Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Πέντε ποιήματα



Ήρθαν μαζεμένα για κάποιο λόγο.


Επιστροφή

Αργά ή γρήγορα, από την άλλη πλευρά ξαναπροβάλλεις, αγνώριστος.
Ταξίδι κάθετο, χωρίς ξεπροβόδισμα,
Αναβατόρι λυσσασμένο, πάνω-κάτω
(αυτή η άλλη Αμερική, γεμάτη κάρβουνο!)
Η θέρμη από τα έγκατα ακόμα στα μαλλιά.
Στα πόδια περισσότερες απ’ το δέρμα οι πληγές.
Μαρμαρυγή περίεργη στα μάτια.

Εδώ είναι ακόμα η χαίνουσα ρωγμή, το έδαφος που πάλλεται
Η σκόνη που αφήνει ο κουρχνιαχτός αγγέλων.
Να και το τόξο που ο μικρός άφησε τεντωμένο
Τα βέλη όλα να συγκλίνουν, μεγάλα και μικρά
Για να χτυπούν στο κέντρο, ώστε η καρδιά της μέρας
Όπως ανοίγει, από μέσα της, εσύ να επιστρέφεις.

Πώς γέμισε η στέρνα πάλι με νερό, μυστήριο.
Λες και υφίστανται αντίποδες του ουρανού
Λες και βρέχει ξάφνου από κάτω.
Όπως και να χει, αναβλύζει, πιες, λήθη για όσα ξέχασες!
Τα κρίματα όλα συγχωρεμένα από πριν.
Τακτοποιημένα σε κοιτούν τα πιάτα στο τραπέζι
Και το μαχαίρι έχει ακόμα όλα τα δόντια του στο στόμα.



Τέσσερα στοιχεία, λίγο μετά

Στις μεθυσμένες ψαλιδιές δυο αστραπών
Οι πανοπλίες των νεφών αίφνης διάτρητες.

Καθώς πια βρέχει, βυθίζονται έκπληκτα τα δέντρα
Με τις μουσούδες τους τη λάσπη γλύφοντας.

Όλα είναι τώρα πιο βαριά. Σκουραίνει η στιλπνότητα
Της χλόης. Και στων σκυλιών τη ράχη
Ο ψύλλος ονειρεύεται μέλλουσες αποικίες.

Βουλιμικά τα στόματα της γης
Πάνω που μάχονται να καταπιούν, ξερνάνε πάλι.

Της στάχτης που μας κέρασαν όσα γινήκαν ήδη
Έμεινε μόνο η οργή, κι ο θρήνος του αέρα:

Καήκαν όρθιες οι κιβωτοί πριν το νερό πατήσουν.



Άτιτλον

Την πόρτα βλασφημώντας σα γερόντια
Έκλεισαν πια τα αυτιά μου.
Οι γλώσσες μου η μία πάνω στην άλλη κουλουριάστηκαν
Φίδια χορτάτα, και κοιμούνται.
Πνιγήκανε τα μάτια μου στων λέξεων το θάμβος.
Δυο άδεια χέρια μείνανε, να βηματίζουν
Νευρικά, βήχοντας τον καπνό
Να ράβουν πάνω στο χαρτί διακριτικά της ήττας
Ένα για κάθε μια πληγή της λόγχης των πραγμάτων.



Λευκής μαγείας πραγματεία

Εν μέσω τυφώνος σείεται των κεκτημένων η δομή:
Ίπτανται στους αιθέρες, τα μάτια τους μια έκπληκτα
Σαν σκύλων, μια ήμερα σα γάλα στο φλυτζάνι
Τις μέρες τις συνηθισμένες, που τρως το πρωινό.

Μεταναστεύει προς βοράν η πόρτα,
Λεύτερη από μεντεσέ, κι' από σκοπό και χρήση
Και στη βροχή το πάτωμα φουσκώνει
Λες και καράβι ήτανε, συνάμα και πανί

Κι όλη την ώρα πέφτουνε πολύχρωμα τα ρούχα
Μιας μεθυσμένης μουσικής ουράνια κονφετί
Και αιμορραγούν τα ερμάρια μυστικά--Ορφάνεψε η αράχνη--
Και όλα είναι έκθετα και καθαρά μαζί.

Τανάλια τα θεμέλια ξεδόντιασε.
Χώρισαν τα δοκάρια, σκουριάσαν τα καρφιά.
Τι έμεινε; Δυο άλικα παπούτσια που τα τακούνια τους χτυπάς
Καρδιά μου, άστεγη πλέον, και χωρίς επιστροφή.



Οι ηγεμόνες

Μιλούσαν, κι ανοιγόκλεινε νεκρού ψαριού σαγόνι,
οι ηγεμόνες. Δέρμα φιδιού, φίλντισι
στα μανικετόκουμπα, και στο λαιμό
το μήλο του Αδάμ το τρώει σκουλήκι.

Κλικ-κλικ κάνουν οι λέξεις τους.
Κλικ, και υποδέχονται την αυγή τα περίστροφα
των αξιωματικών και οι εκτελεσμένοι
Κλικ, και εκπυρσοκροτούν πάνω στις κόλλες
οι γραφομηχανές του ημιορόφου
Κλικ, και σφαλίζουν ηδυπαθώς τις πόρτες
διαμπερών διαμερισμάτων οι νοικοκυραίοι.

Έτσι μιλούσαν,
κι ήταν θηλιές για σένα και για μένα οι γραβάτες τους
φύτρωναν ικριώματα κρυφά μεσ’ την κουζίνα μας
και λαιμητόμοι το πρωί που ξυριζόμαστε πριν τη δουλειά
με τη σκιά του γερακιού πα’ στον καθρέφτη.



Δεν υπάρχουν σχόλια: