Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Η αρχή της πολιτικής και η αρχή των Πολιτικών (μέρος πρώτο)



"'Εν αρχή ην το Βιβλίο.' Το Βιβλίο βρίσκεται βέβαια στην αρχή· αλλά μόνο στην αρχή...Μετά την αρχή, υπάρχει η εργασία της αποδόμησης του Βιβλίου"

Marc-Alain Ouaknin, Le livre brûlé



Εν αρχή ην...η αρχή. Η λέξη "αρχή"--τούτη η λέξη που αρχίζει με την αρχή του ίδιου του αλφαβήτου, με το πρώτο του γράμμα--αποτελεί ένα από τα κλειδιά με τα οποία σφαλίζεται, σαν σε αεροστεγή κρύπτη, η ανεξάλειπτη αμφισημία της σκέψης των Ελλήνων, σκέψης η οποία θεμελιώνει αυτό που ονομάζουμε θεωρητικό λόγο στη δύση.

Για τους Έλληνες, λοιπόν, "αρχή" σημαίνει αρχικό σημείο στο χώρο και τον χρόνο (το αρχικό σημείο μιας ευθείας ή μιας χρονικής αλληλουχίας). Σημαίνει επίσης θεμέλιο ή αξίωμα (η κοσμολογική αρχή της δημιουργίας, οι επιστημολογικές της θεωρίας, οι ηθικές αρχές). Τέλος, σημαίνει την πολιτική αρχή, την πολιτική εξουσία, το νόμο και το κράτος (οι πολιτικές και δικαστικές αρχές, ο άρχων, το άρχειν--σήμερα μιλούμε ακόμα για "τις αρχές" υποδηλώνοντας στην αστυνομία). Είναι ήδη δηλωτικό ότι όλες αυτές οι σημασίες εξακολουθούν να παρίστανται στη νέα ελληνική λέξη "αρχή", η οποία παρέμεινε αναλλοίωτη στο χρόνο. Πρόκειται λοιπόν για μια λέξη στην οποία συμπυκνώνεται, τρόπον τινά, η μαγνητική δύναμη την οποία η αρχαιότητα--η οποία με τη σειρά της φέρει ετυμολογικά το στίγμα της "αρχής"--εξακολουθεί να ασκεί πάνω στη νεωτερικότητα.

Η διαρκής παραγωγή φιλοσοφικών επαναξετάσεων της ελληνικής σκέψης, αμείωτη και ίσως και ενισχυμένη στην περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας, εξακολουθεί να ομολογεί αυτό που η δύση ομολογεί από τον μεσαίωνα: οι Έλληνες υπήρξαν πρωταρχικοί· βρίσκονται στην απαρχή μιας σειράς περιοχών της θεωρητικής σκέψης, τις οποίες ήδη, εξ αρχής, κωδικοποιεί η λέξη "αρχή": επιστήμη (μεθοδολογικές αρχές), φιλοσοφία (η έννοια της καταγωγής ή της πρώτης αιτίας), πολιτική (η έννοια της εξουσίας και του κράτους).

Ας μιλήσουμε για αυτή την τρίτη εκδοχή της "αρχής", την οποία συζητούν (και συζητώντας τη, την αποτελούν από τη δική μας σκοπιά) οι Έλληνες. Η συζήτηση για την αρχή της πολιτικής εντοπίζεται πρώτα-πρώτα στον Πλάτωνα, ο οποίος άλλωστε αφιερώνει ένα διάλογο, τον Πολιτικό, στη σημαντική αυτή, και συναφή με την έννοια της "αρχής", λέξη. Ως συστηματική όμως ενασχόληση, ως πεδίο επισταμένης γενεαλογικής και τυπολογικής ανάλυσης, η πολιτική βρίσκει την αρχική της φιλοσοφική διερεύνηση στον Αριστοτέλη. Τα Πολιτικά είναι, υπό μια βάσιμη έννοια, η αρχή της συστηματικής ανάλυσης της πολιτικής αρχής, της εξουσίας δηλαδή που θεμελιώνει την πόλη, την πολιτική κοινωνία και τους νόμους της. Επιστρέφουμε, εδώ και δυο χιλιάδες περίπου χρόνια, σε αυτή την αρχή. Επιστρέφουμε κάθε φορά που είναι να σκεφτούμε εξ αρχής, προσπαθώντας να εκτοπίσουμε κοινοτυπίες και ειλημμένα σχήματα για να εστιαστούμε, σαν για πρώτη φορά, στα πρωταρχικά συστατικά του ζειν πολιτικώς.

Και έτσι επιστρέφουμε, όπως επιστρέφουν όλοι σχεδόν οι μεταγενέστεροι δυτικοί θεωρητικοί και αναλυτές της πολιτικής αρχής--απολυταρχιστές, μοναρχικοί, αναρχικοί, δημοκράτες--και στην αρχή των Πολιτικών, στις πρώτες εκείνα αράδες όπου, για πρώτη φορά, γίνεται μια απόπειρα καταγραφής μιας συστηματικής θεωρίας της πολιτικής, μιας θεωρίας της αρχής στην οποία βασίζεται και από την οποία εκπορεύεται το άρχειν ως αρχή συγκρότησης της ανθρώπινης κοινωνίας.

Εν αρχή λοιπόν, είναι οι λέξεις, οι συγκεκριμένες λέξεις με τις οποίες ο Αριστοτέλης αποπειράται να αρχίσει την καταγραφή και ανάλυση αυτή:


[1252a] Επειδή βλέπουμε ότι κάθε πόλη (κράτος) αποτελεί ένα είδος κοινωνίας και ότι κάθε κοινωνία έχει συσταθεί για να επιτελεσθεί κάτι καλό (γιατί όλοι κάμνουν το παν για να πετύχουν κάτι που τους φαίνεται ωφέλιμο), είναι ολοφάνερο ότι όλες οι κοινωνίες έχουν για στόχο τους κάτι καλό και ότι, ακριβέστερα, το βασικώτερο από όλα τα αγαθά αποτελεί τον στόχο των κοινωνιών και είναι το κυριώτερο στοιχείο σ' όλες αυτές τις κοινωνίες και περιλαμβάνει όλες τις άλλες: κι αυτό είναι που ονομάζουμε πόλη ή πολιτική κοινωνία. Όσοι, λοιπόν, ταυτίζουν τον πολιτικό, με τον βασιλιά, τον αρχηγό οικογένειας και τον κύριο δούλων, δεν έχουν σωστή γνώμη. Νομίζουν δηλ. ότι η διαφορά συνίσταται στο αν είναι λιγότεροι ή περισσότεροι εκείνοι που εξουσιάζουν κι όχι στο είδος της εξουσίας που ασκούν. Π.χ. αν κάποιος εξουσιάζει λίγους, είναι κύριος, αν εξουσιάζει περισσότερους, είναι αρχηγός οικογένειας, αν ακόμη περισσότερους, είναι πολιτικός ή βασιλιάς, σα να μην υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μια μεγάλη οικογένεια και σε μια μικρή πόλη. Το ίδιο λάθος κάνουν στην κρίση τους για τον πολιτικό και το βασιλιά: όταν δηλ. ασκεί μόνος του την εξουσία, είναι βασιλιάς. Αν αντιθέτως, ασκεί την εξουσία σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής επιστήμης, όντας άλλοτε κυβερνήτης κι άλλοτε κυβερνώμενος, είναι πολιτικός. Όμως αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κι αυτό θα το αποδείξουμε εξετάζοντας το θέμα σύμφωνα με τη μέθοδο που ακολουθούμε. Όπως δηλαδή και σε άλλους τομείς της σκέψης είναι αναγκαίο να διαιρούμε το σύνθετο ως τα πιο απλά του στοιχεία (με άλλα λόγια στα ελάχιστα μόρια του συνόλου), με τον ίδιο τρόπο, εξετάζοντας τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η πόλη, θα διακρίνουμε καλύτερα κατά τι διαφέρουν το ένα από το άλλο, κι αν είναι δυνατό να εξαγάγουμε για το καθένα κάποια επιστημονικά συμπεράσματα.
Αν, λοιπόν, εξετάσει κανείς τα πράγματα από τη γένεσή τους και παρακολουθήσει την εξέλιξή τους, μπορεί και σ' αυτά όπως και στα άλλα, να σχηματίσει την πιο σωστή γνώμη γι' αυτά. Πρώτα–πρώτα, είναι ανάγκη να εξετάσει κατά ζεύγη εκείνα που είναι αδύνατο να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο, όπως π.χ. το αρσενικό και το θηλυκό από την άποψη της απόκτησης παιδιών (κι αυτό όχι από ελεύθερη βούληση, αλλά όπως και στ' άλλα ζώα και στα φυτά, από φυσική επιθυμία και τάση να αφήσουν άλλο όμοιό τους όταν πεθαίνουν). Το ίδιο επίσης συμβαίνει και στα πλάσματα, που από τη φύση τους είναι γεννημένα να κυβερνούν, και για εκείνα που υπακούουν. Γιατί εκείνο που μπορεί, χάρη στην ευφυΐα να προβλέπει τι θα γίνει, είναι από τη φύση αρχηγός και κυρίαρχος. Το άλλο που μπορεί, χάρη στη σωματική του δύναμη, να εκτελεί μονάχα (όσα πρέπει) είναι υπήκοος και δούλος από τη φύση του. Γι' αυτό κι ο κύριος κι ο δούλος έχουν τα ίδια συμφέροντα.

[1252b] Από τη φύση επομένως η γυναίκα κι ο δούλος είναι αντίθετα, γιατί η φύση δεν κάμνει τίποτε με τσιγγουνιά όπως οι χαλκουργοί που φτιάχνουν τα μαχαίρια των Δελφών αλλά κάθε αντικείμενο για μια μόνο χρήση. Και πραγματικά μόνο το εργαλείο που είναι φτιαγμένο για μια μόνο χρήση, μπορεί να κάμει τέλεια τη δουλειά του και όχι αν φτιαχτεί για πολλές. Στους βαρβάρους, η γυναίκα κι ο δούλος ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Ο λόγος αυτού του φαινομένου είναι ότι δεν έχουν, όπως είναι φυσικό, άρχοντες, κι η κοινωνία τους αποτελείται από δούλους και δούλες. Γι αυτό λένε οι ποιητές:



τους βαρβάρους οι Έλληνες πρέπει να κυβερνούνε


σα να ταυτίζονται από τη φύση τους οι βάρβαροι με τους δούλους, από το σμίξιμο, επομένως του αρσενικού και του θηλυκού, του αφέντη και του δούλου σχηματίζεται πρώτη η οικογένεια και σωστά ο Ησίοδος γράφει σ' ένα ποίημά του:

πρώτα ν' αποκτήσεις σπίτι 
κι ύστερα γυναίκα και βόδι για τ' αλέτρι.


Αφού το βόδι για τους φτωχούς παίρνει τη θέση του δούλου. Ήταν φυσικό η πρώτη σταθερή κοινωνία να είναι η οικογένεια, που τα μέλη της ο Χαρώνδας ονομάζει ομοσύσσιτους και ο Επιμενίδης από την Κρήτη, ομοτράπεζους. Η ένωση περισσότερων οικογενειών, όχι προσωρινή αλλά μόνιμη για εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, είναι το χωριό. Πολύ φυσικό το χωριό να μοιάζει με αποικία της οικογένειας, και τα μέλη του μερικοί να τα ονομάζουν ομογάλακτους, παιδιά και εγγόνια. Γι' αυτό ακριβώς οι πόλεις στην αρχή, είχαν βασιλιάδες, όπως και σήμερα ακόμη έχουν βασιλιάδες τα έθνη, επειδή σχηματίστηκαν από υπηκόους του βασιλιά. Γιατί κάθε οικογένεια θεωρεί βασιλιά τον πιο ηλικιωμένο, κι οι αποικίες των οικογενειών, δηλ. τα χωριά, λόγω της συγγένειας κυβερνιούνται από βασιλιά. Αυτό ακριβώς είναι που λέει ο Όμηρος:


Ο καθένας τα παιδιά του, και τη γυναίκα του κυβερνά


Γιατί ήταν σκορπισμένοι σε διάφορα μέρη τον παλιό καιρό κι έτσι ζούσαν. Και για τον ίδιο λόγο, λένε όλοι ότι και οι θεοί είναι υποταγμένοι σε βασιλιάδες, επειδή οι ίδιοι οι άνθρωποι, άλλοι παλαιότερα άλλοι και σήμερα, έχουν βασιλιάδες. Και όπως το κάθε τι οι άνθρωποι το φέρνουν στα μέτρα τους έτσι φαντάζονται πως κι οι θεοί ζουν μια ζωή όμοια με την δική τους. Η κοινωνία που προέρχεται από περισσότερα χωριά, σχηματίζει την τέλεια πόλη, που φθάνει στο σημείο, κατά κάποιο τρόπο, να έχει πλήρη αυτάρκεια, και ενώ σχηματίσθηκε για να εξασφαλίσει ευκολώτερα τα απαραίτητα για την ζωή, διατηρείται επειδή επιτρέπει την καλοζωία των κατοίκων της. Γι αυτό, κάθε πόλη υπάρχει από τη φύση της, όπως και οι πρώτες κοινωνίες. Γιατί η τελειοποίηση εκείνων είναι η πόλη, η δε φύση τελειοποίηση του παντός. Οποιοδήποτε δηλ. ον φτάσει εξελικτικά στην τέλεια ανάπτυξή του, λέμε, ότι αυτό είναι η φύση του, έστω κι αν πρόκειται για έναν άνθρωπο, για ένα άλογο, για ένα σπίτι. Επίσης ότι η έσχατη αιτία και ο προορισμός των όντων είναι το πιο σημαντικό αγαθό. Και η αυτάρκεια αποτελεί συγχρόνως τον σκοπό και το μέγιστο αγαθό.

[1253a]Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον). Εκείνος δε που περνά τη ζωή του έξω από την πόλη, από τη φύση του και όχι από κάποια ατυχία, είναι ανήθικος ή κάτι ανώτερο από άνθρωπος. Είναι σαν εκείνον που ο Όμηρος κατηγορεί ότι «δεν έχει ούτε οικογένεια, ούτε νόμους, ούτε εστία». Γιατί από τη φύση του είναι συνάμα και φιλοπόλεμος, σαν πιόνι απομονωμένο από τα άλλα στο παιχνίδι των πεσσών. Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες. Γιατί, όπως είπαμε, δεν κάνει τίποτε στην τύχη. Και μόνος απ' όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι' αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ' όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες. Η κοινή γνώση αυτών των αξιών συντείνει στη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης.


Είναι, επομένως, φυσικό η πόλη να προηγείται της οικογένειας και του καθενός από μας, αφού αναγκαστικά το όλο προϋπάρχει του μέρους. Αν εκμηδενισθεί δηλ. ολόκληρο το σώμα, δε θα υπάρχει ούτε πόδι, ούτε χέρι, εκτός αν μιλάει κανείς μεταφορικά και λέει για πέτρινο χέρι. Γιατί αν αυτό καταστραφεί, θα κατασκευασθεί άλλο όμοιο, αλλά το πραγματικό θα έχει νεκρωθεί. Όλα τα πράγματα καθορίζονται από την εργασία και τη δύναμη με την οποία την εκτελούν, και, μόλις αυτή η ικανότητά τους παύσει να υπάρχει, δεν μπορούμε πια να πούμε πως είναι τα ίδια ως προς την ουσία αλλά μονάχα ως προς το όνομα.



Έτσι, λοιπόν, είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο. Γιατί αν ο καθένας χωρισμένος από το σύνολο παύει να είναι αυτάρκης, θα βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρίσκεται και κάθε μέρος του σώματος σχετικά με το σύνολο. Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός. Φυσική, επομένως, είναι η ορμή που σπρώχνει όλους τους ανθρώπους σ' αυτή την κοινωνία. Κι εκείνος που τη σύστησε πρώτος έγινε αιτία των μεγαλυτέρων αγαθών. Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ' όλα. Γιατί η αδικία είναι ανυπόφορη όταν διαθέτει όπλα, και ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα την φρόνηση και την αρετή, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει και για αντίθετους σκοπούς. Γι αυτό ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη είναι πολιτική αξία και αποτελεί κανόνα της κοινωνίας. Και η ορθή εφαρμογή της καθορίζει τι είναι δίκαιο.

Αριστοτέλους Πολιτικά. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1989.


Ποιες είναι οι βασικές θεματικές αυτών των πρώτων, αρχικών εδαφίων του βιβλίου; Είναι, νομίζω, χονδρικά τρεις:
α. Οι απαρχές της πόλης, η καταγωγή της, ο μηχανισμός και η λογική της δημιουργίας της.
β. Οι απαρχές και βάσεις του άρχειν, της εξουσίας, της ανισότητας.
γ. Η πολιτική φύση του ανθρώπου ως είδος.

Ποιες είναι οι θέσεις του Αριστοτέλη σε ό,τι αφορά την καθεμία από αυτές τις τρεις περιοχές φιλοσοφικού προβληματισμού και ποια είναι η μορφή της λογικής τους σύνδεσης μεταξύ τους; Πώς δηλαδή συσχετίζονται τα τρία αυτά ερωτήματα για τη δημιουργία ενός συνεκτικού επιχειρήματος πάνω στις αρχές και τη φύση της πολιτική ύπαρξης;

Εδώ τα πράγματα γίνονται σαφώς πιο πολύπλοκα.


I. Το πρόβλημα της καταγωγής


Ας αρχίσουμε από την πρώτη θεματική, η οποία εστιάζεται, όπως είπαμε, στο πρόβλημα της καταγωγής της πόλης και των λόγων για τους οποίους δημιουργήθηκε. Και ας απομονώσουμε μια σειρά προτάσεων σχετικών με το θέμα αυτό από το κείμενο. Έχουμε λοιπόν:

i. [1252a]: "Όπως δηλαδή και σε άλλους τομείς της σκέψης είναι αναγκαίο να διαιρούμε το σύνθετο ως τα πιο απλά του στοιχεία (με άλλα λόγια στα ελάχιστα μόρια του συνόλου), με τον ίδιο τρόπο, εξετάζοντας τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η πόλη, θα διακρίνουμε καλύτερα κατά τι διαφέρουν το ένα από το άλλο."
ii. [1252a]: "Όσοι, λοιπόν, ταυτίζουν τον πολιτικό, με τον βασιλιά, τον αρχηγό οικογένειας και τον κύριο δούλων, δεν έχουν σωστή γνώμη. Νομίζουν δηλ. ότι η διαφορά συνίσταται στο αν είναι λιγότεροι ή περισσότεροι εκείνοι που εξουσιάζουν κι όχι στο είδος της εξουσίας που ασκούν [...] σα να μην υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μια μεγάλη οικογένεια και σε μια μικρή πόλη."
iii. [1252 b]: "Ήταν φυσικό η πρώτη σταθερή κοινωνία να είναι η οικογένεια [...] Γι' αυτό ακριβώς οι πόλεις στην αρχή, είχαν βασιλιάδες"
iv. [1252 b]: "Η κοινωνία που προέρχεται από περισσότερα χωριά, σχηματίζει την τέλεια πόλη"
v. [1253a]: "Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον)."
vi. [1253a]: "Είναι, επομένως, φυσικό η πόλη να προηγείται της οικογένειας και του καθενός από μας, αφού αναγκαστικά το όλο προϋπάρχει του μέρους."
vii. [1253a]: "Έτσι, λοιπόν, είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο."

Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς την αμηχανία απέναντι σε αυτή τη σειρά προτάσεων. Στην πρόταση i., ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι η ανάλυση του θέματος του πρέπει να πάρει κυριολεκτικά τον χαρακτήρα της ανάλυσης, δηλαδή της διάσπασης σύνθετων εννοιών στα συστατικά τους μέρη. Ποιές είναι οι σχετικές έννοιες και πια η σχέση τους; Προφανώς, η πλέον σύνθετη και ολοκληρωμένη είναι "η πόλη", που σύμφωνα με την πρόταση iv., "προέρχεται από περισσότερα χωριά" (οικισμούς). Η αλυσίδα επομένως που οδηγεί στην πόλη περιλαμβάνει ως προηγούμενο συστατικό τον οικισμό. Πριν από αυτόν, βρίσκεται λογικά η οικογένεια, με την οποία ο Αριστοτέλης ασχολείται επισταμένα σε μια σειρά σημείων. Και πριν την οικογένεια, βρίσκεται η σεξουαλική ένωση άνδρα και γυναίκας, στην οποία επίσης αναφέρεται ο Αριστοτέλης. Επομένως, η λογική συνέπεια της πρότασης i. είναι ότι η ανάλυση του σύνθετου μορφώματος της πόλης μας οδηγεί στον οικισμό και από εκεί στον πρωταρχικό πυρήνα της οικογένειας και τέλος στην πράξη της σεξουαλικής ένωσης και αναπαραγωγής. Συνέπεια αυτής της αλληλουχίας είναι η θεμελίωση μιας σειράς λογικών αναλογιών: εφόσον η οικογένεια είναι για τον οικισμό ότι ο οικισμός για την πόλη, λογικό είναι ο αρχηγός της οικογένειας να είναι για τον αρχηγό του οικισμού ότι ο δεύτερος για τον ηγέτη της πόλης. Σε αυτή ακριβώς την κατεύθυνση στρέφεται η πρόταση iii. ("Ήταν φυσικό η πρώτη σταθερή κοινωνία να είναι η οικογένεια [...] Γι' αυτό ακριβώς οι πόλεις στην αρχή, είχαν βασιλιάδες"), η οποία συσχετίζει άμεσα την οικογένεια με την κοινωνία και κατ' επέκταση των αρχηγό της πρώτης με το βασιλιά.

Αυτή όμως την αναλογία την απορρίπτει αναπάντεχα η πρόταση ii., προβάλλοντας την ανάγκη διάκρισης με βάση κριτήρια ποιοτικής διαφοράς και όχι τις απλές, αφελείς αναλογίες: "Όσοι, λοιπόν, ταυτίζουν τον πολιτικό, με τον βασιλιά, τον αρχηγό οικογένειας και τον κύριο δούλων, δεν έχουν σωστή γνώμη. Νομίζουν δηλ. ότι η διαφορά συνίσταται στο αν είναι λιγότεροι ή περισσότεροι εκείνοι που εξουσιάζουν κι όχι στο είδος της εξουσίας που ασκούν [...] σα να μην υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μια μεγάλη οικογένεια και σε μια μικρή πόλη." To υπονόημα προφανώς είναι ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια μεγάλη οικογένεια και μια μικρή πόλη, και συνεπώς ανάμεσα στον "αρχηγό οικογένειας" και τον πολιτικό, τον βασιλιά ή τον κύριο δούλων. Η διαφορά όμως αυτή, που θα αποτελούσε εμπόδιο στη λογική της αναλογίας, δεν επεξηγείται πουθενά.

Με τη σειρά της, η πρόταση αυτή ανατρέπεται από την πρόταση v.:"Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον)." Προφανώς, αν υπάρχουν βασικές διαφορές ανάμεσα στους θεσμούς μικρής κλίμακας και αυτούς της μεγάλης (π.χ οικογένεια και πόλη), δεν μπορεί η πόλη να είναι φυσική πραγματικότητα. Δεν πηγάζει από τη φύση, δηλαδή από την σεξουαλικής μορφής ένωση από την οποία πηγάζει η οικογένεια. Ανάμεσά τους υπάρχει ένα ποιοτικό χάσμα. Αλλά είναι το χάσμα αυτό που η πρόταση v. απορρίπτει.

Η πρόταση vi. εισάγει όμως μια ακόμη ανατροπή, ουσιαστικά αναποδογυρίζοντας όλο το επιχείρημα, και πιο συγκεκριμένα την επιστημολογική πρόταση που αρθρώνει η πρόταση i. Εκεί ο Αριστοτέλης μας είπε ότι: "Όπως δηλαδή και σε άλλους τομείς της σκέψης είναι αναγκαίο να διαιρούμε το σύνθετο ως τα πιο απλά του στοιχεία (με άλλα λόγια στα ελάχιστα μόρια του συνόλου), με τον ίδιο τρόπο, εξετάζοντας τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η πόλη, θα διακρίνουμε καλύτερα κατά τι διαφέρουν το ένα από το άλλο." Τούτο σημαίνει, όπως ήδη είπαμε, ότι είναι εφικτή η κίνηση από το σύνθετο και μεγαλύτερο στο απλό και μικρότερο. Στην πρόταση vi., όμως, ο Αριστοτέλης λέει ότι "Είναι, επομένως, φυσικό η πόλη να προηγείται της οικογένειας και του καθενός από μας, αφού αναγκαστικά το όλο προϋπάρχει του μέρους." Με άλλα λόγια, αντί να προηγείται το ολιγομελές σύνολο που πολυμελούς και ο απλούστερος οργανισμός του πιο σύνθετου, ισχύει το αντίστροφο: Η πόλη προϋπάρχει της οικογένειας διότι εκπροσωπεί το "όλον" το οποίο προηγείται λογικά και όχι χρονικά του επιμέρους.

Συνεπώς: η καταγωγή της πόλης, η έννοια της καταγωγής, της αρχής, καθίσταται ουσιαστικά αδιανόητη. Γιατί παραπέμπει ταυτόχρονα σε ένα αναλογικό, χρονικά δομημένο σενάριο όπου προηγείται η σεξουαλική ένωση και η οικογένεια, και σε ένα εννοιολογικό και φιλοσοφικό, όπου προηγείται η πόλη ("το όλον"). Στην ερώτηση "ποια είναι η αρχή της πόλης;" το κείμενο μας δίνει δύο, εντελώς αντιφατικές σειρές απαντήσεων: η φύση/η τεχνητή δημιουργία, το επιμέρους/το όλον, η ποσοτική αναλογία/η ποιοτική διαφοροποίηση μεταξύ μερών.

Την αλυσίδα αυτή έρχεται να καταστήσει ακόμη πιο προβληματική η τελευταία πρόταση (vii): "Έτσι, λοιπόν, είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο." Εδώ ο Αριστοτέλης κάνει ταυτόχρονα ένα επιχείρημα για την φυσική καταγωγή της πόλης και αίρει τη λογική αλληλουχία της φυσικής καταγωγής: η πόλη είναι κάτι φυσικό ("φύσει") και άρα προηγείται φυσικά του ατόμου ("πρότερον ή έκαστος"). Δε μιλούμε πια για τη διαφορά φυσικής/χρονικής αλληλουχίας και λογικής αλληλουχίας: η φυσική/χρονική αλληλουχία καθίσταται ταυτόσημη με τη λογική αλληλουχία, αλλά με την αντίστροφη ακριβώς έννοια από ότι θα περιμέναμε: αντί να θεμελιώνει την φυσική προτεραιότητα του ατόμου έναντι της πόλης, θεμελιώνει την φυσική προτεραιότητα της πόλης έναντι του ατόμου.

Είναι προφανές ότι είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευτεί κανείς την ευλογοφάνεια αυτής της πρότασης. Η διαδοχή των συλλογισμών δεν είναι παρά μια εκρηκτική αλληλουχία αντιφάσεων που καταλήγει σε μια σκανδαλωδώς αντιφατική πρόταση. Είναι εξίσου προφανές ότι τα συστατικά στοιχεία που αρνούνται να υπακούσουν το ένα στο άλλο και διαξιφίζονται διαρκώς είναι η φύση και η τέχνη (η τεχνητή δημιουργία από τον άνθρωπο), η χρονολογική αλληλουχία και η εννοιολογική τάξη, η αρχή (με όλες τις έννοιες του όρου) και το τέλος (τελικό σημείο/σκοπός) της διαδικασίας.





Δεν υπάρχουν σχόλια: