Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Φιλοκτήτης μαινόμενος




Μη με ρωτάτε για τον πόλεμο.

Ούτε τη ματοκυλισμένη σκόνη της Τροίας κουβαλάω στα ρούχα μου
ούτε κλαγγές σπαθιών και ουρλιαχτά συντρόφων
μεσ’ τ’ αυτιά μου. Μόνο τον απεχθή εκείνο παφλασμό
του κύματος πάνω στον ξεχασμένο βράχο,
τ' αλάτι που σκαλίζει την ηλίθια επιμονή της πέτρας
όπου αντικρίζω στεφανωμένος με τα φύκια
την αλμυρή μου τη ντροπή.

Χωρίς μια μάχη πέρασε η ζωή, αλλά η πληγή, πληγή.

Τι κι αν σκορπίσανε τα εντόσθιά τους σύντροφοι
μέσα στα χώματα αναζητώντας
δόξα ή εκδίκηση ή μία τέλoς πάντων ομηρική αράδα·
εγώ κυλιέμαι κάτω σαν τον σκύλο μακριά απ' τα γεγονότα.
Δεν έχει λυτρωμό το σφίξιμο των γνάθων μου·
στην άμμο γράφονται όλες μου οι στριγγλιές
και οι βρισιές και οι κατάρες μου άδεια όστρακα κατάντησαν
κέλυφος μόνο αδειανό, η σάρκα τους λιωμένη.

Κι έτσι όπως σαπίζω και σαπίζω χωρίς τέλος,
έγινε η αρρώστια μου νησί, και το νησί αρρώστια.
Αυτάρκης ξετυλίγεται, γύρω απ’ τον εαυτό της
και έτσι, έναν ακόμα βρήκε ο δαίμονας τρόπο να με σαρκάσει:
φιδιού μορφή ο πόνος μου, φίδι και η πηγή του.

Το ξέρω πώς θα έρθουνε κάποτε να με βρουν
ένδοξοι κάποιοι Αχαιείς και βιαστικοί για δράση.
Οι καιροσκόποι άλλωστε καιρό πάντοτε βρίσκουν
άλλοτε αρκετό για να ξεχνούν, άλλοτε να θυμούνται.
Δεν θα χουν δώρο γιατρειά. Θα ρθουν για ένα διάλειμμα
αφηγηματικό, παρένθεση στο δράμα,
μια αφορμή να αλλάξουν φορεσιές οι πρωταγωνιστές
καθώς θα ανακλαδίζεται του έθνους η προσήλωση
ανάμεσα σε τζίτζικες και σε χασμουρητά.

Θα ρθουν για να αρπάξουν απ’τα χέρια μου ό,τι έχει απομείνει.
Μια δήλωση ευπείθειας, ή εθνικοφροσύνης,
αλληλεγγύης με τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής—
ο Οδυσσέας έχει πρόσωπα πολλά, κανένα τους δικό του.
Και γω θα τους τα δώσω κι αυτά και τ’ άλλα όπλα,
ο ευτελής, κι ας συνεχίζει να ζέχνει το ποδάρι μου
κι ας συναντάει της ψευτιάς η άυλη μπόχα της σάρκας το σκουλίκιασμα
κι ας φτάνουνε κι οι δυο τους ως τα πάνω, στου Ολύμπου τα ρουθούνια.

Τόσο πολύ με τσάκισε αυτή η εξορία.
Τόσο πολύ σιχάθηκα το κρώξιμο του γλάρου.



Δεν υπάρχουν σχόλια: