Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Η αρχή της πολιτικής και η αρχή των Πολιτικών (μέρος δεύτερο)



ΙΙ. Περί της αλληλεξάρτησης και της ανισότητας

Προχωράμε τώρα στη δεύτερη θεματική, αυτή που αφορά τα θεμέλια του άρχειν και της ανισότητας. Θα ακολουθήσουμε την ίδια απλή μέθοδο, απομονώνοντας μια σειρά σχετικών προτάσεων από το κείμενο:

i. [1252a]: "Πρώτα–πρώτα, είναι ανάγκη να εξετάσει κατά ζεύγη εκείνα που είναι αδύνατο να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο, όπως π.χ. το αρσενικό και το θηλυκό από την άποψη της απόκτησης παιδιών (κι αυτό όχι από ελεύθερη βούληση, αλλά όπως και στ' άλλα ζώα και στα φυτά, από φυσική επιθυμία και τάση να αφήσουν άλλο όμοιό τους όταν πεθαίνουν). Το ίδιο επίσης συμβαίνει και στα πλάσματα, που από τη φύση τους είναι γεννημένα να κυβερνούν, και για εκείνα που υπακούουν."
ii. [1252a]: "Γι' αυτό κι ο κύριος κι ο δούλος έχουν τα ίδια συμφέροντα."
iii. [1252b]: "Από τη φύση επομένως η γυναίκα κι ο δούλος είναι αντίθετα"
iv. [1252b]: "Στους βαρβάρους, η γυναίκα κι ο δούλος ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Ο λόγος αυτού του φαινομένου είναι ότι δεν έχουν, όπως είναι φυσικό, άρχοντες, κι η κοινωνία τους αποτελείται από δούλους και δούλες. Γι αυτό λένε οι ποιητές: 'τους βαρβάρους οι Έλληνες πρέπει να κυβερνούνε' σα να ταυτίζονται από τη φύση τους οι βάρβαροι με τους δούλους, από το σμίξιμο, επομένως του αρσενικού και του θηλυκού, του αφέντη και του δούλου σχηματίζεται πρώτη η οικογένεια και σωστά ο Ησίοδος γράφει σ' ένα ποίημά του: 'πρώτα ν' αποκτήσεις σπίτι 
κι ύστερα γυναίκα και βόδι για τ' αλέτρι'".

Στην πρόταση i., ο Αριστοτέλης πρωτοεισάγει τη θεματική της ανισότητας μάλλον παράδοξα. Και αυτό, γιατί αυτό που φαίνεται να περιγράφει είναι η μάλλον διαφορετική έννοια της αμοιβαίας εξάρτησης: "ζεύγη [...] που είναι αδύνατο να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο". Το προνομιακό παράδειγμα αυτής της σχέσης είναι η αλληλεξάρτηση "αρσενικού και θηλυκού" την οποία αναδεικνύει η ανάγκη της αναπαραγωγής. Το υποτιθέμενο βιολογικό ένστικτο του είδους για αναπαραγωγή είναι αυτό που θεμελιώνει την αμοιβαία εξάρτηση άντρα και γυναίκας (θα επιστρέψουμε σε αυτή την ιδέα αργότερα).

Είπαμε όμως ότι αυτό που εισάγεται μέσω της αναφοράς σε αρσενικό και θηλυκό δεν είναι απλά η αλληλεξάρτηση αλλά η ανισότητα--το βασικό συστατικό κάθε πολιτικής εξουσίας ή αρχής. Είδαμε ήδη την αναφορά στον "αρχηγό της οικογένειας" και την εισαγωγή της οικογενειακής δομής σ' έναν αμφίσημο συσχετισμό με την δημιουργία της πόλης ("Ο καθένας τα παιδιά του, και τη γυναίκα του κυβερνά" σύμφωνα με την ενδεικτική παραπομπή στον Όμηρο).

Δεν θα πρεπε να μας εκπλήξει, λοιπόν, το ότι η τελευταία περίοδος της πρότασης i. μας εισάγει ξεκάθαρα στη θεματική της ανισότητας, αν και η αρχική έμφαση στην αλληλεξάρτηση έμοιαζε να υπόσχεται μια σχετική ισότητα μεταξύ των εξαρτημένων μερών: "Το ίδιο [η αλληλεξάρτηση που βρίσκει κανείς ανάμεσα σε αρσενικό και θηλυκό] επίσης συμβαίνει και στα πλάσματα, που από τη φύση τους είναι γεννημένα να κυβερνούν, και για εκείνα που υπακούουν." Η σχέση αρσενικού-θηλυκού εδώ εμφανίζεται σε άμεση συνάφεια με σχέσεις ανισότητας. Η ανισότητα, απ' την πλευρά της, μοιάζει να προκύπτει από την ίδια την αλληλεξάρτηση. Με άλλα λόγια: αυτό που εισέρχεται σε σχέση αλληλεξάρτησης είναι το άρχον και το αρχόμενο. Επιπλέον, το σεξουαλικό ζεύγος είναι η πρώτη έκφραση της συνύπαρξης αλληλεξάρτησης και ανισότητας. Εύλογα υποπτεύεται κανείς ότι ο συνδυασμός αλληλεξάρτησης και ανισότητας έχει σημαντική θέση τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας όσο και με τη σχέση αρσενικού και θηλυκού (που σημαίνει άντρα και γυναίκας; ή εκτείνεται σε όλο το ζωϊκό βασίλειο; Και σε αυτή την ερώτηση θα πρέπει να επιστρέψουμε αργότερα).

Το ότι υφίσταται σχέση μεταξύ του ζεύγους αρσενικού-θηλυκού και άλλων ζευγών πολιτικής υφής (με βάση την κοινή παραπομπή σε σχέσεις αλληλεξάρτησης και ανισότητας) επιβεβαιώνεται από την πρόταση ii., στην οποία διαβάζουμε: "Γι' αυτό κι ο κύριος κι ο δούλος έχουν τα ίδια συμφέροντα." Με μια πρώτη ματιά, η πρόταση αυτή δεν έχει λογικό χαρακτήρα: η πρόταση που προηγήθηκε δεν αναφερόταν σε αφέντη και δούλο αλλά σε αρσενικό και θηλυκό, και δεν θεμελίωνε την ύπαρξη κοινών συμφερόντων. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι είναι η αλληλεξάρτηση, και άρα και η ανάγκη αναπαραγωγής του είδους, που θεμελιώνει την ύπαρξη κοινού συμφέροντος. Με άλλα λόγια, η υπόρρητη σύνδεση μεταξύ των δύο προτάσεων (i και ii) έχει ως εξής: "Όπως αρσενικό και θηλυκό έχουν κοινό συμφέρον την αναπαραγωγή του είδους, έτσι και ο αφέντης με τον δούλο έχουν κοινό συμφέρον".

Ποιό; Ίσως μια άλλη είδους αναπαραγωγή. Ποιού πράγματος; Λογικά, υπάρχει μόνο μία απάντηση: της φύσης (δηλαδή της φυσικής τάξης των πραγμάτων), η οποία έχει προορίσει ορισμένα πλάσματα "να κυβερνούν" και ορισμένα "να υπακούουν". Το κοινό συμφέρον αφέντη και δούλου είναι απ' αυτή την άποψη η αναπαραγωγή τους ως αφέντη και δούλου, η αναπαραγωγή της θέσης του άρχειν και της θέσης του άρχεσθαι, σύμφωνα με τη φύση που προόρισε κάποιους για τον ένα ρόλο και κάποιους για τον άλλο. Και κατ' επέκταση, η σχέση αρσενικού-θηλυκού παραμένει το πρότυπο τούτης της "φύσει" συνύπαρξης αλληλεξάρτησης και ανισότητας, αλλά και της ίδιας της "φυσικότητας" αυτού του "φύσει"--που σημαίνει, της τελικά μη πολιτικής του διάστασης, της "βιολογικότητάς" του.

Προφανώς όμως το επιχείρημα αυτό καταλήγει σε αδιέξοδο: Αν αυτό που αποδεικνύεται από τις προτάσεις i και ii είναι η φυσικότητα της ανισότητας, αποδεικνύεται επίσης η μη συνάφεια ανάμεσα στη θεματική της ανισότητας και στο πρόβλημα της πολιτικής. Η ύπαρξη κοινού συμφέροντος μεταξύ αφέντη και δούλου είναι μια ιδέα χωρίς άλλη επιχειρηματολογική βάση εκτός από τη φυσική, βιολογική σύμπραξη αρσενικού και θηλυκού. Όσο περισσότερο η δεύτερη "φυσικοποιεί" την πρώτη, τόσο λιγότερο την πολιτικοποιεί. Που σημαίνει, αντίστροφα, ότι αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένα πολιτικό στη σχέση αφέντη-δούλου, αυτό θα ήταν η έλλειψη κοινού συμφέροντος και όσα αυτή συνεπάγεται. Αυτό είναι όμως ένα επικίνδυνο συμπέρασμα, όταν το ζητούμενο της πολιτικής θεωρίας είναι η τάξη, δηλαδή η νομιμοποίηση της πολιτικής ιεραρχίας ως "φύσης".

Η πρόταση iii. έρχεται λοιπόν να ανοίξει ένα λογικό χάσμα ανάμεσα στα ζεύγη αρσενικό-θηλυκό και αφέντης-δούλος. Πρόκειται για ένα χάσμα απαραίτητο όσο και προβληματικό: "Από τη φύση επομένως η γυναίκα κι ο δούλος είναι αντίθετα". H πρόταση αυτή, όπως και η ii., δεν δικαιολογείται λογικά από την προηγούμενή της (που είναι ότι αφέντης και δούλος έχουν τα ίδια συμφέροντα, όπως έχουν το αρσενικό και το θηλυκό). Τι σημαίνει αυτή η νεοεισαχθείσα αντίθεση; Ότι η γυναίκα δεν έχει τελικά τα ίδια συμφέροντα με τον άνδρα, όσο και αν ο δούλος φέρεται να έχει τα ίδια συμφέροντα με τον αφέντη του; Ο Αριστοτέλης δεν θα απαντήσει ποτέ. Η λογική του νέου επιχειρήματος περί αντίθεσης ανάμεσα σε γυναίκα και δούλο δεν διασαφηνίζεται. Ο Αριστοτέλης στρέφεται μόνο στην απόρριψη της αντίληψης των δύο ως ταυτόσημων εννοιών--αντίληψη που δεν αποδίδεται ως ευθύνη στο ίδιο το αριστοτελικό κείμενο (παρά τις αντίθετες εντυπώσεις που καλλιέργησαν οι προτάσεις i και ii (!)), ούτε και στην ελληνική κουλτούρα ευρύτερα.

Αυτό που φάνηκε να ισχυρίζεται το κείμενό του, ο συγκεχυμένος παραλληλισμός μεταξύ γυναίκας και δούλου είναι, μας λέει τώρα ο Αριστοτέλης, αποκλειστικό σφάλμα των "βαρβάρων." Πρόταση iv.: "Στους βαρβάρους, η γυναίκα κι ο δούλος ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Ο λόγος αυτού του φαινομένου είναι ότι δεν έχουν, όπως είναι φυσικό, άρχοντες, κι η κοινωνία τους αποτελείται από δούλους και δούλες. Γι αυτό λένε οι ποιητές: 'τους βαρβάρους οι Έλληνες πρέπει να κυβερνούνε'".

Πέραν του ότι είναι αδύνατο, σύμφωνα με την ίδια τη θέση περί αλληλεξάρτησης που διατυπώθηκε πριν απ' τον Αριστοτέλη, να φανταστεί κανείς πώς μια κοινωνία που δεν έχει άρχοντες έχει δούλους, είναι εξίσου αξιοπερίεργο πώς μια κοινωνία που "αποτελείται από δούλους και δούλες" συγχέει τις γυναίκες με τους δούλους και όχι εξίσου τους άντρες με τους δούλους.

Ούτε είναι βέβαια κατανοητό πως είναι δυνατό να αντιλαμβάνεται την ύπαρξη δούλων μια κοινωνία δούλων η οποία δεν έχει άρχοντες. Σαν να μην έφταναν αυτά, η τελευταία πρόταση επιτείνει το παράδοξο: Το ότι οι Έλληνες πρέπει να κυβερνούν τους βαρβάρους, δηλαδή να τους υποδουλώνουν, βασίζεται στο ότι οι βάρβαροι είναι ήδη δούλοι, ανεξάρτητα από την υποταγή τους στους Έλληνες. Ο μόνος άρχων της αλυσίδας είναι ο Έλληνας, δηλαδή αυτός που δεν φαίνεται να θεωρεί τους συμπολίτες του δούλους· ενώ δούλοι είναι αυτοί οι οποίοι βλέπουν μόνο δούλους, και ποτέ άρχοντες. Η σχέση Ελλήνων-βαρβάρων βασίζεται δηλαδή στην απόλυτη έλλειψη συνάφειας μεταξύ των υποκειμενικών συνειδήσεων του δούλου και του άρχοντα.

Και φτάνουμε στο τελευταίο κομμάτι της πρότασης iv.: "από το σμίξιμο, επομένως του αρσενικού και του θηλυκού, του αφέντη και του δούλου σχηματίζεται πρώτη η οικογένεια και σωστά ο Ησίοδος γράφει σ' ένα ποίημά του: 'πρώτα ν' αποκτήσεις σπίτι 
κι ύστερα γυναίκα και βόδι για τ' αλέτρι'".

Τι συμβαίνει εδώ; Μας έχει ειπωθεί ότι η αδυναμία να ξεχωριστεί το "θηλυκό" και ο "δούλος" είναι βαρβαρικό ελάττωμα, και μάλιστα ελάττωμα που νομιμοποιεί την υποδούλωση των βαρβάρων. Τότε ποιός είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι "από το σμίξιμο, επομένως του αρσενικού και του θηλυκού, του αφέντη και του δούλου σχηματίζεται πρώτη η οικογένεια"; Ποιανού συνείδηση επιστρέφει τον αναγνώστη των Πολιτικών στην υπόθεση της ύπαρξης ευθείας αναλογίας μεταξύ "του αρσενικού και του θηλυκού" αφενός και "του αφέντη και του δούλου" αφετέρου (ας μην ξεχνάμε ότι η αναλογία αυτή μας προσφέρει την "οικογένεια" ως χώρο "σμιξίματος" ενός αφέντη-αρσενικού και ενός δούλου-θηλυκού);

Περίεργως, δεν πρόκειται για αντίληψη που αποδίδεται στους "βαρβάρους". Είναι άλλωστε ο Ησίοδος ο οποίος, μιλώντας για την οικονομία, την νομή του οίκου, συγχέει γυναίκα και δούλο (το ζεμένο βόδι είναι βέβαια η πιο κυριολεκτικά απάνθρωπη εκδοχή του δούλου): "πρώτα ν' αποκτήσεις σπίτι 
κι ύστερα γυναίκα και βόδι για τ' αλέτρι".

Ας ανακεφαλαιώσουμε τη συνολική λογική των προτάσεων i έως iv: Η αλληλεξάρτηση συμπλέει με την ανισότητα και αυτό αφορά αρχικά τη σχέση αρσενικού-θηλυκού, και κατόπιν αυτή αφέντη-δούλου. Η αλληλεξάρτηση αυτή αποδεικνύει την ύπαρξη "φυσικής" σύμπτωσης συμφερόντων μεταξύ των δύο μερών. Η ανισότητα ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους αποδεικνύεται από το ότι οι τελευταίοι δεν κατανοούν τη διαφορά γυναίκας και δούλου. Έτσι, νομιμοποιείται η υποδούλωσή τους από τους Έλληνες. Η οικογένεια σχηματίζεται από το σμίξιμο αρσενικού και θηλυκού, αφέντη και δούλου.

Όπως συμβαίνει και με την πρώτη θεματική, η έλλειψη λογικής συνέχειας μεταξύ αυτών των προτάσεων προδίδει τις εκρηκτικές αντιφάσεις που εμπεριέχονται σε μια υποτιθέμενα συνεκτική ανάλυση των πηγών της εξουσίας: ο Αριστοτέλης συγχέει διαρκώς την προοπτική της φύσης και αυτή της κοινωνίας, αυτή των Ελλήνων και αυτή των βαρβάρων, αυτή που βρίσκεται εντός και αυτή που βρίσκεται εκτός της υποκειμενικής συνείδησης του εαυτού, αυτή της ανισότητας ως διαφοράς και αυτή της διαφοράς ως κάτι διαφορετικού από την ανισότητα.





Δεν υπάρχουν σχόλια: