Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Υπέρ των αδαών δασκάλων



Jacques Rancière, Maître Ignorant*

Το 1818, ο Joseph Jacotot, λέκτορας γαλλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Λουβαίν, είχε μια πνευματική περιπέτεια.

Η μακρά και έμπλεη περιστατικών καριέρα του θα έπρεπε να του είχε χαρίσει ανοσία στις εκπλήξεις: είχε γιορτάσει τα δέκατα ένατα γενέθλιά του το 1789. Εκείνη την εποχή, δίδασκε ρητορική στη Ντιζόν και ετοιμαζόταν για καριέρα στη νομική. Το 1792, υπηρέτησε ως μέλος του πυροβολικού του Ρεπουμπλικανικού στρατού. Έπειτα, μετά τη Σύνοδο, εργάστηκε διαδοχικά ως διδάσκων για το Γραφείο Πυρίτιδας, γραμματέας του Υπουργού Πολέμου, και αντικαταστάτης διευθυντής της Ecole Polytechnique. Όταν επέστρεψε στη Ντιζόν, δίδαξε ανάλυση, ιδεολογία, αρχαίες γλώσσες, καθαρά μαθηματικά, υπερβατικά μαθηματικά, και νομική. Το Μάρτιο του 1815, ο σεβασμός των συμπατριωτών του τον έκανε τοπικό εκπρόσωπο παρά τη δική του θέληση. Η επιστροφή των Βουρβόνων τον έσπρωξε στην εξορία, και εξαιτίας της γενναιοδωρίας του Βασιλέα της Ολλανδίας, ανέλαβε τη θέση καθηγητή με τις μισές απολαβές. Ο Joseph Jacotot γνώριζε τους νόμους της φιλοξενείας και υπολόγιζε να περάσει ήρεμες μέρες στη Louvain.

Η τύχη τα ήθελε αλλιώς. Τα μαθήματα του χαμηλών τόνων δασκάλου έτυχαν υψηλής εκτίμησης από τους μαθητές του. Ανάμεσα σε αυτούς που ήθελαν να τα παρακολουθήσουν ήταν αρκετοί που δεν μίλαγαν γαλλικά· ο Joseph Jacotot όμως δεν μίλαγε φλαμανδικά. Έτσι, δεν υπήρχε γλώσσα στην οποία να μπορεί να τους διδάξει αυτό που ζητούσαν. Ήθελε όμως να ανταποκριθεί στις επιθυμίες τους. Για να το πετύχει, θα έπρεπε να επιτευχθεί η ελάχιστη σύνδεση ενός πράγματος κοινού ανάμεσά τους. Την εποχή εκείνη, βρήκε το δρόμο της στη ζωή του Joseph Jacotot μια δίγλωσση μετάφραση του Télemaque (Τηλέμαχος) του Fénelon. Ζήτησε να δοθεί το βιβλίο στους μαθητές και τους ζήτησε, μέσω διερμηνέα, να μάθουν το γαλλικό κείμενο μέσα από τη μετάφραση. Όταν τέλειωσαν το πρώτο μισό του βιβλίου, τους ζήτησε να επαναλάβουν ό,τι έμαθαν ξανά και ξανά. Μετά τους είπε να διαβάσουν και το υπόλοιπο βιβλίο, μέχρι να μπορούν να το επαναλαμβάνουν απέξω. Ήταν μια ευτυχής λύση, αλλά ήταν επίσης ένα μικρής κλίμακας φιλοσοφικό πείραμα του στυλ αυτών που δοκιμαζόντουσαν την εποχή του Διαφωτισμού. Και ο Joseph Jacotot, το 1818 παρέμενε άνθρωπος του προηγούμενου αιώνα.

Το πείραμα όμως υπερέβη της προσδοκίες του. Ζήτησε από τους μαθητές που προετοιμάστηκαν όπως τους καθοδήγησε να γράψουν στα γαλλικά τι νόμιζαν για αυτό που διάβασαν:

Περίμενε άθλιους βαρβαρισμούς, ή ίσως και απόλυτη ανικανότητα να εκτελέσουν την άσκηση. Πώς θα μπορούσαν αυτοί οι νεαροί, από τους οποίους αποστερήθηκε οποιαδήποτε επεξήγηση, να καταλάβουν και να επιλύσουν τις δυσκολίες μιας γλώσσας εντελώς καινούργιας για αυτούς; Δεν είχε σημασία. Έπρεπε να ανακαλύψει που τους πήγε ο δρόμος που ανοίχτηκε από την τύχη, ποιά ήταν τα αποτελέσματα αυτού του απελπισμένου εμπειρισμού. Και πόσο εξεπλάγη όταν ανακάλυψε ότι οι μαθητές, έχοντας αφεθεί στις δικές τους δυνάμεις, κατάφεραν αυτό το δύσκολο βήμα όσο καλά θα το κατάφερναν αρκετοί Γάλλοι! Ήταν το να θέλεις κάτι το μόνο απαραίτητο για να το πετύχεις; Ήταν όλοι οι άνθρωποι δυνητικά ικανοί να καταλάβουν αυτό που έκαναν και κατάλαβαν οι άλλοι;

[...]

Η ανάγκη τον είχε σπρώξει να αφήσει την ευφυία του εντελώς απέξω, να ξεχάσει αυτή την διαμεσολαβητική ευφυία του δασκάλου που αφήνει να περάσει η τυπωμένη ευφυία των γραπτών λέξεων στην ευφυία του μαθητευόμενου. Και μονομιάς είχε καταστείλει την φαντασιακή απόσταση που είναι η αρχή της παιδαγωγικής καθήλωσης. Τα πάντα διεμείφθησαν εξ ανάγκης μεταξύ της ευφυίας του Fénelon που ήθελε να χρησιμοποιήσει τη γαλλική με συγκεκριμένο τρόπο, την ευφυία του μεταφραστή που θέλησε να βρει φλαμανδικά ανάλογα, και την ευφυία του μαθητευομένων που ήθελαν να μάθουν γαλλικά. Και φαινόταν να μη χρειάζεται άλλη ευφυία. Χωρίς να το σκεφτεί, τους είχε κάνει να ανακαλύψουν αυτό που ανακάλυψε ο ίδιος μαζί τους: ότι όλες οι προτάσεις, και συνεπώς όλες οι ευφυίες που τις παράγουν, έχουν την ίδια φύση. Η κατανόηση δεν είναι ποτέ παρά μετάφραση, δηλαδή, η εύρεση του ισότιμου ενός κειμένου, και όχι της λογικής αιτίας του. Δεν υπάρχει τίποτε πίσω από τη γραπτή σελίδα, κανένας ψευδής πάτος που να κάνει αναγκαία την εργασία μιας άλλης ευφυίας, αυτής του αναλυτή: δεν υπάρχει γλώσσα της αυθεντίας, δεν υπάρχει γλώσσα της γλώσσας της οποίας οι λέξεις και οι προτάσεις να μπορούν να αρθρώσουν το λόγο ύπαρξης των λέξεων και των προτάσεων σε ένα κείμενο. Οι Φλαμανδοί μαθητές είχαν προσφέρει την απόδειξη: Για να μιλήσουν για τον Τηλέμαχο είχαν στη διάθεσή τους μόνο τις λέξεις του Τηλέμαχου. Οι προτάσεις του Fénelon και μόνον ήταν απαραίτητες για να γίνουν κατανοητές οι προτάσεις του Fénelon, και για να εκφράσει κανείς αυτό που κατάλαβε από αυτές. Η μάθηση και η κατανόηση είναι δύο τρόποι του να εκφράζει κανείς την ίδια πράξη μετάφρασης. Δεν υπάρχει τίποτε πέρα από τα κείμενα, εκτός από τη θέληση να εκφράσεις, δηλαδή, να μεταφράσεις. Αν οι μαθητές είχαν καταλάβει τη γλώσσα μαθαίνοντας τον Fénelon, δεν ήταν απλά μέσω της γυμναστικής άσκησης της σύγκρισης της αριστερής σελίδας με τη δεξιά. Δεν ήταν η ικανότητα να αλλάζουν στήλες που μέτρησε, αλλά η ικανότητα του να λένε τι σκέφτονται με τις λέξεις των άλλων. Αν το είχαν μάθει αυτό απ' τον Fénelon, ήταν γιατί η πρακτική του συγγραφέα Fénelon ήταν ήδη πρακτική μετάφρασης: για να μεταφράσει ένα πολιτικό μάθημα σε θρυλικό αφήγημα, ο Fénelon είχε μεταμορφώσει τα ομηρικά ελληνικά και τα βιργιλικά λατινικά στα γαλλικά του αιώνα του· και μαζί τη γλώσσα, σοφή ή αφελή, εκατοντάδων ακόμα κειμένων, από παιδικές ιστορίες στην ευρυμαθή ιστοριογραφία. Είχε επενδύσει σε αυτή τη διπλή μετάφραση την ίδια ευφυία που χρησιμοποίησαν οι Φλαμανδοί μαθητές για να εκφράσουν, με τις προτάσεις του βιβλίου του, τη γνώμη τους για το ίδιο βιβλίο.

Η ευφυία όμως που τους επέτρεψε να μάθουν τα γαλλικά στο Télemaque ήταν η ίδια που χρησιμοποίησαν για να μάθουν τη μητρική τους γλώσσα: παρατηρώντας και συγκρατώντας, επαναλαμβάνοντας και επαληθεύοντας, συσχετίζοντας αυτό που προσπαθούσαν να μάθουν με αυτό που ήξεραν ήδη, πράττοντας και αναστοχαζόμενοι αυτό που είχαν πράξει. Κινήθηκαν με τον τρόπο που δεν θα πρεπε υποτίθεται να κινείται κάποιος--με τον τρόπο των παιδιών, τυφλά, βρίσκοντας τη λύση σε αινίγματα. Και το ερώτημα τότε έγινε: Δεν ήταν απαραίτητο να ανατρέψουμε την αποδεκτή τάξη των αρχών της διανόησης; Δεν ήταν αυτή η ευτελής μέθοδος του αινίγματος η αληθινή κίνηση της ανθρώπινης ευφυίας όταν ανακτά την ιδιοκτησία της δικής της δύναμης; Δεν ήταν η απαγόρευσή της ένδειξη πάνω απ΄όλα της θέλησης να χωριστεί ο κόσμος της ευφυίας στα δύο; Οι υποστηρικτές της μεθόδου αντιπαραθέτουν την μη μέθοδο της τυχαιότητας στην μέθοδο του λογικού ειρμού. Προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός μικρού ζώου το οποίο, σκοντάφοντας πάνω σε διάφορα πράγματα, εξερευνά ένα κόσμο που δε βλέπει ακόμα και που θα αρχίσει να διακρίνει όταν το μάθουν πώς να βλέπει. Αλλά το ανθρώπινο παιδί είναι πρώτα απ' όλα ομιλόν παιδί. Το παιδί που επαναλαμβάνει τις λέξεις που ακούει και ο Φλαμανδός μαθητής που "χάνεται" μέσα στον Τηλέμαχο δεν προχωρούν δια της οδού σωστό/σφάλμα. Όλη τους η προσπάθεια, όλη τους η εξερεύνηση, τους σπρώχνει προς το εξής: Κάποιος τους έχει απευθύνει λόγια τα οποία θέλουν να αναγνωρίσουν ώστε να του αποκριθούν, όχι ως μαθητές ή ως σοφοί, αλλά ως άνθρωποι· με τον τρόπο που αποκρίνεσαι σε κάποιον που σου μιλά και όχι σε κάποιον που σε εξετάζει: κάτω από το σημάδι της ισότητας.**


*Η μετάφραση αφιερώνεται στη διωκώμενη δασκάλα Στέλλα Πρωτονοταρίου και σε κάθε "αδαή δάσκαλο" που βάζει σε πράξη το αξίωμα: "Η οικουμενική διδασκαλία είναι πάνω απ΄όλα η επαλήθευση της ομοιότητας αυτού για το οποίο είναι ικανοί όλοι οι λυτρωμένοι, όλοι όσοι αποφασίζουν να σκέφτονται τον εαυτό τους ως άνθρωπο, σαν όλους τους άλλους."

Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολύδρομο:  Περιοδική έκδοση για τη διγλωσσία και τον πολυπολιτισμό στην εκπαίδευση και την κοινωνία, τεύχος 2, Δεκ. 2009/Ιαν. 2010, σ. 18-21.

**Ολόκληρο το Ο αδαής δάσκαλος στα αγγλικά εδώ:



Δεν υπάρχουν σχόλια: