα αντικείμενα της επιθυμίας και την εσωτερική ισχύ δια μέσω της οποίας ο κόσμος πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να ιδιοποιηθεί τα αντικείμενα αυτά.

Οι Γάλλοι επαναστάτες, που ήταν ρεπουμπλικάνοι και όχι δημοκράτες, ονόμασαν “διαφθορά” την καθυποταγή της κυβερνητικής εξουσίας στο επιχειρηματικό κριτήριο. Σήμερα έχουμε πειστεί τόσο πολύ ότι τα κύρια αντικείμενα της διακυβέρνησης είναι η οικονομική ανάπτυξη, το επίπεδο διαβίωσης, η αφθονία των προϊόντων, η άνοδος της αξίας των μετοχών, η αύξηση του κεφαλαίου και η αιώνια καλοπέραση των πλουσίων, ώστε να μας είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοούσαν οι επαναστάτες με τον όρο “διαφθορά.” Δεν ήταν τόσο αναφορά στο γεγονός ότι κάποια συγκεκριμένα άτομα πλούτιζαν μέσω της εκμετάλλευσης θέσεων εξουσίας, αλλά στη γενική ιδέα, την λειτουργία της γνώμης, που συνίσταται στην διαβεβαίωση ότι ο πλουτισμός, είτε συλλογικός είτε ατομικός, είναι ο φυσικός σκοπός της πολιτικής δράσης. Η “διαφθορά” υπ’ αυτή την έννοια είναι ό,τι εκφράζει το διάσημο σλόγκαν του Γκουϊζό: “Πλουτίστε!”

Έχουμε διαφορετικό σλόγκαν σήμερα; Δεν δέχονται όλοι ότι η κατάσταση της οικονομίας καθορίζει τις εκλογικές προδιαθέσεις, ώστε τα πάντα να εξαρτώνται από την ικανότητα να κάνεις τον μέσο πολίτη τουλάχιστον να πιστεύει ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν για τις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις φτάνει να ψηφίσει σωστά; Και ότι συνεπώς η πολιτική είναι κάτι που δεν αφορά τίποτε παραπάνω από το συμφέρον των υποκειμένων της;

Από αυτή τη σκοπιά, η διαφθορά δεν είναι κάτι που απειλεί τη λειτουργία της δημοκρατίας. Είναι η γνήσια ουσία της δημοκρατίας. Το αν οι πολιτικοί είναι προσωπικά διεφθαρμένοι ή όχι με την καθημερινή έννοια του όρου δεν έχει καμμία σχεδόν σημασία σε ό,τι αφορά αυτή την θεμελιώδη διαφθορά. Στο επίπεδο αυτό, ο Ζοσπέν και ο Σιράκ είναι εκφραστές του ίδιου πράγματος.






Δεν υπάρχουν σχόλια: