Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Η φαντασιακή εκδίκηση των μικροαστών: Θεσσαλονίκη και άκρα δεξιά


Η αφορμή ήταν ένα ακόμα θανάσιμο χτύπημα του Νομάρχη Θεσσαλονίκης σε βάρος της όποιας αισθητικής και ιστορικής συναίσθησης έχει απομείνει στην πόλη. Φυσικά, η πρώτη, αυθόρμητη αντίδραση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το γέλιο. Το γέλιο όμως αυτό έχει ήδη κάτι τραυματικό και συνάμα ανειλικρινές μέσα του. Το ακατάσχετο εθνικιστικό κιτς έχει ως σπόνσορα έναν επίσημο κρατικό φορέα, που με τη σειρά του ελέγχεται από πρόσωπο εκλεγέν από την πλειοψηφία των δημοτών. Δεν είναι ακριβώς αστείο αυτό για μια πόλη που ιστορικά συνδέθηκε με ένα Δελμούζο και έναν Τριανταφυλλίδη, με ένα Γιώργο Ιωάνου και ένα Σαββόπουλο. Κάτω απ' το γέλιο θάβουμε την ανίκανη να αρθρωθεί πολιτικά οργή για την πόλη που χάθηκε, την οργή για την πόλη που ήρθε. Και αυτό δεν απέχει και πολύ από την μορφή ανήμπορης εκδίκησης που πρώτος ο Nietzsche ανέλυσε ως ressentiment--μνησικακία.

Αυτό που έχουμε ανάγκη συνεπώς δεν είναι άλλη μια ευκαιρία για εκτόνωση δια της οδού του σαρκασμού, αλλά μια ευκαιρία για αναστοχαστική κατανόηση· η προτροπή του Baruch Spinoza--"non riddere, non luggere, neque detestari, sed intelligere"--παραμένει πολιτικά ζωτική, κυρίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου ο κατά συρροή "χαβαλές" με τους "γραφικούς" κρύβει την θλιβερή αποδοχή της αδυναμίας και της παράλυσης, της ανικανότητας αντίδρασης απέναντι στο σκάνδαλο της ανόδου της ασημαντότητας (Καστοριάδης). Για να μη μιλήσουμε για την προοπτική αρμονικού συντονισμού μεταξύ του καγχασμού απέναντι στους νέους βαρβάρους και του ίδιου του κλίματος ισοπεδωτικής ελαφρότητας και απέχθειας προς την σκέψη που τους θρέφει.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναδημοσιεύω εδώ μια πρώτη, στοιχειώδη συζήτηση του προβλήματος από τον Πέτρο Θεοδωρίδη, την ομιλία με τίτλο "Εθνολαϊκισμός και Θεσσαλονίκη" που έγινε το 2005 και που δημοσιεύτηκε στο blog Πόντος και αριστερά (pontosandaristera.wordpress.com).

Έχω συντομεύσει την ομιλία, αφαιρώντας το κομμάτι που επικεντρώνεται στον εθνολαϊκισμό της εκκλησίας. Εστίασα στα στοιχεία που νομίζω ότι παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον--και που στρέφονται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την συζήτηση για την πολιτική δυναμική της μνησικακίας ως συμπτώματος, και της σχέσης της μνησικακίας με τη διαμόρφωση της μικροαστικής συνείδησης στη Θεσσαλονίκη από το 1990 και μετά (από την πόλη, έχει το ενδιαφέρον του, έφυγα, ουσιαστικά για πάντα, το 1991).

Στο μέλλον, ίσως μπορέσουμε να μοιραστούμε κάποια σημαντικά στοιχεία από την Γερμανική περίπτωση, όπως το εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε ό,τι αφορά στις υπόγειες και προφανείς μεταμορφώσεις της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, βιβλίο του Siegfried Kracauer Οι μισθωτές μάζες. Ο Kracauer καταγράφει τις ψυχοπολιτικές παραμορφώσεις που κληροδότησαν στη γερμανική μικροαστική τάξη η εξευτελιστική συνθήκη των Βερσαλλιών, τα διαψευσμένα καταναλωτικά όνειρα, ο καλπάζων πληθωρισμός και ο φόβος της ανεργίας--παραμορφώσεις πάνω στις οποίες, όπως δείχνει, βασίστηκε ουσιαστικά η πολιτική άνοδος του ναζισμού ως πλειοψηφικού ρεύματος μέσα στη δημοκρατία της Βαϊμάρης.

“…

Θα ήθελα εδώ να θυμίσω ότι ο όρος εθνικισμός έχει υποστεί στην διάρκεια της ιστορίας του πολλές μεταμορφώσεις.

Διαφορετικός ήταν ο εθνικισμός της Γαλλικής Επανάστασης (πολλοί τον λένε πολιτικό εθνικισμό ), από τον ρομαντικό η τον ολοκληρωτικό εθνικισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον λαϊκισμό που ξεκίνησε ως όρος από τον επαναστατικό λαϊκισμό και θεωρήθηκε στην Ελλάδα ως συνώνυμο περίπου της πρώτης δεκαετίας του ΠΑΣΟΚ ως λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου. Για τα ζητήματα αυτά υπάρχει βέβαια μια σχεδόν αχανής βιβλιογραφία. Για την οικονομία του χρόνου θα προσπαθήσω να αποδώσω με λίγα λόγια ότι προσπαθούμε να σημάνουμε με τον όρο εθνολαϊκισμός.

Προσπαθούμε να σημάνουμε την συνάντηση δυο ιδεολογιών. Ο εθνικισμός κατέληξε να σημαίνει την υπερβατική σχεδόν λατρεία του έθνους ως φετίχ. Ο λαϊκισμός από την άλλη πλευρά ως ιδεολογία ενέχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον λαό, όχι με την νομική, την ιστορική, ή την ταξική του έννοια αλλά μάλλον ως μια συναισθηματική έννοια πού αφορά όσους αισθάνονται τον εαυτό τους ως μη προνομιούχοι και αδικημένοι.

Όπως βλέπουμε και οι δυο όροι κατέληξαν πια να σημαίνουν όχι κάτι που αναλύεται με πολιτική ορολογία αλλά κυρίως με αισθήματα:Το αίσθημα της υπέρμετρης αγάπης για την πατρίδα στον εθνικισμό, το αίσθημα της πικρίας και μνησικακίας στον λαϊκισμό.

Ετσι, με τον όρο εθνολαϊκισμός προσπαθούμε να δείξουμε την συνάντηση αυτών των δυο ιδεολογιών, των δυο ρητορικών.

Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πρωτότυπο φαινόμενο που συνθέτει νέου τύπου ταυτότητες. Συνθέτει την ιδέα της αγάπης του έθνους με τα λαϊκά στρώματα ως αναπλήρωσης αυτού που νομίζουν ότι τους έχουν στερήσει. Συνθέτει μια νέα ηθική όπου η επίδειξη μικροαστικής κακομοιριάς και παράπονου συμπλέει με την επίδειξη ενός καταναλωτικού νεοπλουτισμού. Αναδεικνύει έναν έρποντα νεορατσισμό που δεν έχει επεξεργασία ιδεολογική αλλά συνυπάρχει με συναισθήματα ματαίωσης προσδοκιών, φόβου για το μέλλον και ένα διάχυτο αίσθημα στέρησης. Τέλος, ο εθνολαϊκισμός συνδέεται με ένα διάχυτο αίσθημα μνησικακίας για το οποίο θα μιλήσω παρακάτω.

Ετσι στην ομιλία μου θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ σε 3 κομβικά σημεία:

Α) στην σύντομη παρουσίαση τον κεντρικών χαρακτηριστικών του σύγχρονου εθνολαϊκισμού
Β) στην προσπάθεια παρουσίασης των βασικών συναισθημάτων που συναρθρώνονται με την εθνολαϊκίστικη ιδεολογία και,
Γ) τα ελληνικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνολαϊκισμού
Δ) τον τηλεοπτικό λαϊκισμό της Εκκλησίας
Ε) την σχέση του εθνολαϊκισμου με τη Θεσσαλονίκη

Α)

Σε ό,τι αφορά γενικά τον όρο λαϊκισμό θα ήθελα να πω ότι αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο « λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο, σε ένα λόγο (που) διχοτομεί την κοινωνία μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων»
«Πυρηνικό στοιχείο όλων των λαϊκισμών είναι μια συγκεκριμένη έγκληση του λαού ως υποκείμενου ένα «ρητορικό στυλ» το οποίο εξαρτάται από εγκλήσεις στο λαό».

Εντούτοις, κάθε έγκληση προς τον λαό δεν συνιστά αυτομάτως λαϊκισμό. Εκείνο που μετασχηματίζει μια λαϊκή έγκληση σε λαϊκίστικη είναι η πολεμική ρητορική της δομή.
Τα στοιχεία αυτής της πολεμικής ρητορικής είναι ο αντί ελιτισμός αλλά και ο εκθειασμός του λαού, καθώς και η εμμονή στο Ήθος του «μέσου ανθρώπου», στην άμεση επικοινωνία με τους καθημερινούς ανθρώπους, τους απλούς, έντιμους, υγιείς πολίτες.

Μερικά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του λαϊκισμού είναι:

α) η προσωπική έκκληση στο λαό.
β) η επιδεικτική υπεράσπιση της «εθνικής ταυτότητας» (η οποία θεωρείται ότι απειλείται)
γ) η συστηματική εργαλειακή εκμετάλλευση συλλογικών μορφών μνησικακίας
δ) η καταγγελία της παρακμής
ε) η ανάδειξη ενός λαϊκού δημαγωγού ηγέτη
στ) η συστηματική προσφυγή σε δημαγωγικά κλισέ

Σε αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούμε να προσθέσουμε μερικά ακόμα που αφορούν κυρίως στον ελληνικού τύπου λαϊκισμό:
Ο ελληνικός λαϊκισμός είναι ηθικολογικός. Τον ενδιαφέρει η έμμονη σε μια «ηθική του φρονήματος» και στο αυταπόδεικτο δίκαιο των «λαϊκών αιτημάτων». Τον χαρακτηρίζει και μια εργαλειακή αντίληψη του κράτους. Όταν τους αφορά άμεσα , οι λαϊκιστές θέλουν το κράτος αρωγό και όχι ισχυρό. Όταν όμως, πρόκειται για υποθέσεις που δεν τους αφορούν άμεσα, δεν αντιλέγουν σε ισχυρές και αυταρχικές κρατικές παρεμβάσεις.


Β)
Στο δεύτερο μέρος, δηλαδή στην παρουσίαση των βασικών συναισθημάτων που συναρθρώνονται με την λαϊκίστικη ιδεολογία θα επικεντρωθώ στο αίσθημα της μνησικακίας, που κατά τη γνώμη μου χαρακτηρίζει τον εθνολαϊκισμό:
Να σκεφτούμε κατ’ αρχήν ότι σε όλες σχεδόν τις ιδεολογίες τα συναισθήματα διαδραματίζουν έναν βασικό ρόλο. Και οι εθνολαϊκές αναδιπλώσεις σήμερα συνοδεύονται και από μια ηχηρή επίκληση του συναισθήματος. Το συναίσθημα, ως φαντασιακή επίκληση της αγάπης, δηλαδή η εργαλειακή χρήση του συναισθήματος, μοιάζει να συνοδεύει τον σύγχρονο λαϊκίστικο και εθνικιστικό λόγο.

Στον εθνολαϊκισμό, πιστεύω ότι το κυρίαρχο συναίσθημα είναι μια ειδική στάση, όχι απλά ο φθόνος ούτε η οργή αλλά αυτό που ο Μαξ Σελλερ ορίζει ως μνησικακία. Σύμφωνα με τον Μαξ Σελλερ «η μνησίκακη κριτική δεν θέλει αυτό που διατείνεται ότι θέλει αλλά χρησιμοποιεί το κακό ως βάση για να λοιδορεί».

Τι είναι η όμως η μνησικακία;
Η μνησικακία δεν είναι απλά συναίσθημα αλλά μάλλον ένα συνοθύλευμα συναισθημάτων. Συναίσθημα είναι η φυσιολογική ανταπόκριση σε κάποιο ερέθισμα. Το αίσθημα της μνησικακίας είναι μια περίπλοκη συναισθηματική κατάσταση, συνδυασμός συναισθηματικών και φανταστικών στοιχείων.

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά της μνησικακίας και οι ποιες οι συνθήκες που την εκκολάπτουν ;
Κατά τον Νίτσε η μνησικακία είναι χαρακτηριστικό των όντων «που τους απαγορεύεται η πραγματική αντίδραση» (…..) και αυτοαποζημιώνονται με μια εκδίκηση κατά φαντασίαν.

Όμως την μνησικακία ως έννοια με κοινωνιολογικό ενδιαφέρον ανέπτυξε πιο ξεκάθαρα ο Μαξ Σέλερ που θεωρεί ότι «Η φιλέκδικη διάθεση ρέπει προς την μνησικακία καθόσον το αντικείμενο της είναι μια διαρκής, παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων την οποία συναισθάνεται σαν «μόνιμη» βρισιά» που διαφεύγει από τη βούληση του υβριζόμενου, (...) αυτή η προσβολή εμφανίζεται ως κάτι το μοιραίο».

Ένα κύριο χαρακτηριστικό της μνησικακίας είναι η σχέση με τη μνήμη. Η μνησικακία μηρυκάζει, αναθυμάται και ανασυνθέτει άλλα πικρά συναισθήματα: την κακεντρέχεια, τον φθόνο, το μίσος.

Πάλι ο Μαξ Σελλερ γράφει «ο κακεντρεχής εκδικείται (….) ο μισητής βλάπτει τον εχθρό του (….) ο φθονερός πασχίζει να αποκτήσει το αντικείμενο του φθόνου του (...) όλοι αυτοί αγνοούν την μνησικακία. Για να υπάρξει αυτή , θα πρέπει τα παραπάνω συναισθήματα να (…) συνοδεύονται από την αδυναμία μετατροπής τους σε πράξεις, ώστε να« ξινίσουν».

Ας δούμε όμως ορισμένες προϋποθέσεις που είναι υπαρκτές στις νεωτερικές κοινωνίες για την καλλιέργεια της μνησικακίας όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαξ Σέλερ: Η πρώτη είναι μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η Μνησικακία εμφανίζεται «σε κοινωνίες σαν τη δική μας όπου μια κοινωνική ισότητα επισήμως αναγνωρισμένη, συνυπάρχει με υπέρογκες διαφορές, κ.λ.π Κοινωνία όπου ο καθένας έχει το «δικαίωμα» να κρίνει τον εαυτό του ισάξιο με έναν άλλο, αλλά εμπράκτως αδυνατεί».

Η δεύτερη ικανή συνθήκη συναφής με την προηγούμενη είναι ότι πρέπει να υπάρχει σύγκριση. Αν δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με άλλους δεν μπορείς να νιώσεις μνησικακία.

Τρίτη, τέλος, συνθήκη είναι ο αμετάκλητος χαρακτήρας της αδικίας την οποία νιώθεις ότι υφίστασαι. Η εκάστοτε αδικία , από την οποία εκκινεί η φιλέκδικη διάθεση πρέπει να βιώνεται, ως κάτι που δεν αλλάζει με τίποτα.

Αυτές οι συνθήκες οδηγούν κατά τον Σελερ στον μνησίκακο άνθρωπο.

Η μνησίκακη στάση οδηγεί έτσι σε μια αντιστροφή των αξιών: «ο μνησίκακος άνθρωπος…., αυτοδηλητηριάζεται ηθικά. Ενώ αρχικά θαυμάζει τις αξίες και τα προνόμια τα οποία δεν διαθέτει (επειδή ακριβώς δεν μπορεί να τα αποκτήσει), τα ακυρώνει και δίνει αξία στα ακριβώς αντίθετα». Δηλαδή ο μνησίκακος άνθρωπος σκέφτεται κάπως έτσι :«Στην αρχή θαυμάζω τον πλούσιο, τον ωραίο, τον αριστοκράτη, τον μορφωμένο, τον διάσημο. Επειδή όμως εξ ορισμού δεν μπορώ να γίνω σαν κι αυτούς και δεν μπορώ να τους συναγωνιστώ, ανακλάται μέσα μου μια σιωπηλή εχθροπάθεια, για κάτι που μου υπεξαιρέθηκε ενώ το δικαιούμαι. Ετσι σιγά σιγά, αυτό που θαύμαζα αρχίζω να το υποτιμώ».

Συνοψίζοντας θα ήθελα να θυμίσω μερικά χαρακτηριστικά της σχέσης του εθνολαικισμου με την μνησικακία:

1. το στοιχείο της μνήμης στην έννοια της μνησικακίας. Η μνησικακία είναι μνήμη που μηρυκάζει, που ανα-μασά που ανα-θυμάται.

2. Η μνησικακία αφορά σε μια λιμνάζουσα κατάσταση που την σημαδεύει η ανημποριά, η αδυναμία απάντησης.

3. Θεωρώ επίσης ότι ενυπάρχει ένα αίσθημα απόλαυσης στην μνησικακία καθώς αυτή οδηγεί σε ναρκισσιστικές παλινδρομήσεις. Έτσι η εικόνα του έθνους μεταφράζεται σε μια φαντασιακή αγκαλιά, σε μια φάτνη όπου ο πληγωμένος ναρκισσισμός βρίσκει καταφύγιο.

4. Ακόμη η μνησικακία συνδέεται με την αδυναμία εκφόρτισης, εκδραμάτισης.

Καθώς το σημερινό διεθνές περιβάλλον δεν επιτρέπει την ανάδυση ενός φανερού εθνικιστικού ρατσιστικού λόγου, ο σύγχρονος (και ελληνικός) εθνικισμός ξεδιπλώνεται ως μνησίκακος λόγος. Γίνεται ένας υπόκωφος, μη εκδραματισμένος λόγος που δηλητηριάζει το πολιτικό σκηνικό, που όμως το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι υποφώσκει και δεν εκδηλώνεται ανοιχτά.


Γ)

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την μνησίκακη πλευρά του σύγχρονου ελληνικού εθνολαϊκού λόγου θα ήθελα εδώ να σταθώ σε ορισμένα στιγμιότυπα της ελληνικής καθημερινής συμπεριφοράς που κάποιοι μελετητές σαν τον Καραποστόλη ονομάζουν προστριβές.

Για να καταλάβουμε τις προστριβές, θα πρέπει να τις αντιδιαστείλουμε από τις συγκρούσεις. Στην Δυτική Ευρώπη έχουμε συγκρούσεις, εδώ στην νεοελληνική κοινωνία προστριβές. «Για να λάβει χώρα μια σύγκρουση απαραίτητο είναι οι επιθετικές εκατέρωθεν πράξεις να οδηγούνται από προθέσεις που είναι αρκετά σαφείς ώστε τα εμπόδια της άλλης πλευράς να γίνονται αντιληπτά ακριβώς και εντελώς ως τέτοια. Για τούτο η σύγκρουση συνοδεύεται από σχετικά σταθερά αισθήματα. Αντίθετα «Οι προστριβές είναι οι διεγερμένες από αβεβαιότητα συναντήσεις (…)Τα άτομα και οι ομάδες έρχονται σε αντιπαράθεση, διαφιλονικούν, διαπληκτίζονται, με όρους προκαταβολικούς». (….) Οι προστριβές παραπέμπουν, σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εννοήσει τον εαυτό της, να αναγνωρίσει τα συστατικά της και να καθιερώσει τους κανόνες και τις αρχές της.

Στην προστριβή ο μειονεκτών που συγκρίνει τον εαυτό του με τον οιονεί αντίπαλο συνθέτει την εικόνα ενός εαυτού παραγκωνισμένου από κάποιον που δεν υπερέχει ούτε διανοητικά ούτε ηθικά από αυτόν (...). » και αυτό τον οδηγεί στο να ρέπει προς την μνησικακία.

Η ανημποριά αποτελεί μια από τις βασικές προϋπόθεσης για την ανάπτυξη της μνησικακίας, μαζί με την πεποίθηση πως εκείνος που διαθέτει πλούτο η δύναμη δεν είναι οπωσδήποτε ανώτερος από τον ανήμπορο. Στην Ελλάδα, όπως λέει ο Καραποστόλης. «Ο μειονεκτών είναι ανήμπορος. Χωρίς μάρτυρες και συνηγόρους από μέρους της κοινωνίας νιώθει πως είναι απόλυτα εκτεθειμένος σε άνισες και άδικες σχέσεις με τους άλλους».

Σε αυτή την συσσωρευμένη επιθυμία (ανήμπορης ) εκδίκησης του αιτούντος πολίτη -που εν τέλει μεταβάλλεται σε ικέτη- βρίσκονται μάλλον τα αίτια της ελληνικής μνησικακίας.

[...]

Ε)
Τώρα, στο τελευταίο μέρος της ομιλίας μου θα ήθελα να σταθώ σε κάποια χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνολαϊκισμού, ιδιαίτερα όπως αυτός εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια μοιάζει να είναι ο κατεξοχήν ελληνικός τόπος στον οποίο συναντήθηκαν εθνικισμός και λαϊκισμός . Η Θεσσαλονίκη, η πόλη που η δεκαετία του ‘90 την γέμισε ματαιώσεις και διαψεύσεις, που βλέπει διαρκώς το χάσμα με την Αθηνά να μεγαλώνει, οδηγείται σε μνησίκακα αισθήματα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που την δεκαετία του '90 πίστεψε ότι θα γίνει πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Ήταν ο τόπος των μεγάλων εθνικιστικών συλλαλητηρίων για το όνομα της Μακεδονίας, πόλη πρώην κοσμοπολίτικη με ένδοξο απώτερο και αμφιλεγόμενο μεταπολεμικό παρελθόν. Πόλη κάποτε των εργατικών κινημάτων αλλά και των παρακρατικών οργανώσεων που οδήγησαν στην χούντα. Πόλη όπου κατά την δεκαετία του ‘50 και ‘60, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο, αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός και το ειδικό κοινωνικό βάρος των μικροαστικών στρωμάτων. Οταν μάλιστα από τις αρχές της δεκαετίας του '60 αυξήθηκαν σημαντικά οι καταναλωτικές δαπάνες κύρους, τα μικροαστικά της στρώματα άρχισαν να απολαμβάνουν την «επιτυχία» και την «αναγνώριση», να αποκτούν αυτοεκτίμηση, ιδιαίτερα όταν βλέπουν τα παιδιά τους να διαπρέπουν στα γράμματα.

«Στη Θεσσαλονίκη», λέει ο Γ. Ιωάννου στο βιβλίο του Η Πρωτεύουσα των Προσφύγων με την οικονομική άνοδο των τελευταίων δεκαετιών, έχει απλωθεί μια πολυάριθμη μικροαστική ή ψευδομικροαστική ταξη (όπου) οι νέοι πλούσιοι δεν έχουν παλιώσει ακόμη, ώστε να βαρεθούν τις υλικές απολαύσεις και εκπλήξεις και να αναζητήσουν τα πνευματικά αγαθά».

Ακόμη ο Γ. Ιωάννου θυμίζει ότι «Στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1950 μεγάλη υπόληψη είχε το επάγγελμα του γιατρού. Κατόπιν ερχόταν του δικηγόρου. Του καθηγητή ήταν πολύ ξεπεσμένο οικονομικά, του δασκάλου ακόμα χειρότερα. Και φυσικά οι μεγάλοι μας πίεζαν να γίνουμε γιατροί η δικηγόροι».

Όμως η διάψευση ήρθε γρήγορα. Η Θεσσαλονίκη στην δεκαετία του ‘90 βλέπει την δυναμική της κοινωνικής της κινητικότητας να εξανεμίζεται. Τις ελπίδες των μικροαστών διαδέχεται η μνησικακία.

Η Θεσσαλονίκη επίσης είναι και η πόλη και των θρησκευτικών οργανώσεων, η πόλη όπου ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος απηύθυνε την περίφημη ‘Ομιλία κατά τη μεγάλη Λαοσύναξη της Θεσσαλονίκης, το έτος 2000 που κατά τη γνώμη μου μπορεί να θεωρηθεί ως ο πανηγυρικός λόγος του εθνολαϊκισμού.

Θυμίζω ότι πρόκειται για ένα λόγο εν μέσω της διαμάχης για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Σε αυτήν ο εκκλησιαστικός λόγος ξεδίπλωσε τις πτυχές του ως εθνολαϊκός λόγος: ”Ναι, η παράδοση μας περνά μέσα από Ορθοδοξία, εθνικότητα και γλώσσα” αναφωνεί ο Αρχιεπίσκοπος Χριστοδουλος, και ” Θα μείνουμε αυτό πού είμαστε: πρώτα Έλληνες και Χριστιανοί, και μετά Ευρωπαίοι”.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επινοήσω ένα φανταστικό σενάριο για τη Θεσσαλονίκη. Να πως καταρχήν ότι το σενάριο καμία σχέση δεν έχει με πρόσωπα υπαρκτά, κάθε τέτοια σχέση θα είναι εντελώς συμπτωματική.

Φανταστείτε μια μελλοντική Θεσσαλονίκη. Ο εθνολαϊκισμός και μαζί του η μνησικακία του ανήμπορου και ματαιωμένου μικροαστού θεριεύει. Αναζητείται επειγόντως ένας χαρισματικός ηγέτης να την λυτρώσει και να τη σώσει.

Σ αυτή τη πόλη εμφανίζεται ένας άνθρωπος. Ας τον ονομάσουμε Χ. Είναι υπερβολικά φιλόδοξος, σαν τον πολίτη Κέην στην ταινία του Ορσον Ουέλς. Ονειρεύεται να γίνει ηγέτης της πόλης. Μόνο που έχει ένα μικρό πρόβλημα. Δεν διαθέτει κανένα απολύτως προσόν, κανένα χάρισμα. Δεν είναι καλά μορφωμένος· είναι μάλλον ημιμαθής. Δεν είναι γοητευτικός. Δεν χειρίζεται καλά τον λόγο. Δεν ανήκει καν σε ένα από τα μεγάλα τζάκια της πόλης ώστε να επικαλεστεί την καταγωγή του. Επιπλέον είναι μάλλον άσχημος και απωθητικός.

Όμως αυτά τα μικροπροβλήματα δεν θα σταθούν εμπόδιο για τον Χ. Θα μετατρέψει τα μειονεκτήματα του σε πλεονεκτήματα και αυτό θα αποδειχτεί το μεγάλο ταλέντο του. Θα χρησιμοποιήσει την μνησικακία, τον απωθημένο φθόνο, την καταπιεσμένη οργή του κάθε ανήμπορου μικροαστού. Θα ανακατευτεί μαζί τους θα πάει σε γάμους και βαφτίσια και γιορτές, ακάλεστος στην αρχή μέχρι να τον γνωρίσουν. Θα τραγουδήσει μαζί τους. Θα κάνει μικρορουσφετάκια. Θα καλύψει την ρητορική του ανεπάρκεια με το κρυφό του μεγάλο όπλο, το θράσος. Θα λέει ότι του κατέβει. Θα μοιράσει σημαιούλες στα παιδάκια.

Εν τέλει θα πετύχει το ακατόρθωτο. Θα τον λατρέψουν, αυτόν που δεν θα έχει κανένα χάρισμα, ως τον νέο χαρισματικό ηγέτη. Γιατί θα ταυτισθούν μαζί του, θα πουν 'είναι ένας από εμάς'. Θα τον στέψουν αυτοκράτορα της πόλης. Και το πιο παράξενο, δεν θα αποτύχει, θα μείνει στο απυρόβλητο σε αντίθεση με όλους τους παλαιοτέρους, πραγματικά χαρισματικούς ηγέτες. Γιατί αντίθετα απ' ότι αυτοί δεν θα έχει δώσει καμία υπόσχεση, δεν θα γεννήσει προσδοκίες για κανένα θαύμα. Το μόνο του σχεδόν ανίκητο στήριγμα θα είναι το κλίμα του εθνολαϊκισμού και της μνησικακίας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας ζητήσω να μην πάρετε στα σοβαρά αυτό το σενάριο. Ολοφάνερα είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Και αν τυχόν συμβεί, θα αφορά στο απώτατο μέλλον. Το καταθέτω απλώς ως δείγμα πολιτικής φαντασίας.







4 σχόλια:

Νοσφεράτος είπε...

ωραια

Jiannis_5 είπε...

Γεια,ερώτηση προς το συγγραφέα του άρθρου:
που μπορούμε να βρούμε το βιβλίο του Kracauer μεταφρασμενο;

RDAntonis είπε...

Δυστυχώς, δεν νομίζω να κυκλοφορεί το βιβλίο. Από βιβλία του Κρακάουερ εντόπισα στα ελληνικά μόνο την Θεωρία του Κινηματογράφου. Ίσως να έχει μεταφραστεί και το Από τον Καλιγκάρι στον Χίτλερ, αν και δεν το έχω εντοπίσει.

Η έκδοση που έχω εγώ είναι αγγλόφωνη και είναι αυτή: http://www.amazon.com/Salaried-Masses-Distraction-Weimar-Germany/dp/1859841872

Νοσφεράτος είπε...

το αναδημοσιευσα
http://nosferatos.blogspot.com/2011/10/radical-desire.html