Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Ντοσιέ: Λατινική Αμερική: Βολιβία, Βενεζουέλα και το μέλλον της λατινοαμερικάνικης αριστεράς (πρώτο τμήμα)




Ανασύροντας τις αντιφάσεις: Η Βολιβία, Η Βενεζουέλα και το μέλλον της λατινοαμερικάνικης αριστεράς
του JEFFERY R. WEBBER
Από το περιοδικό New Socialist, χειμώνας 2006-2007
Μτφρ. Radical Desire


Ο πρόεδρος της Βενεζουέλα Hugo Chávez και ο πρόεδρος της Βολιβίας Evo Morales δημιουργούν έντονες αντιπαραθέσεις, όχι μόνο στις χώρες τους αλλά και διεθνώς. Η εμφατική αποκύρηξη του George W. Bush από τον Chávez, που τον αποκάλεσε “διάβολο” στην Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Σεπτέμβρη, όξυνε την συνηθισμένη του ειρωνική κατονομασία του Αμερικανού προέδρου ως “Κύριος Επικίνδυνος”. Οδήγησε το συντηρητικό Βρετανικό περιοδικό Economist να αναφωνήσει, “Ο κ. Chávez έχει ξεπεράσει ακόμα και τον Mahmoud Ahmadinejad του Ιράν στην εφηβική υπερβολή του αντιαμερικανισμού του”. Στην ίδια ομιλία, ο Chávez κράδαινε το αντι-ιμπεριαλιστικό βιβλίο του Noam Chomsky, Ηγεμονία ή Επιβίωση, μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης, στέλνοντάς το πίσω στις λίστες μπεστσέλλερ. Για πολλούς στην αριστερά, ο Chávez συμβολίζει μια εκ νέου ενθαρρυμένη σύγκρουση με την γυμνή ιμπεριαλιστική ύβρη των ΗΠΑ υπό τον Bush.

Με την αστρονομική εισροή χρήματος από το πετρέλαιο να οδηγεί την οικονομία της Βενεζουέλα, ο Chávez κατένειμε τον πλούτο εθνικά και διεθνώς, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών εγχειρημάτων βοήθειας προς φτωχές πλειοψηφίες στην Κούβα, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, τη Βολιβία και τη Τζαμάϊκα, ενώ έδωσε μάλλον συμβολικού είδους βοήθεια και στις φτωχές κοινότητες των ΗΠΑ.

Ο Chávez έχει υπάρξει βασικός αντίπαλος των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και Λατινικής Αμερικής, υποστηρίζοντας τη συνεργασία λατινοαμερικάνικων χωρών με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης και την επίκληση της μνήμης του ήρωα της ανεξαρτησίας Simón Bolívar και του οράματος της ενωμένης Νότιας Αμερικής. Έχοντας αντλήσει έμπνευση από την επανάσταση της Κούβας, ο Chávez διατηρεί στενή φιλία με τον Fidel Castro, αλλά εξακολουθεί να δίνει έμφαση στο μονοπάτι της Βενεζουέλα προς ένα σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, που υπονοεί ασαφώς ότι θα είναι λιγότερο κρατικιστικό και περισσότερο πλουραλιστικό. Επίσης, ο Chávez εκφράζει συχνά την ανάγκη να δημιουργηθούν ισχυρότερα δεσμά μέσα στο Νότο, ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του ιμπεριαλισμού των καπιταλιστικών κρατών στον πυρήνα του παγκόσμιου συστήματος. Μετά την εκλογή το 2005 του Evo Morales στη Βολιβία, η Κούβα, η Βενεζουέλα και η Βολιβία υπέγραψαν την Λαϊκή Εμπορική Συμφωνία. Την ίδια στιγμή, κληρονομώντας τις αντιφάσεις των εθνικιστικών κυβερνήσεων του Τρίτου Κόσμου στο παρελθόν, ο αντι-ιμπεριαλισμός του Chávez τον οδήγησε να συνάψει συμμαχίες με απορριπτέες τυραννικές κυβερνήσεις όπως αυτές του Ιράν και της Λευκορωσίας.

Στην ίδια τη Βενεζουέλα, η επίσημη μυθολογία της Βενεζουέλα ως “φυλετικής δημοκρατίας” έχει γίνει κομμάτια. Γίνεται σαφές από το ρατσιστικό βιτριόλι που ενδημεί στις πολιτικές καμπάνιες του στρατοπέδου που αντιτίθεται στον Chávez. Ο Heiber Barreto Sánchez γράφει ότι οι λέξεις “Ινδιάνος, μαϊμού και χοντρόχειλος" αποτελούν μερικές από τις πιο ενδεικτικές εκφράσεις φυλετικής περιφρόνησης που χρησιμοποίησε η αντιπολίτευση για να περιγράψει τον Chávez. Ξεχνούνε όμως ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της Βενεζουέλα έχουν τουλάχιστον ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά. Προσπαθώντας να τον θίξουν πολιτικά με τέτοιο τρόπο, προσβάλλουν τα αισθήματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού.” Ο υπερήφανος αυτοκαθορισμός του Chávez ως “Ινδιάνου”, “μαύρου” ή “φυλετικά μεικτού” υπονομεύει τέτοιου είδους επιθέσεις, αποκαλύπτοντας τον ρατσισμό τους. Η ταύτιση της φτωχής, σκουρόχρωμης πλειοψηφίας με τον Chávez σχετίζεται εν μέρει με την συμβολική πρόκληση που αυτός αντιπροσωπεύει: “Είναι ένας από μας, ο δικός μας πρόεδρος. Και αφού εκείνοι – ο ιμπεριαλιστικός γίγαντας του βορά και η ανοιχτόχρωμη ελίτ που ζει στο Καράκας και τα περίχωρα – τον μισούν θανάσιμα, αυτό είναι πλεονέκτημα!”

Παρόμοιος συμβολισμός λειτουργεί στη Βολιβία, με την εκλογή του πρώτου αυτόχθονα προέδρου από την ίδρυση της δημοκρατίας το 1825. Εφόσον 62% των Βολιβιανών αυτοκαθορίζονται ως αυτόχθονες, η νίκη του Morales μοιάζει με τη νίκη του Nelson Mandela στη Νότιο Αφρική το 1994, εμπνέοντας αυτόχθονα κινήματα σε όλη τη Λατινική Αμερική, και σ’ ένα βαθμό και στη Βόρεια.

Η κυβέρνηση Morales έχει ενθαρρύνει τις προσδοκίες της φτωχής πλειοψηφίας για ριζικές αλλαγές μετά τα τελευταία έξι χρόνια θαρραλέου και μαζικού αγώνα από αριστερά-αυτόχθονα κινήματα, υποσχόμενη να δώσει τέλος στις αποικιακές σχέσεις ανάμεσα στη λευκή-μεστίσο (φυλετικά μικτή) ελίτ και τους καταπιεσμένους αυτόχθονες λαούς μέσω βαθιών και δημοκρατικών επαναστατικών αλλαγών. Ο Morales λέει επίσης ότι η κυβέρνηση του Movimiento al Socialismo (MAS) αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη πρόκληση στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο της δεξιάς, που εισήχθηκε στη Βολιβία το 1985. Ο αντι-ιμπεριαλισμός, ο αντι-νεοφιλελευθερισμός, η κοινωνική δικαιοσύνη, η λύτρωση των αυτοχθόνων, και ένας συγκρατημένος Βολιβιανός εθνικισμός συναποτελούν τους ιδεολογικούς πυλώνες που συνδέουν την προεδρία Morales με τη μαζική της στήριξη.

Στο παρόν άρθρο, όμως, θα προχωρήσω πέρα από την εικονογραφία και τη δραματουργία των κυβερνήσεων σε Βολιβία και Βενεζουέλα και θα ανασύρω κάποιες από τις αντιφάσεις που ελλοχεύουν κάτω απ’ την επιφάνεια, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίπτωση της Βενεζουέλας.



Η ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ ΥΠΟ ΤΟΝ CHÁVEZ


Από την εξέγερση του Caracazo που συνετρίβει με ωμή βία το 1989, καθώς και τα δύο αποτυχημένα πραξικοπήματα του 1992, η παλιά τάξη πραγμάτων στη Βενεζουέλα άρχισε να καταρρέει. Αλλά το τι την αντικαταστούσε ήταν ασαφές. Ο Chávez εξελέγη το 1998 στη βάση μιας συγκεχυμένης πλατφόρμας αντι-νεοφιλελευθερισμού και αντι-διαφθοράς. Τα πρώτα του χρόνια στην εξουσία δεν έδειξαν σημάδια σοβαρής ρήξης με την παλιά οικονομική τάξη πραγμάτων, πόσο μάλλον πρόθεση κίνησης προς τον σοσιαλισμό.

Παρ’ όλα αυτά, ξεκίνησαν δύο σημαντικές διαδικασίες που επέτρεψαν την ριζοσπαστικοποίηση σε βάθος χρόνου της μπολιβαριανής επανάστασης έτσι ώστε σήμερα να μοιάζει όντως επαναστατική, ακόμα και αν παραμένουμε αβέβαιοι για τον τελικό της προορισμό ή το βάθος της. Πρώτον, ο Chávez ανέκτησε έλεγχο της εταιρείας πετρελαίων, της Petróleos de Venezuela, Sociedad Anónima, η οποία αν και τύποις ήταν κρατική, στην ουσία λειτουργούσε για πολλά χρόνια ως αυτόνομη καπιταλιστική οντότητα. Η επιβεβαίωση του ελέγχου του κράτους πάνω στην PDSVA, όπως και οι πρώιμες προσπάθειες του Chávez να οδηγήσει τη Βενεζουέλα σε θέση ηγέτη στον ΟΠΕΚ, επέτρεψαν στην νέα κυβέρνηση να αντλήσει κέρδη από την αυξημένη τιμή του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά. Το Εθνικό Ακαθάριστο Εισόδημα αυξήθηκε κατά ένα απίστευτο 18% το 2004 και 9.9% το 2005. Το εισόδημα από τα πετρελαιοειδή αυξήθηκε από $226 κατά κεφαλή το 1998 σε $728 το 2005.

Δεύτερος παράγοντας ριζοσπαστικοποίησης της κυβέρνησης Chávez ήταν η μακρά πορεία της αντιπολίτευσης προς την αυτοκαταστροφή. Την κατάσταση την συνοψίζει ο ιστορικός Greg Grandin: “Τυφλή σε ό,τι αφορούσε τη δημοφιλία του Chávez ανάμεσα στους ως τώρα αόρατους φτωχούς των πόλεων, παρασυρμένη από τις συμβουλές των σκληροπυρηνικών της κυβέρνησης Bush, η αντιπολίτευση ανέλαβε μια σειρά μαξιμαλιστικών δράσεων για να τον εκτοπίσει από την εξουσία, περιλαμβανομένων του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Απρίλη του 2002, της δίμηνης απεργίας στα εργοστάσια πετρελαίου που κόστισε στη χώρα έξι δισεκατομμύρια δολάρια, και της ψηφοφορίας για ανάκληση της προεδρίας του το 2004. Ο Chávez αντιπαρήλθε αυτή την καμπάνια και βγήκε από τα χρόνια της κρίσης έντονα ενισχυμένος, με […] τους αντιπάλους του στο στρατό, την αστυνομία και τα συνδικάτα να απομακρύνονται από τις θέσεις τους, και με τα δεσμά του με τους φτωχούς ενισχυμένα. Τα εμπορικά έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τα οποία όχι μόνον συντάχθηκαν με τους εχθρούς του αλλά και τους παρακίνησαν σε δράση, έχασαν την αξιοπιστία τους στο δικαστήριο της δημόσιας εμπιστοσύνης και μπορούσαν να απονομιμοποιηθούν από τους υποστηρικτές της κυβέρνησης ως πιόνια μιας συμφεροντολόγου και εκδικητικής ολιγαρχίας.”

Έτσι, ο ταξικός αγώνας εκ των άνωθεν που ξεκίνησε η κυβέρνηση Chávez με αρχική πρόθεση τις μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις, έδωσε το έναυσμα στον ταξικό αγώνα από κάτω σε χώρους εργασίας και κοινότητες, και τα κάποτε μετριοπαθή μεταρρυθμιστικά μέτρα σπρώχτηκαν προς την πιο άμεση αναμέτρηση με τη λογική του κεφαλαίου.



ΠΡΟΟΔΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ


Τα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά της επαναστατικής διαδικασίας στη Βενεζουέλα είναι προφανή σε πολλά μέτωπα. Οι μη ιδιωτικές μορφές ιδιοκτησίας και ελέγχου της παραγωγής (οι συνεταιρισμοί, τα πειράματα συνδιαχείρισης, και η αυξημένη ιδιοκτησία και διαχείριση από το κράτος) έχουν αυξηθεί σταθερά. Ο βασισμένος στο Καράκας κοινωνιολόγος και δημοσιογράφος Gregory Wilpert παρατηρεί ότι το 1998 υπήρχαν 800 συνεταιρισμοί ενώ το 2005 είχαν φτάσει τους 100.000, εργοδοτώντας 1.5 εκατομμύριο κατοίκους, δηλαδή το 10% του ενήλικου πληθυσμού. Σύμφωνα με τον Michael Lebowitz, “Οι νέοι συνεταιρισμοί […] είναι προορισμένοι να μείνουν μικροί και δεν είναι πιθανό (τουλάχιστον εξ αρχής) να είναι σημαντικές πηγές συσσώρευσης πλούτου και ανάπτυξης. Παρ΄όλα αυτά, η έμφαση που δίνουν στην αντικατάσταση του συστήματος μισθοδοσίας από ένα σύστημα βασισμένο στην συνεργασία και τη συλλογική ιδιοκτησία τους καθιστά μικρόκοσμους μιας εναλλακτικής λύσης σε σχέση με τη λογική του κεφαλαίου”.

Από την άλλη, προσθέτει, “η διαχείριση από εργάτες σε αυτό που θα ονομάζαμε ‘στρατηγικές’ κρατικές βιομηχανίες έχει οπισθοδρομήσει, και η ανατροπή αυτή έχει βλάψει το ηθικό των επαναστατικών εργατών. Τους έχει περιορίσει στον ανταγωνιστικό ρόλο που έχουν διαδραματίσει υπό καπιταλιστικές συνθήκες και έχει ενισχύσει όλες τις ατομικιστικές τάσεις της παλιάς κοινωνίας.” Ο Wilpert δίνει επίσης έμφαση στην απαλλοτρίωση από το κράτος ανενεργών εργοστασίων που φτιάχουν χαρτί, λαμπτήρες, και αγροτικά προϊόντα. Εκεί οι εργάτες έχουν αναλάβει τα ηνία του ελέγχου. Άλλα 700 ανενεργά εργοστάσια παραμένουν έκθετα σε ανάλογες διευθετήσεις στο μέλλον.

Εν τω μεταξύ, τα μέτρα ανακατανομής του πλούτου που εισήγαγε το κράτος και που ενθάρρυνε ο πετρελαϊκός πλούτος έχουν χρηματοδοτήσει κάποιες αγροτικές και αστικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν την νομή της γης, κοινωνικά προγράμματα όπως η υγεία και η εκπαίδευση, και τομείς της οικονομίας που έχουν στοχευθεί ως πυρήνες “ενδογενούς ανάπτυξης.”

Δικαίως πολλοί παρατηρητές της αριστεράς μιλούν θετικά για την συμμετοχική αντίληψη της δημοκρατίας που διαγράφεται στο νέο σύνταγμα της Βενεζουέλα. Παραπέμπουν στους σημαντικούς ρόλους των συμμετοχικών μηχανισμών στην διαχείριση κοινωνικών προγραμμάτων, κυρίως μέσω των διαφόρων “αποστολών” σε φτωχογειτονιές αλλά, όπως γράφει ο Wilpert, και σε “θεσμοθετημένους μηχανισμούς για την συμμετοχή στην πολιτική κοινωνία (δημοψηφίσματα, εκλογή υψηλόβαθμων αξιωματούχων της κυβέρνησης, έλεγχος κρατικών οργανισμών από τους πολίτες).”

Όπως όμως ισχυρίζεται ο Lebowitz παραμένουν σημαντικά εμπόδια για την σοσιαλιστική δημοκρατία μέσα στο μπολιβαριανό εγχείρημα: “Η οικονομική επανάσταση έχει εν πολλοίς ξεκινήσει στη Βενεζουέλα, αλλά η πολιτική επανάσταση (που ξεκίνησε δραματικά με το νέο σύνταγμα αλλά απαιτεί τη μεταμόρφωση του κράτους ώστε η εξουσία να πηγάζει από κάτω), και η πολιτισμική επανάσταση (που απαιτεί σοβαρή επίθεση κατά των συνεχιζόμενων συμπεριφορών διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων) έχουν μείνει αρκετά πίσω.” Ενώ η φτωχή πλειοψηφία, και ιδιαίτερα οι γυναίκες, έχουν αποκτήσει αρκετά πλεονεκτήματα μέσω των πολιτικών ανακατανομής του πλούτου, “για κάποιους υποστηρικτές που επιθυμούν μεν τον Chávez αλλά χωρίς σοσιαλισμό, η διαδικασία έχει προχωρήσει ήδη αρκετά. Στο βαθμό επομένως που υπάρχουν αντιστάσεις στην προοπτική λήψης αποφάσεων από τα χαμηλά στρώματα (είτε σε χώρους εργασίας είτε σε κοινότητες) η ανάπτυξη του λαού θα προχωρήσει μόνο μέσα από αγώνες”.

Έχοντας αυτό υπόψη, είναι χρήσιμο να δούμε τρεις περιοχές όπου ο αγώνας των χαμηλών στρωμάτων προσπαθεί να επιφέρει αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων.

Πρώτον, νωρίς το 2006, ο Chávez ενεργοποίησε τον “νόμο για τα κοινοτικά συμβούλια”. Τα συμβούλια αυτά αποτελούνται από 200 με 400 οικογένειες σε αστικές περιοχές και 20-50 σε αγροτικές περιοχές και συντονίζουν τις δραστηριότητες των τοπικών αποστολών, των επιτροπών για την αστική γη και των πολιτισμικών επιτροπών. Ο Lebowitz προτείνει ότι τα συμβούλια αυτά “παρέχουν τη βάση όχι μόνο για τη μεταμόρφωση του λαού σε συνάρτηση με τις μεταλασσόμενες συνθήκες αλλά και για μια παραγωγική δραστηριότητα, που να στηρίζεται σε κοινοτικές ανάγκες και κοινοτικούς σκοπούς […] δημιουργεί [ο νόμος] το χώρο για την αυτο-ανάπτυξη επαναστατικών υποκειμένων”.

Η δεύτερη και ουσιώδης εξέλιξη ήταν η δημιουργία το 2003 του Εθνικού Συνδικάτου Εργατών της Βενεζουέλα (UNT), το οποίο αντικατέστησε την Ομοσπονδία Εργατών της Βενεζουέλα, επί μακρόν συντηρητικού όπλου στα χέρια της άκρας δεξιάς. Το UNT είναι μια πλουραλιστική συνομοσπονδία, με μια σημαντική μειοψηφία να υποστηρίζει άκριτα την κυβέρνηση Chávez, και μια πλειοψηφία που δίνει έμφαση στη σημασία της αυτονόμησης του εργατικού κινήματος από την κυβέρνηση και στην ανάγκη αγώνα από τα χαμηλά στρώματα ώστε να διευρυνθεί η μπολιβαριανή επανάσταση.





Δεν υπάρχουν σχόλια: