Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Jean Bodin, ή, το πρόβλημα της οικουμενικής ανισότητας και η σημασία του




Ο Jean Bodin, συγγραφέας του Six Livres de la République (1576), δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής φιγούρα στη δημοκρατική παράδοση της δύσης. Όχι χωρίς λόγο: Σε αντίθεση με τον Hobbes, η θεωρία του περί κυριαρχίας ήταν ξεκάθαρα και ανοιχτά μοναρχική, και το έργο του παραμένει κλασικό παράδειγμα θεωρητικής νομιμοποίησης της απολυταρχίας--με τον απόλυτο άρχοντα να λογοδοτεί "μόνο στο Θεό".

Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Bodin συνέδεσε το όνομά του με τις πιο ειδεχθείς πρακτικές θρησκευτικού σκοταδισμού, συγγράφοντας το La Démonomanie de Sorciers, όπου προτείνει ανενδοίαστα τη χρήση βασανιστηρίων για να επιβεβαιωθεί η ενοχή οποιουδήποτε είχε κατηγορηθεί για μαγεία· ακόμη και αν έχει φυσική αναπηρία ή είναι παιδί.

Την εμφάνισή του σ' αυτό το blog ο καθ'όλα αντιπαθής Γάλλος την οφείλει σε μια ιδιαίτερα προκλητική και γόνιμη φράση του έργου του περί πολιτικής κυριαρχίας. Η φράση έχει ως εξής:

Διότι ένας πρίγκηπας ή δούκας, ο οποίος έχει τη δύναμη να νομοθετεί για όλους γενικότερα και για τον καθένα συγκεκριμένα, δεν είναι κυρίαρχος αν λαμβάνει επίσης τον νόμο από έναν ανώτερο ή έναν ίσο--συμπεριλαμβάνω τον ίσο γιατί το να έχει κανείς σύντροφο είναι το ίδιο με το να έχει αφέντη.


Σε άλλη εκδοχή του ίδιου έργου, ο Bodin επεξηγεί:

Αναφέρομαι στο να έχει κανείς κάποιον ίσο γιατί κάποιος ο οποίος έχει συνεταίρο κάποιου είδους στην ίδια ζώνη δικαιοδοσίας, χωρίς την υποστήριξη και συναίνεση του οποίου να μην μπορεί να διατάξει τίποτε και να κάνει τίποτε, έχει ουσιαστικά έναν ανώτερό του.


Οποιοσδήποτε βρέθηκε να έχει συνιδιοκτησία χωραφιού, οικοπέδου, ή ακινήτου με άλλον θα αναγνωρίσει χωρίς αμφιβολία το πρόβλημα που θέτει ο Bodin: είναι στη φύση της κυριαρχίας να μην επιδέχεται καταμερισμούς χωρίς να μεταλλαχτεί σε κάτι άλλο από κυριαρχία. Υπάρχει μια ζηλότυπη αποκλειστικότητα στην καρδιά της κυριαρχίας, μια απόλυτη απόρριψη ακόμη και του φαινομενικά πιο ανώδυνου μοιράσματος δύναμης με τον άλλο. Αυτό που έχει ουσιώδη σημασία εδώ είναι το επιχείρημα ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται καμμία προοπτική ισότητας ανάμεσα σε δύο. Είτε είναι κανείς ισχυρότερος του άλλου (του κάθε άλλου) και άρα κυρίαρχος, είτε λιγότερο ισχυρός και άρα κυριαρχούμενος. Ή μάλλον, ακόμα πιο εμφατικά: το να είναι κανείς ίσος με τον άλλο είναι το να είναι κατώτερός του, περισσότερο αδύναμος από αυτόν. Και αυτό, και εδώ τα πράγματα αποκτούν μια πραγματικά απροσδόκητη διάσταση, δε μπορεί παρά να ισχύει και για τα δύο μέρη. Σε μια σχέση ισότητας, χαμένοι είναι και οι δύο ταυτόχρονα: αμφότεροι είναι παραδόξως κατώτεροι ο ένας του άλλου, στον βαθμό που δεν μπορούν να αποφασίσουν και να δράσουν ανεξάρτητα από τον άλλο χωρίς να χρειάζονται τη συμφωνία του.

Επομένως: Η ισότητα είναι η κατάσταση της οικουμενικοποίησης της κατωτερότητας. Αυτό που είναι ίσο, ίσα μοιρασμένο, δεν είναι παρά η μη ισότητα με τον άλλο, η μοιρασμένη στα δύο, συμμετρική, αμοιβαία ανακλώμενη κατωτερότητα.

Πρόκειται για ένα παράδοξο αλλά καθηλωτικό συλλογισμό, ο οποίος ουσιαστικά μετατρέπει τον όρο "ισότητα" σε έκφανση της κατωτερότητας (όσοι είναι ίσοι είναι και εξίσου κατώτεροι ο ένας του άλλου), και μοιράζει την ανωτερότητα πάντα στην άλλη πλευρά της θεωρητικά ίσης σχέσης (ο άλλος είναι πάντα ανώτερος σε μια σχέση ισότητας).

Πώς ανατρέπεται αυτός ο συλλογισμός; Θα πρέπει κατ' αρχάς να γίνει σαφές ότι έχει παρεισφρύσει σε αυτόν ένα βαθιά υποκειμενικό στοιχείο: ο μόνος τρόπος που δύο ίσοι μπορούν να δουν ο ένας τον άλλο ως ανώτερό τους σε δύναμη είναι η υποκειμενική παραμόρφωση: μόνο στον βαθμό που έχουν αντικειμενικά και οι δύο άδικο είναι εφικτό να έχουν υποκειμενικά και οι δύο δίκαιο. Και είναι απαραίτητο να έχουν υποκειμενικά και οι δύο δίκαιο, γιατί η αρχή του αδύνατου της ισότητας στην άσκηση κυριαρχίας δεν αφορά εκ των προτέρων συγκεκριμένα εμπειρικά υποκείμενα αλλά είναι αντίθετα γενική σε ισχύ.

Αυτή η ασυμβατότητα ανάμεσα στην αντικειμενική ύπαρξη αμοιβαίας ισότητας και την υποκειμενική και αμοιβαία εμπειρία ανισότητας εισάγει όπως είναι φανερό την υπόθεση μιας παραμόρφωσης που κατά τα φαινόμενα είναι ανεξάλειπτη: υπάρχει κάτι που προδιαθέτει το κάθε υποκείμενο να αντιληφθεί την ίση δύναμη του άλλου ως δική του παράλυση, να ερμηνεύσει την ίση κατανομή ως απώλεια.

Αυτό το κάτι είναι η ίδια η κυριαρχία. Ο Bodin δεν λέει ότι η ισότητα είναι δομικά ανέφικτη. Λέει ότι είναι δομικά ανέφικτη εφόσον το ζητούμενο είναι η κυριαρχία, "η δύναμη να επιβάλλει κανείς τον νόμο ή να εκδώσει διαταγές για όλους γενικά και για τον καθένα συγκεκριμένα". Έχει άδικο; Προφανώς όχι, αν το μοντέλο κυριαρχίας είναι συγκεντρωτικό. Αλλά ο ίδιος δεν αφήνει κανένα περιθώριο να μην είναι, καθώς κάθε μοιρασμένη κυριαρχία είναι μη κυριαρχία, αμοιβαία κατωτερότητα.

Λύνει η αστική δημοκρατία το παράδοξο του προ-νεωτερικού Bodin; Στο υποκειμενικό επίπεδο της "κοινής γνώμης", η σύγχρονη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία μεταφράζεται πολύ συχνά σε οικουμενικό, εξίσου μοιρασμένο αίσθημα αδυναμίας και παράλυσης. Κυβερνούν "οι άλλοι". Εξυπηρετούνται τα συμφέροντα "των άλλων." Η κατάσταση και οι ισορροπίες θα αλλάξουν εφόσον το θέλουν "οι άλλοι"--οι εκλογές είναι απλώς το κάλυμμα της στυγνής πραγματικότητας της οικουμενικής αδυναμίας ως πρακτικής μετάφρασης του δημοκρατικού ιδανικού. Αυτό που καθιστά τους πολίτες ίσους στα δικά τους μάτια, δεν είναι παρά η ισόποσα μοιρασμένη παράλυση, όχι η ίση συμμετοχή στην πολιτική δύναμη μιας δημιουργικής, αυθεντικά συντακτικής ισχύος. Πόσο οπισθοδρομικός είναι λοιπόν ο Bodin από τη σκοπιά της πρακτικής της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη δύση; Μάλλον αρκετά λιγότερο από όσο αρχικά φαίνεται.

Δύο λύσεις διαφαίνονται:
1) Η προοπτική μιας δύναμης επέκεινα της κυριαρχίας, μιας δύναμης της αδυναμίας. Υπό αυτό το πρίσμα, το οποίο θα ήταν ακριβές να ονομάσουμε ηθικό, η αδυναμία μου να πράξω χωρίς τον άλλο δεν είναι στοιχείο κατωτερότητας αλλά εγγύηση αμοιβαιότητας, ανθρώπινης συνύπαρξης, καταδίκης εν τέλει στην ατέρμονη διαδικασία συμβιβασμού, θυσίας, φιλοξενίας, και εκχώρησης που συνιστά την ίδια την δημοκρατική πολιτική ως τέτοια. Εδώ ανήκει ολόκληρο το "ηθικο-πολιτικό" κομμάτι της σύγχρονης φιλοσοφίας, από το Levinas στην Arendt και τον Derrida.
2) Η προοπτική της συμμετοχής σε ίσο βαθμό στην ζωτική δύναμη που δεν παγιώνεται ποτέ ως potestas, αλλά θεμελιώνει, ως potentia, τον νόμο ύπαρξης του εαυτού μας και των άλλων διαρκώς και εκ νέου: το "επαναστατικό" κομμάτι της θεωρητικής σκέψης που συνδέει την διαρκή επανάσταση του Trotsky και του Μao με την "συντακτική δύναμη" του Negri και, σε σημαντικό βαθμό, με το συμβάν του Badiou.

Η αδυναμία ως δύναμη μεγαλύτερη και ισχυρότερη της συμβατικής δύναμης· η προοπτική της διαρκούς από κοινού συμμετοχής σε μια δύναμη που είτε δεν παγιώνεται σε κυριαρχία γιατί είναι μεταβαλλόμενη και ανανεώσιμη, είτε υπερβαίνει κάθε υποκειμενική "ιδιοκτησία" εξ ορισμού.

Και κάπως έτσι, παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο φαινομενικά ανέφικτα ιδεώδη, φτάνουμε στην καρδιά του άλυτου διλήμματος της σύγχρονης πολιτικής.




Δεν υπάρχουν σχόλια: