Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Η αρχή της πολιτικής και η αρχή των Πολιτικών (μέρος τρίτο)




III. "Ζώο Πολιτικό"

Περνάμε τώρα στο τρίτο από τα θέματα που τίθενται στα τρία πρώτα αυτά τμήματα των Πολιτικών: αυτό της πολιτικής φύσης του ανθρώπου ως έμβιου είδους. Και εδώ είναι εφικτό και χρήσιμο να απομονωθούν μια σειρά από συναφείς με το θέμα προτάσεις:

i. [1253a]: "Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον)."
ii. [1253a]: "Εκείνος δε που περνά τη ζωή του έξω από την πόλη, από τη φύση του και όχι από κάποια ατυχία, είναι ανήθικος ή κάτι ανώτερο από άνθρωπος."
iii. [1253a]: "Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες."
iv. [1253a]: "Και μόνος απ' όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι' αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ' όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες. Η κοινή γνώση αυτών των αξιών συντείνει στη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης."
v. [1253a]: "Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός."
vi. [1253a]: "Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ' όλα."
vii. [1253a]: "ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία."

Είδαμε ότι η αναφορά στoν συνδυασμό της αμοιβαίας εξάρτησης και της ανισότητας στις σχέσεις αρσενικού-θηλυκού είναι αυτή η οποία φαίνεται, αποσπασματικά και αντιφατικά όπως είδαμε, να εδραιώνει τη "φυσικότητα" των πολιτικών σχέσεων. Με απλά λόγια, το υπόρρητο επιχείρημα που έχει εκτιλυχθεί στα 1252a και 1252b έχει την εξής μορφή: όπως αρσενικό και θηλυκό έχουν ενστικτώδη ανάγκη το ένα του άλλου ενώ ταυτόχρονα είναι φύσει πλασμένα το ένα για να κυβερνά και το άλλο για να υπηρετεί, έτσι και άρχοντες και αρχόμενοι συνευρίσκονται από κάποια ενστικτώδη, φυσική ανάγκη, αλλά εξίσου διαχωρίζονται εκ φύσεως σε ό,τι αφορά τους ρόλους που τους αναλογούν μέσα στην πόλη.

Αυτή η διπλή εγγραφή της "φύσης", τόσο σε ό,τι αφορά στην αμοιβαία εξάρτηση όσο και σε ό,τι αφορά στην ανισότητα, είναι αυτή που υπογραμμίζει την "φυσικότητα" του πολιτικού πεπρωμένου του είδους. Πρόταση i.: "Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον)."

Η εισαγωγή της λέξης "ζώον" (το αδιαφοροποίητα έμβιο ον) εισάγει, από την άλλη πλευρά, την ανάγκη διαφοροποίησης της ίδιας της έννοιας της φύσης. Αν το πολιτικό πεπρωμένο του ανθρώπου είναι κάτι "φυσικό", αν εγγράφεται στην ίδια την λογική της φύσης, τότε ο φιλόσοφος πρέπει να διαχωρίσει τη φύση αυτή από την φύση που αφορά στα μη ανθρώπινα όντα. Αυτό είναι το πρόβλημα που πρέπει τώρα να επιλύσει το κείμενο.

Η πρώτη μορφή επίλυσής του θα εμφανιστεί στην πρόταση iii.: "Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες." Η διαφοροποίηση του πολιτικού ζώου που λέγεται άνθρωπος από τα άλλα ζώα είναι ζήτημα βαθμού και όχι απόλυτης διαφοράς. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο, αλλά αντίθετα με την συγκεχυμένη εντύπωση ότι αυτός είναι και ο ορισμός της μοναδικότητάς του στον Αριστοτέλη, περιβάλλεται και από άλλα, επίσης πολιτικά ζώα: τη μέλισσα και "όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες."

Η πολιτική φύση επομένως δεν είναι εξ αρχής στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ ανθρώπου και ζώου. Αντίθετα, είναι μέσο συσχέτισης των δύο. Γιατί; Επειδή η υπόθεση του Αριστοτέλη είναι προφανώς ότι το δίδυμο "αμοιβαία εξάρτηση/ανισότητα" δεν περιορίζεται στις ανθρώπινες κοινότητες, αλλά χαρακτηρίζει και τις ζωϊκές. Η κυψέλη ή η μυρμηγκοφωλιά είναι χώροι αμοιβαίας εξάρτησης και ανισότητας μεταξύ των μελών που τις συναπαρτίζουν, όπως και η ανθρώπινη πόλη. Τούτη όμως η κατεύθυνση στο επιχείρημα κινδυνεύει να καταστήσει τη φύση, για μια ακόμα φορά, στοιχείο ανατροπής της πολιτικής, εφόσον τη διασπείρει σε μια σειρά από χώρους που δεν είναι καν ανθρώπινοι. Αν η φύση διαφοροποιεί τους ανθρώπους σε ιεραρχική βάση, κινδυνεύει ωστόσο να καταργήσει την διαφοροποίηση του ανθρώπου από το ζώο (όχι τυχαία, η ζωή των συνεργατικών εντόμων κυρίως θα παρεισφρύσει πολλάκις στην πολιτική θεωρία ως μοντέλο προς μίμηση ή αποφυγή).

Χρειάζεται λοιπόν κάτι διαφορετικό, κάτι που να διαφοροποιήσει πιο απόλυτα από ότι μπορεί μόνη της η λέξη "πολιτικό" μια συγκεκριμένου είδους φύση από μια άλλη, ώστε να μπορέσει η πολιτική δομή να φυσικοποιηθεί μεν αλλά ως αμιγώς ανθρώπινη. Αυτό το κάτι άλλο είναι ο λόγος, τον οποίο ο Αριστοτέλης διαχωρίζει από την φωνή, αποδίδοντας τον πρώτο αποκλειστικά στους ανθρώπους και τη δεύτερη αποκλειστικά στα ζώα. Πρόταση iv.: "Και μόνος απ' όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι' αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ' όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες. Η κοινή γνώση αυτών των αξιών συντείνει στη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης."

Η διαφοροποίηση λόγου και φωνής, έλλογης ομιλίας και κραυγής, θεμελιώνει τώρα την αποκλειστική ικανότητα του ανθρώπου να εκφράζει "το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο". Και είναι αυτή η ικανότητα που καθορίζει τον άνθρωπο ως ζώο πολιτικό με τρόπο δραστικά διαφορετικό από τα άλλα ζώα, με τρόπο, δηλαδή ριζικά διαφορετικό από την απλή σύμπραξη της αλληλεξάρτησης και της ανισότητας. Πρόκειται για το σημείο της ρήξης της πολιτικής με την αδιαφοροποίητη φύση, τη φύση που αποτυγχάνει να διαφοροποιήσει το πολιτικό πεπρωμένο του ανθρώπινου είδους από την εμπειρία άλλων ζωϊκών ειδών. Πρόκειται επίσης για το σημείο όπου η όλη θεματική που βασίστηκε στο μοντέλο της σχέσης αρσενικού-θηλυκού φτάνει στα όρια της. Ας ξαναθυμηθούμε την πρόταση του 1252a: "Πρώτα–πρώτα, είναι ανάγκη να εξετάσει κατά ζεύγη εκείνα που είναι αδύνατο να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο, όπως π.χ. το αρσενικό και το θηλυκό από την άποψη της απόκτησης παιδιών (κι αυτό όχι από ελεύθερη βούληση, αλλά όπως και στ' άλλα ζώα και στα φυτά, από φυσική επιθυμία και τάση να αφήσουν άλλο όμοιό τους όταν πεθαίνουν)".

Το σεξουαλικό ένστικτο, αυτό που βρίσκεται στην αρχή της αλυσίδας που οδηγεί στην πόλη, δεν μπορεί ποτέ να εξισωθεί με ελεύθερη βούληση. Το ένστικτο της αναπαραγωγής είναι αντίθετα αυτό που έχουν κοινό άνθρωποι και ζώα, αυτό που συγχέει τις δύο οντικές επικράτειες, και άρα τις δύο δυνητικές σημασίες του πολιτικού ζώου: το ζώο που συνυπάρχει με άλλα σε ιεραρχικές σχέσεις, το ζώο που είναι μοναδικά πολιτικό γιατί διαθέτει λόγο και βούληση, γιατί διαθέτει το κριτήριο της επιλογής του δικαίου. Με την ανακάλυψη αυτή, μπορέσαμε βέβαια να εξηγήσουμε και πώς συνδέεται πραγματικά η τρίτη θεματική (και το εδάφιο 1253a) με τις πρώτες δύο (και τα εδάφια 1252a και b): Η θεματική της ζωικότητας είναι ήδη παρούσα στη σεξουαλικότητα (υπό τη μορφή της έλλειψης ελεύθερης βούλησης, της καθοδήγησης από το ένστικτο). Είναι ήδη παρούσα σε μια συγκεκριμένη γραμμή καταγωγής του πολιτικού (η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: βιολογικό ένστικτο-αναπαραγωγή-οικογένεια-συνάθροιση οικογενειών-πόλη), και η οποία δεν αφήνει κανένα χώρο για τη βούληση και κατ' επέκταση κανένα χώρο για τη δικαιοσύνη ως μοναδικά ανθρώπινη βάση της πολιτικής.

Τα πράγματα όμως δεν καταλήγουν σε ειδύλλιο. Εφόσον είναι εντελώς ασαφές το πού και πώς ακριβώς δημιουργείται το ρήγμα με την ευρύτερη "φύση" του βιολογικού ενστίκτου, το σημείο στο οποίο η πόλη σταματά να είναι απλό άθροισμα των συνεπειών της βιολογικής αναπαραγωγής, παραμένει αδύνατο να απολυτοποιηθεί η διαφορά ανθρώπου και ζώου, να δημιουργηθεί ένα πολιτικό ζώο που δεν θα είναι πια απλά περισσότερο πολιτικό από ότι τα άλλα αλλά απόλυτα, ποιοτικά διαφοροποιημένο από αυτά. Πρόταση v.: ""Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός."

Πρόκειται για την πρώτη από τρεις προτάσεις όπου θα επιστρέψει, αναπάντεχα, το επιχείρημα περί βαθμού αντί για αυτό της απόλυτης, ποιοτικής διαφοράς. Ο μη κοινωνικός άνθρωπος είναι ή ανώτερος από τον άνθρωπο (θεός) ή κατώτερος (θηρίο), ή ίσως ταυτόχρονα ανώτερος και κατώτερός του (και εδώ έχουμε την απαρχή της ιδέα του κυρίαρχου ως πολιτικού ζώου με την έννοια του πολιτικού θηρίου, του Λεβιάθαν, του περήφανα κτηνώδους της αυθνετικής κυριαρχίας έναντι εαυτού και άλλων στο οποίο θα εστιαστεί, στη Γενεαλογία της Ηθικής, ο Nietzsche).

Παρόμοια, έχουμε την πρόταση ii.: "Εκείνος δε που περνά τη ζωή του έξω από την πόλη, από τη φύση του και όχι από κάποια ατυχία, είναι ανήθικος ή κάτι ανώτερο από άνθρωπος." Ο μη πολιτικός άνθρωπος, ο άνθρωπος που περιφρονεί την πόλη, είναι είτε κατώτερος είτε ανώτερος του είδους.

Γιατί πρέπει να φανταστεί έναν τέτοιο άνθρωπο ο Αριστοτέλης, και γιατί είναι ανάγκη να τον φανταστεί στο σημείο ακριβώς που εγείρεται το θέμα του πολιτικού ζώου; Ας θυμηθούμε ότι η κρίση για το δίκαιο και το άδικο προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση, την απεμπλοκή από τη μηχανικότητα του βιολογικού ενστίκτου. Εϊναι απαραίτητο, για να θεμελιωθεί η δυνατότητα της βούλησης, να φανταστεί κανείς έναν άνθρωπο που δεν είναι αυτόματα προσαρτημένος στην πόλη, που δεν καθοδηγείται δηλαδή από την βιολογική αρχή της αμοιβαίας εξάρτησης. Το υποθετικό, αρνητικό μοντέλο του ανθρώπου που «δεν έχει ούτε οικογένεια, ούτε νόμους, ούτε εστία» δεν ορίζει το αφύσικο ή τερατώδες, όσο την αρνητική εκδοχή μιας ελευθερίας η οποία και είναι απαραίτητη για να διαχωριστεί η πολιτική από τον απλό συναγελασμό, την αυτοματική επιβεβαίωση της αλληλεξάρτησης.

Το γεγονός ότι η ελεύθερη βούληση είναι ικανή να εκφραστεί αρνητικά, υπό τη μορφή της απόρριψης της κοινωνίας και των νόμων της, είναι αυτό που οδηγεί στις προτάσεις vi. και vii.: "Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ' όλα." Και: "ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία." Η διαφοροποίηση του ανθρώπου από ένα μόνιμα, αδιαφοροποίητα μη ανθρώπινο ζώο (το οποίο πράττει πάντα κατά τον ίδιο τρόπο) είναι ποιοτική· οδηγεί όμως παραδόξως πίσω στην έκφραση μιας ποσοτικής διαφοράς, μιας διαφοράς με όρους ελάσσονος και μείζονος. Ο άνθρωπος που διακόπτει τη σχέση με το νόμο (επειδή, σε αντίθεση με το ζώο, έχει την δυνατότητα της ελεύθερης βούλησης) καταντά χειρότερος από ζώο. Ο μη ενάρετος άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο και άγριο ζώο. Με άλλα λόγια, αυτό που καθιστά τον άνθρωπο ποιοτικά διαφορετικό από το ζώο, η ύπαρξη ελεύθερης βούλησης, τον εισάγει σε μια συγκριτική και αντιστρέψιμη σχέση με τα μη ανθρώπινα όντα (ως άλλοτε ανώτερο και άλλοτε κατώτερο του ζώου). Και εδώ, με την αξεδιάλυτη αυτή σύγχυση οντολογικής διαφοράς και ποσοτικής διαφοροποίησης, με την τερατώδη αμφισημία του τι σημαίνει η πρόταση ότι ο άνθρωπος είναι "ζώο πολιτικό" (το βιολογικό ένστικτο που οδηγεί στην αναπαραγωγή αλληλεξαρτημένων και ιεραρχικά συναγελασμένων όντων; την ικανότητα, κόντρα στη μηχανικότητα του ενστίκτου, για ελεύθερη κρίση του δικαίου και του αδίκου; την δυνατότητα κατάπτωσης σε ζωώδη κατάσταση του άδικου ανθρώπου και την κτηνωδία που ενέχει η εκδοχή της πολιτικής ως βίαιης επιβολής; την πολιτική ως έκφανση συνέχειας με το ζωϊκό ή ριζικής αποσκίρτησης απ' αυτό;), θα σταματήσουμε αυτή τη συζήτηση επί της αρχής της πολιτικής και της αρχής των Πολιτικών.

Εν αρχή ην...η απορία, η αντίφαση, η αντινομία--το ανεπίλυτο και συνάμα αναπόδραστο κουβάρι κάθε αρχής.





Δεν υπάρχουν σχόλια: