Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

V.I. Lenin, ή, η ευγένεια στην υπηρεσία της επανάστασης




Χριστούγεννα του 1922, έπαυλη Γκόρκι, Μόσχα. Ο Λένιν, έχοντας ήδη υποστεί τα δύο από τα τρία εγκεφαλικά που διαδέχθηκαν τις δύο απόπειρες κατά της ζωής του το 1918, υπαγορεύει ένα ακόμη γράμμα προς την Κ.Ε του Κόμματος στη σύζυγό του, Ναντέζντα Κρούπσκαγια. Η υγεία του δεν του επιτρέπει πλέον να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος, αλλά η κατάστασή του δεν είναι τέτοια που να του απαγορεύει την πυρετώδη ενασχόληση με οργανωτικά και ιδεολογικά ζητήματα.

Η πρώτη επιστολή στο Κογκρέσο του κόμματος,γραμμένη δύο μέρες πριν, προτείνει την αύξηση των μελών της Κ.Ε “σε μερικές ντουζίνες ή ακόμα και σε εκατό”, μέσω επιστράτευσης για τον σκοπό αυτό “μελών της εργατικής τάξης.” Η αιτιολογία που προσφέρεται είναι διττή: η αύξηση των μελών της Κ.Ε “θα ενισχύσει την σταθερότητα του κόμματός μας” και θα το προετοιμάσει να αντιμετωπίσει “την περικύκλωση από εχθρικά κράτη” η οποία “μπορεί, και θα πρέπει να γίνει πολύ πιο έντονη τα επόμενα χρόνια.”

Η δεύτερη όμως επιστολή, γραμμένη την παραμονή και την ημέρα των Χριστουγέννων, μοιάζει να αποκαλύπτει ένα διαφορετικό σκεπτικό πίσω από την πρόταση για αύξηση των μελών της Κ.Ε και αιμοδότησή της από (ανώνυμα στην επιστολή) μέλη της εργατικής τάξης: “με την έκφραση ‘σταθερότητα της Κ.Ε’”, παρατηρεί ο Λένιν, “εννοώ μέτρα ενάντια στη διαίρεση” του κόμματος. Το κόμμα, συμπληρώνει, “βασίζεται σε δύο τάξεις” των οποίων η συμφωνία πρέπει να διασφαλιστεί. Ποιές είναι οι δύο τάξεις; Ο Λένιν δεν διευκρινίζει ευθέως τι εννοεί. Αντίθετα, ανακοινώνει την πρόθεσή του να “ασχοληθεί με μερικές ιδέες που αφορούν προσωπικά χαρακτηριστικά”. Και συμπληρώνει με νόημα: “οι βασικοί παράγοντες σε ό,τι αφορά το ερώτημα της σταθερότητας είναι μέλη της Κ.Ε όπως οι Στάλιν και Τρότσκι. Νομίζω ότι οι σχέσεις μεταξύ τους δημιουργούν το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου διαίρεσης.” Προφανώς, ο Στάλιν και ο Τρότσκι, ο εξτρεμιστής του κέντρου και ο εξτρεμιστής της αριστεράς του κόμματος είναι οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι των δύο παρατάξεων των οποίων τον κίνδυνο επισημαίνει ο περιθωριοποιημένος πλέον οργανωτής της επανάστασης.

Ακολουθεί η σημαντικότερη, από την σκοπιά των όσων ακολούθησαν τον θάνατο του Λένιν, διατύπωση: “Ο σύντροφος Στάλιν, έχοντας γίνει Γενικός Γραμματέας, έχει απέραντη εξουσία στα χέρια του, και δεν είμαι σίγουρος για το αν θα μπορεί πάντοτε να χρησιμοποιεί την εξουσία αυτή με τη δέουσα εγκράτεια.” Ο χαρακτηρισμός του Τρότσκι που ακολουθεί μοιάζει μάλλον ασύμμετρος, παρά την εμφανή πρόθεση να φανεί ότι η κριτική είναι ισομερής: “Είναι προσωπικά ίσως ο πιο ικανός στην παρούσα Κ.Ε, αλλά έχει επιδείξει υπερβολική αυτοπεποίθηση και υπερβολική ενασχόληση με την καθαρά γραφειοκρατική φύση της εργασίας του.”

Η ασυμμετρία επιβεβαιώνεται όταν, στις τέσσερις του Γεννάρη, ο Λένιν προσθέτει ένα σημείωμα στην προηγούμενη επιστολή: “Ο Στάλιν παραείναι αγροίκος, και αυτό το σφάλμα, αν και είναι αρκετά ανεκτό ανάμεσά μας και στις σχέσεις του με μας τους κομμουνιστές, είναι ανεπίτρεπτο για Γ.Γ. Για αυτό προτείνω οι σύντροφοι να σκεφτούν ένα τρόπο να απομακρύνουν τον Στάλιν από τη θέση και να διορίσουν κάποιον που να έχει μόνο ένα πλεονέκτημα έναντι του συντρόφου Στάλιν, δηλαδή, να είναι πιο ανεκτικός, περισσότερο πιστός, πιο ευγενικός και προσηνής με τους συντρόφους, λιγότερο πείσμων, κλπ.”

Πρόκειται για ένα εδάφιο που είναι αξιοπερίεργο και δυσνόητο σε ευθεία σχεδόν συνάρτηση με την τεράστια σημασία του εν όψει ενός μέλλοντος στο οποίο ο Στάλιν θα έχει εξολοθρεύσει όχι μόνο τον Τρότσκι αλλά και ολόκληρη την φρουρά των παλιών Μπολσεβίκων από την Κ.Ε, εγκαθιδρύοντας τον εαυτό του ως απολυταρχικό ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Λένιν προτείνει ανοιχτά και απερίφραστα την απομάκρυνση του Στάλιν από την ηγεσία του κόμματος, αν και η επιστολή η οποία προηγήθηκε έπαιξε το χαρτί των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στα μέλη της Κ.Ε, δίνοντας την εντύπωση ότι κριτικάρει τόσο τους Στάλιν και Τρότσκι, όσο και τους Μπουχάριν και Πιατάκοφ. Ενώ πριν, με άλλα λόγια, διαφαινόταν η πρόθεση του Λένιν να εξισρροπήσει ανάμεσα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα παίζοντας το ένα εναντίον του άλλου, η συμπληρωματική δήλωση φαίνεται να απομονώνει ένα και μόνο κίνδυνο, ένα και μόνο πολιτικό εχθρό.

Το εξώφθαλμο παράδοξο όμως είναι ότι ο πολιτικός αυτός εχθρός δεν ορίζεται με πολιτικούς όρους. Με έκπληξη, διαπιστώνουμε ότι η βασική αρετή την έλλειψη της οποίας ο Λένιν διαπιστώνει στον Στάλιν είναι η ευγένεια, αρετή που ο ίδιος ο Λένιν παραδέχεται ότι δεν έχει ιδιαίτερη συνάφεια με κύκλους αιματοβαμένων επαναστατών, πόσο μάλλον όταν αφορά κάποιον που ενεπλάκη σε ληστείες τραπεζών, απαγωγές και φόνους από νεαρή ηλικία. Με δεδομένο το γεγονός ότι η εγκληματική δραστηριότητα του Στάλιν δεν είναι άσχετη με τα προσόντα που επέδειξε ως οργανωτής των Μπολσεβίκων, η κατηγορία στη βάση της οποίας στηρίζει την ιστορικά βαρύνουσα πρότασή του ο Λένιν ακούγεται ως κάτι παραπάνω από παράλογη—ουσιαστικά, γελοία. Στο άρθρο του για την λεγόμενη διαθήκη του Λένιν (1932), ο Τρότσκι θα παρατηρούσε ότι ο Στάλιν ουσιαστικά εκμεταλλεύτηκε αυτή ακριβώς τη φαινομενική γελοιότητα της βασικής κατηγορίας που του πρόσαπτε το σημείωμα, υποβάλλοντας τυπικά την παραίτησή του με το σαρκαστικό σχόλιο “όντως, είμαι αγενής […] ο Ίλιτς πρότεινε να βρείτε κάποιον άλλον, που να διαφέρει από μένα μόνο σε ευγένεια. Ε, βρείτε τον.” Ένας απ’ τους υποστηρικτές του, σημειώνει ο Τρότσκι, συμπλήρωσε: “Δε μας φοβίζει η αγένεια. Όλο μας το κόμμα είναι αγενές, προλεταριακό”. Η ιδέα, όπως σωστά παρατηρεί ο Τρότσκι, ήταν ότι ο Λένιν είχε οπισθοδρομήσει σε αστικές αντιλήψεις τόσο ασύμβατες με τη θέση του, ώστε για χάρη του σεβασμού προς το πρόσωπό του, να πρέπει να αγνοηθούν σιωπηλά.

Και φυσικά αγνοήθηκαν. Παρά τις πιέσεις της συζύγου του, που επέμενε να διαβαστεί η “διαθήκη” δημόσια, η τότε τριαρχία των Στάλιν-Καμένεφ-Ζινόβιεφ αποφάσισε να διαβαστεί σε κάθε τοπική αποστολή στο 13ο Κογκρέσο ξεχωριστά, να απαγορευτεί η λήψη σημειώσεων, και να μην αναφερθεί καθόλου στην γενική συνέλευση του Κογκρέσου. Ξαναδιαβάστηκε από τον Στάλιν, κατόπιν πιέσεων της αριστερής πτέρυγας, στην συνάντηση της Κ.Ε τον Ιούλιο του 1926, και τυπώθηκε, μετά από λογοκριτικές παρεμβάσεις, σε περιορισμένη έκδοση για τα μέλη του 15ου Κογκρέσου το 1927. Δεν είδε το φως της ευρύτερης δημοσιότητας στην ΕΣΣΔ παρά μόνο το 1953, στα πλαίσια της αποκύρυξης του Στάλιν από τον Κρούτσεφ στο 20ο Κογκρέσο του 1956, τρία χρόνια μετά το θάνατο του πρώτου.

Πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει μια παρέμβαση (ή μια σειρά παρεμβάσεων) που είναι συνάμα πολιτικά διαυγής, ιστορικά προφητική και βαρύνουσα (αρκεί να προσπαθήσει να φανταστεί κανείς την ιστορία της ΕΣΣΔ αν είχε εισακουστεί η πρόταση για απομάκρυνση του Στάλιν) και όμως ταυτόχρονα αινιγματική, φαινομενικά ασυνάρτητη, ακόμα και απογοητευτικά υπεκφεύγουσα; Ας προσπαθήσουμε να σχηματοποιήσουμε τις εφικτές ερμηνείες:

α) Η θεωρία της απώλειας της πνευματικής διαύγειας. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο ο Λένιν, κατάκοιτος και σε άσχημη κατάσταση υγείας, έχει απλώς το ακαταλόγιστο που έχουν όλοι οι βαριά ασθενούντες. Το σημείωμα υπαγορεύεται σε φάση εκνευρισμού ή αποσπάται από την ίδια την Κρούπσκαγια σε φάση φυσικής αδυναμίας και ανασφάλειας. Η θεωρία, που δεν υιοθετήθηκε, για ευνόητους λόγους, από καμία εκ των δύο ήδη αντιμαχόμενων παρατάξεων, έχει τη σημαντική αδυναμία να μην συνάδει με την εντυπωσιακή ακρίβεια της πολιτικής διάγνωσης της κατάστασης στο εσωτερικό του κόμματος, καθώς και με την ευρύτερη διαύγεια και ενεργητικότητα όλων των παρεμβάσεων του Λένιν ως το τέλος της ζωής του.

β) Η θεωρία του αστικού ολισθήματος. Σύμφωνα μ’ αυτό το συναφές αλλά διαφοροποιημένο σενάριο, το οποίο προώθησε τεχνηέντως και ελεγχόμενα ο Στάλιν και οι συν αυτώ, ο Λένιν έχει απωλέσει την πολιτική του διαύγεια και έχει υποπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα της σύγχυσης του πολιτικού με το προσωπικό. Η προτελευταία επιστολή που υπαγόρευσε, άλλωστε, στις 5 Μαρτίου 1923, αφορά μια καθαρά προσωπική αντιδικία με τον Στάλιν. Εκεί, ο Λένιν τον εγκαλεί για κακή τηλεφωνική συμπεριφορά προς την Κρούπσκαγια: “Ήσουν τόσο αυθάδης που κάλεσες τη σύζυγό μου στο τηλέφωνο και χρησιμοποίησες άσχημη γλώσσα. […] Δεν έχω την πρόθεση να ξεχάσω εύκολα όσα έχουν γίνει εναντίον μου, και δεν χρειάζεται να πω ότι οτιδήποτε γίνεται εναντίον της συζύγου μου γίνεται και εναντίον μου”. Έχοντας παραδοθεί στην μνησικακία που του προκαλεί ο φθόνος για τον νέο, κατά τα φαινόμενα, ηγέτη, ο Λένιν παίρνει, τόσο στο ζήτημα της Γεωργίας όσο και στο θέμα του χαρακτήρα των μελών της Κ.Ε, θέσεις που έχουν σαν στόχο να πλήξουν την αξιοπιστία του Στάλιν στο κόμμα. Αυτός είναι ο λόγος που η φαινομενική κριτική στον συγκεντρωτισμό και την υπέρμετρη δύναμη του Στάλιν καταλήγουν σε χολερικούς μύδρους για την άξεστη προσωπικότητά του. Σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό New Left Review, ο Slavoj Žižek φαίνεται να αποδίδει το σημείωμα περί απομάκρυνσης Στάλιν στην αντίδραση του Λένιν στην διένεξη Στάλιν-Κρούπσκαγια (“How to Begin from the Beginning”, 49), που με τη σειρά της προκλήθηκε από τη διαφωνία χειρισμού του Γεωργιανού ζητήματος. Οι χρονολογίες βέβαια δεν επιβεβαιώνουν το σενάριο αυτό ιστορικά (η επιστολή για το αγενές τηλεφώνημα γράφτηκε αρκετά μετά από το διαβόητο σημείωμα περί απομάκρυνσης Στάλιν από την ηγεσία). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το σενάριο σύγχυσης πολιτικής στάσης και προσωπικών απωθημένων δεν παραμένει εφικτό πιθανολογικά. Μπορούμε να το φανταστούμε σχετικά εύκολα: απομακρυσμένος από την εξουσία χωρίς πάντως να έχει επίσημα εκτοπιστεί, ο Λένιν, οργισμένος από την ντε φάκτο απώλεια επιρροής του, μάχεται να ανακτήσει το χαμένο του πρεστίζ και να βάλει τον επίδοξο διάδοχό του στη θέση του, επιστρατεύοντας ακόμα και τον ρόλο του προσβεβλημένου συζύγου που πετάει το γάντι στον αντίζηλο. Έτσι, η όποια κριτική ασκεί στερείται ειλικρίνειας και πολιτικής νομιμότητας· δεν είναι παρά η έκφανση, σε ψευδο-πολιτικό επίπεδο, ιδιωτικών παραπόνων και απογοητευμένων φιλοδοξιών. Με άλλα λόγια, η επίκληση της ευγένειας αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα αστικής υποκρισίας σε δύο επίπεδα: Ο Λένιν δεν σκέφτεται το κόμμα αλλά τον εαυτό του, μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει αξίες (politesse) ξεκάθαρα αντιδραστικές, ξένες τόσο προς την δική του ηθική όσο και προς αυτή της προλεταριακής επανάστασης γενικότερα. Έχοντας απωλέσει την σχέση με την ενεργό δράση, απομονωμένος στην έπαυλή του, έχει μεταμορφωθεί σε έναν αξιολύπητο αστό που ξεπεράστηκε από την επανάσταση που ο ίδιος σχεδίασε.

Το αδύναμο στοιχείο αυτού του σεναρίου είναι βέβαια ότι δεν εξηγεί την ιδιαίτερη αυτοσυγκράτηση που επιδεικνύουν οι επιστολές προς την Κ.Ε, ούτε έχει πειστική απάντηση για τους προσωποπαγείς στόχους που θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος με επίγνωση ότι δεν θα επανέλθει ποτέ σε υγιή κατάσταση και ότι βρίσκεται ουσιαστικά ένα βήμα πριν τον θάνατο.

γ) Η θεωρία της διαυγούς και ρητής καταδίκης του Σταλινισμού εν τη γενέσει του. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, που είναι το σενάριο του υπό Σταλινικό διωγμό Τρότσκι, ο Λένιν είχε πλήρη και διαυγή πολιτική αντίληψη του κινδύνου που αντιπροσώπευε ο αυταρχισμός και οι μεθοδεύσεις του Στάλιν και επεχείρησε να αποτρέψει την καταστροφή. Η προσέγγιση αυτή δικαιώνεται από το περιεχόμενο των επιστολών της 23-25 Δεκεμβρίου του 1922, όχι όμως και από αυτό της 4ης Ιανουαρίου, το οποίο φαίνεται να υιοθετεί μια απολιτική προσέγγιση. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Τρότσκι υιοθέτησε πολύ διαφορετική (και διαπιστωμένα παραπλανητική) άποψη σε ό,τι αφορά την σημασία της “διαθήκης” σε προηγούμενο κείμενό του (την επιστολή για την αμερικανική δημοσίευση της διαθήκης από τον Eastman) τo 1925, όταν και οι πολιτικές περιστάσεις του ιδίου ήταν ευνοϊκότερες, τον επιβαρύνει με την κατηγορία του οπορτουνισμού και του στερεί το προνόμιο “αντικειμενικής" ανάγνωσης του αρχικού κειμένου: “Ο σύντροφος Λένιν δεν άφησε καμμία “διαθήκη”· ο χαρακτήρας των σχέσεών του με το κόμμα, και ο χαρακτήρας του ίδιου του κόμματος, αποκλείουν την δυνατότητα να υπάρχει τέτοια “διαθήκη” […] Το 13ο Κογκρέσο αφιέρωσε την ύψιστη σημασία [sic] σε αυτή και σε άλλες επιστολές, και άντλησε τα αρμόζοντα συμπεράσματα. Κάθε αναφορά σε κάποια αποκρυμμένη ή πετσοκομμένη “διαθήκη” είναι ειδεχθώς ψευδής, και εναντιώνεται στην πραγματική θέληση του συντρόφου Λένιν και στα συμφέροντα του κόμματος που αυτός δημιούργησε” (Τρότσκι, "Επιστολή για το Βιβλίο του Eastman", 1925).

δ) Η θεωρία της στρατηγικής υπεκφυγής ως μέσου έκφρασης της πολιτικής αλήθειας. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, το οποίο προϋποθέτει την αυτολογοκρισία, ο Λένιν είχε σχηματίσει διαυγή αντίληψη των κινδύνων αφενός του πολιτικού εμφυλίου που θα ακολουθούσε στους κόλπους του κόμματος και της Σοβιετικής κοινωνίας ευρύτερα, και αφετέρου, των επερχόμενων κινήσεων του Στάλιν· αδυνατούσε όμως ρεαλιστικά να επικοινωνήσει για το θέμα όσο ξεκάθαρα θα επιθυμούσε δεδομένου του ότι ο Στάλιν και οι σύμμαχοί του είχαν περίοπτη θέση στην Κ.Ε. Υιοθέτησε συνεπώς μια σειρά πολιτικών και ρητορικών τεχνασμάτων: 1) την φαινομενικά ουδέτερη πρόταση αύξησης των μελών της Κ.Ε που αποσκοπούσε μεν ξεκάθαρα στη μείωση της επιρροής Στάλιν, όχι όμως δια της οδού μετωπικής σύγκρουσης μαζί του 2) το ψυχολογικό του πορτραίτο, που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον επικίνδυνο χαρακτήρα της ορμητικότητας και της αποφαστικότητάς του, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, που έχουν σαφώς διαδικαστικότερο χαρακτήρα "συντροφικής κριτικής" 3) το φαινομενικά μη πολιτικού χαρακτήρα σημείωμα του Γενάρη, το οποίο όμως περιέχει, νομίζω όχι τυχαία, και την πιο ευθεία δήλωση πολιτικής αντίθεσης προς την προοπτική ηγεσίας του Στάλιν.

Ας μην ξεχνάμε αυτό το δευτερεύον παράδοξο που συνοψίζεται στο γεγονός ότι η φαινομενικά λιγότερο πολιτική από τις επιστολές περιέχει την πιο εκρηκτικά πολιτική πρόταση. Έχοντας ήδη προετοιμάσει τη γροθιά του για το δυνατότερο χτύπημα που μπορεί να δώσει—την πρόταση απομάκρυνσης του Στάλιν από την ηγεσία—ο Λένιν την κρύβει στο ένδυμα της απλής προσωπικής γκρίνιας. Δεν είναι, με άλλα λόγια, η προσωπική απέχθεια αυτή που καλύπτεται υπό το πρόσχημα της πολιτικής σύγκρουσης, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: μια οξεία αντιπαράθεση πολιτικών στόχων υιοθετεί το πρόσωπο της προσωπικής αντιπάθειας ώστε να μπορέσει να εκφραστεί χωρίς να ρισκάρει υπερβολικά. Έτσι εξηγείται και η φαινομενικά ακατανόητη πρόταση Λένιν να αντικατασταθεί ο Στάλιν από κάποιον ακριβώς όπως αυτός, με μόνη διαφορά τη μεγαλύτερη ευγένεια. Σωστά ο ίδιος ο Στάλιν κάγχασε στο ενδεχόμενο να βρεθεί τέτοιος· αυτό ακριβώς λέει εμμέσως και ο Λένιν: ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος που να είναι ακριβώς όπως ο Στάλιν έχοντας την φαινομενικά αμελητέα διαφορά της μεγαλύτερης ευγένειας, γιατί η έλλειψη ευγένειας δεν είναι αμελητέα διαφορά. Είναι η "υποκειμενική", "ιδιοσυγκρασιακή" κωδικοποίηση της συνολικής ακαταλληλότητας, ή μάλλον επικινδυνότητας, του Στάλιν ως πολιτικού αρχηγού του κόμματος. Προς όφελος τίνος αυτή η εκ των προτέρων αδιέξοδη αναζήτηση ενός ευγενέστερου Στάλιν; Όχι πάντως του Τρότσκι, αν και έτσι φαίνεται ότι επιθυμεί ο ίδιος να πιστεύει στο κείμενο για τη λενινιστική "διαθήκη" που συνέταξε το 1932. Μάλλον προς όφελος ενός όλο και λιγότερο προσωποπαγούς κομματικού μηχανισμού, η διόγκωση του οποίου από ανώνυμους προλετάριους αποτελεί εξάλλου το ρητό κίνητρο των επιστολών των τελών του 1922.

Ουσιαστικά, ο Λένιν αναλαμβάνει, χωρίς επιτυχία είναι η αλήθεια, να παίξει το ρόλο του αστικού κράτους απέναντι στους επίδοξους δελφίνους: επιδιαιτητεύει τη διαφωνία τους, με σκοπό όμως την αμοιβαία υποταγή τους (και πρωτίστως του Στάλιν) σε μια εξουσία στην οποία δεν θα μπορούν να ασκήσουν προσωπικό έλεγχο. Η θέση του είναι στα “δεξιά” της κομμουνιστικής αριστεράς· επιδιώκει την συντήρηση της επανάστασης, όχι τη ριζοσπαστική εσωτερική αλλαγή· την ισορροπία δυνάμεων, όχι την ανατροπή της. Δεν αποκλείονται προσωπικά κίνητρα πατριαρχικού τύπου ανταγωνισμού απέναντι στον επίδοξο διάδοχο σε ένα τέτοιο σενάριο· αντίθετα, έχει την συμβολική σημασία του το γεγονός ότι στα 1923 ο Λένιν επιβεβαιώνει την πατριαρχική κηδεμονία του απωθώντας, με όσες δυνάμεις του απομένουν, τον άντρα που επιτίθεται λεκτικά εναντίον της συζύγου του. Αλλά μια τέτοια ανάγνωση δεν αποκλείει ούτε περιθωριοποιεί την ύπαρξη πραγματικών πολιτικών διακυβευμάτων και συνεπειών. Σύζυγος και κόμμα υπέχουν θέσεις συμβολικά παράλληλες, αλλά μόνο ως ένα σημείο. Αν η Κρούπσκαγια πρέπει να προστατευτεί δια της απώθησης του άντρα που προσέβαλε την τιμή της, το κόμμα θα διασωθεί μόνο δια του δυνητικού πολλαπλασιασμού των επίδοξων διεκδικητών της αρχηγίας και νομής του.

Τι συνέπειες έχει αυτή η τέταρτη προσέγγιση για την ανάνγωση της θέσης της “ευγένειας” στην πολιτική παρέμβαση Λένιν; Θα έλεγα ότι η “ευγένεια” είναι ταυτόχρονα ρητορικό μέσο απόκρυψης της πραγματικής φύσης των πολιτικών διακυβευμάτων και τρόπος έκφρασής τους. Τι άλλο, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, ώθησε τον Στάλιν στην "αγενή" και "μη ανεκτική" συμπεριφορά απέναντι στους “συντρόφους” του παρά η συναίσθηση της πραγματικής πολιτικής του δύναμης—συναίσθηση ικανή να έχει πραγματικές πολιτικές συνέπειες; Και τι θα του επέτρεπε να προσβάλλει χυδαία την ίδια τη σύζυγο του παροπλισμένου πια ηγέτη, αν όχι η αδημονία με την οποία ετοιμαζόταν να οικειοποιηθεί τη θέση του ενόσο προσποιούνταν τον απλό και πιστό ακόλουθο (εξού και η κατηγορία για έλλειψη "πιστότητας" στο σημείωμα της 4ης Ιανουαρίου); Η έλλειψη ευγένειας που προβληματίζει τον Λένιν δεν είναι παρά η έκφανση της έλλειψης φόβου, που με τη σειρά της υποδηλώνει το αδίστακτο και ανεξέλεγκτο του πολιτικού αντιπάλου. Ο Στάλιν πρέπει να απομακρυνθεί, γιατί η αγένειά του προδίδει κάτι πολύ ουσιαστικότερο από τους κακούς τρόπους: την ασίγαστη και ακατάσχετή του δίψα για εξουσία. Ο Λένιν, φοβούμενος πιθανώς όχι τόσο για τον εαυτό του όσο για την μοίρα της δυσκολοκατάβλητης συζύγου του μετά το θάνατό του (και τέτοιου είδους προβληματισμοί δεν μπορούν να προκύψουν χωρίς μια κάποια ευγένεια), δεν μπορεί παρά να το πει ευγενικά, όσο ευγενικότερα μπορεί: “Η περίσταση αυτή [της έλλειψης ανεκτικότητας και ευγένειας] μπορεί να φαίνεται αμελητέα. Αλλά νομίζω ότι [η σύγκρουση με τον Τρότσκι στην οποία αυτή οδήγησε] είναι […] μια λεπτομέρεια που μπορεί να αποκτήσει αποφασιστική σημασία”.

Αν υπήρξε ποτέ μια προσπάθεια να μπει η “αστική” ρητορική της ευγένειας στην υπηρεσία της διάσωσης της επανάστασης από την τυραννία, ήταν αυτή ακριβώς η ευφυής αλλά εσωτερικά αντιφατική πρωτοβουλία. Η αποτυχία της είναι κατά κάποιο τρόπο προαποφασισμένη: οι Στάλιν δεν παραιτούνται εύκολα των πλεονεκτημάτων που απέκτησαν κοπιαστικά, σίγουρα όχι για λόγους ευγενείας.





Δεν υπάρχουν σχόλια: