Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Badiou, "Άγιος Παύλος" ολοκλήρωση πρώτου κεφαλαίου




Τώρα, αντί να επιστρέφει στην οικειοποίηση αυτής της τυπολογίας, η ταυτοτική ή μειονοτική λογική απλώς προτείνει μια παραλλαγή του ονομαστικού αποκλεισμού της από το κεφάλαιο. Καταφέρεται εναντίον κάθε γενικής έννοιας της τέχνης, βάζοντας την έννοια της κουλτούρας στη θέση της ως κουλτούρας της ομάδας, ως υποκειμενικής ή αντιπροσωπευτικής κόλλας που εξασφαλίζει την ύπαρξη της ομάδας και ως μορφώματος που απευθύνεται μόνο στον εαυτό του και παραμένει δυνητικά μη οικουμενικοποίησιμο. Επιπλέον, δεν διστάζει να θεωρήσει ότι τα δομικά στοιχεία αυτής της κουλτούρας μπορούν να κατανοηθούν πλήρως μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ανήκει κάποιος στο σχετικό υποσύνολο. Εξού και καταστροφικές διακηρύξεις του είδους “μόνο ένας ομοφυλόφιλος μπορεί να ‘καταλάβει’ τι είναι ο ομοφυλόφιλος, μόνο ένας Άραβας μπορεί να καταλάβει τι είναι Άραβας”, και ούτω κάθε εξής. Αν, όπως πιστεύουμε, μόνο οι αλήθειες (η σκέψη) επιτρέπουν στον άνθρωπο να ξεχωρίσει από το ανθρώπινο ζώο που έχει μέσα του, δεν είναι υπερβολή το να πούμε ότι τέτοιου είδους μειονοτικές διακηρύξεις είναι γνήσια βάρβαρες. Στην περίπτωση της επιστήμης, ο κουλτουραλισμός ανάγει τον τεχνικό συγκεκριμενισμό των υποσυνόλων στο επίπεδο της επιστημονικής σκέψης και έτσι τα αντιβιοτικά, ο Σαμανισμός, η θεραπεία δια της αφής, και τα κατευναστικά ροφήματα βοτάνων γίνονται όλα ίσης αξίας πράγματα. Στην περίπτωση της πολιτικής, η ενασχόληση με ταυτοτικά χαρακτηριστικά προσφέρει τη βάση καθορισμού, είτε του κράτους είτε του διαμαρτυρόμενου, και στο τέλος το θέμα γίνεται η θέσπιση, μέσω νομοθεσίας ή ωμής ισχύος, μιας εξουσιαστικού τύπου διαχείρισης αυτών των χαρακτηριστικών (εθνικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών, κλπ.), τα οποία θεωρούνται κυρίαρχοι πολιτικοί ρυθμιστές. Τέλος, στην περίπτωση της αγάπης, υπάρχουν οι συμπληρωματικές απαιτήσεις είτε για το γενετικό δικαίωμα να αναγνωριστεί αυτή ή εκείνη η μορφή σεξουαλικής συμπεριφοράς ως μειονοτική ταυτότητα· είτε για την επιστροφή, απλά και ωραία, σε αρχαϊκές, πολιτισμικά θεμελιωμένες επινοήσεις, όπως αυτή της αυστηρής μονογαμικότητας, του εγκλεισμού των γυναικών, κι ούτω κάθε εξής. Είναι απόλυτα εφικτό να συνδυαστούν τα δύο, όπως γίνεται προφανές όταν η ομοφυλοφυλική διαμαρτυρία αφορά στο δικαίωμα να επαναπεριληφθεί κανείς στην επιβλητική παράδοση του γάμου και της οικογένειας, ή να αναλάβει την ευθύνη καθαίρεσης ενός ιερέα με την ευλογία του Πάπα.

Τα δύο συστατικά αυτού του σφιχτοδεμένου συνόλου (η αφηρημένη ομοιογένεια του κεφαλαίου και η μειονοτική διαμαρτυρία) βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας συντήρησης και αναπαραγωγής. Ποιος θα στηρίξει την αυτονόητη ανωτερότητα του ικανού-καλλιεργημένου-σεξουαλικά απελευθερωμένου μάνατζερ; Αλλά και ποιος θα υπερασπιστεί τον διεφθαρμένο-θρησκευόμενο-πολυγαμικό τρομοκράτη; Ή ποιος θα πλέξει το εγκώμιο του περιθωριακού-ομοιοπαθητικού-φιλικά διακείμενου προς τα ΜΜΕ τρανσέξουαλ; Κάθε μορφή αποκτά την περιστρεφόμενη νομιμότητά της από την απαξίωση της άλλης. Και όμως την ίδια ώρα, καθεμιά αντλεί από τα αποθέματα της άλλης, μια και η μεταμόρφωση των πιο τυπικών και πιο πρόσφατων κοινοτικών ταυτοτήτων σε διαφημιστικά σημεία πώλησης και εμπορεύσιμες εικόνες έχει ως αντίβαρο την όλο και πιο εκλεπτυσμένη ικανότητα που οι πιο απομονωμένες ή πιο βίαιες ομάδες επιδεικνύουν όταν το ζητούμενο είναι η επένδυση στις οικονομικές αγορές ή η συντήρηση εμπορίου όπλων ευρείας κλίμακας.

Αφήνοντας κατά μέρους όλα αυτά (ούτε χρηματική ομοιογένεια ούτε ταυτοτική διαμαρτυρία, ούτε αφηρημένη οικουμενικότητα του κεφαλαίου ούτε το συγκεκριμένο των συμφερόντων που αφορούν το υποσύνολο), το ερώτημά μας μπορεί να διατυπωθεί ξεκάθαρα: Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για μια οικουμενική μοναδικότητα;

Είναι σ’ αυτό το σημείο που επικαλούμαστε τον Άγιο Παύλο, γιατί αυτό είναι ακριβώς το ερώτημά του. Τι θέλει ο Παύλος; Προφανώς να σύρει τα χαρμόσυνα νέα (τα Ευαγγέλια) έξω από τα άτεγκτα πλαίσια μέσα στα οποία τα περιορίζει ο εγκλεισμός τους στην εβραϊκή κοινότητα. Εξίσου όμως, να μην τα αφήσει ποτέ να καθορίζονται από τις διαθέσιμες γενικότητες, είτε αυτές είναι κρατικιστικές είτε ιδεολογικές. Η κρατικιστική γενικότητα ανήκει στο ρωμαϊκό νομικισμό, και στην ρωμαϊκή υπηκοότητα συγκεκριμένα, στις προϋποθέσεις και στα δικαιώματα που συνδέονται με αυτή. Αν και ο ίδιος Ρωμαίος πολίτης και περήφανος για αυτό, ο Παύλος δεν θα επιτρέψει ποτέ σε καμμία νομική κατηγορία να καθορίσει το Χριστιανικό υποκείμενο. Οι δούλοι, οι γυναίκες, άνθρωποι κάθε επαγγέλματος και εθνικότητας θα γίνουν συνεπώς δεκτοί χωρίς περιορισμούς και χωρίς προνόμια. Όσο για την ιδεολογική γενικότητα, αυτή εκπροσωπείται από τον φιλοσοφικό και ηθικό λόγο των Ελλήνων. Ο Παύλος θα βάλει τα θεμέλια για μια ξεκάθαρη αποστασιοποίηση από αυτό τον λόγο, που για αυτόν αποτελεί το αντίβαρο στον συντηρητισμό του εβραϊκού νόμου. Τελικά, το ζήτημα είναι πια η κινητοποίηση μιας οικουμενικής μοναδικότητας τόσο ενάντια στις κυρίαρχες αφαιρέσεις (τότε νομικές, σήμερα οικονομικές), όσο και ενάντια στον κοινοτισμό και στην διαμαρτυρία πεπερασμένων ομάδων.

Η γενική διαδικασία του Παύλου είναι η ακόλουθη: αν έχει υπάρξει συμβάν, και αν η αλήθεια συνίσταται στη διακήρυξή του και έπειτα στην πιστότητα σε αυτή τη διακήρυξη, τότε ακολουθούν δύο συνέπειες. Πρώτο, εφόσον η αλήθεια είναι συμβαντική, της τάξης δηλαδή αυτού που επισυμβαίνει, είναι μοναδική. Δεν είναι δομική, ούτε αξιωματική, ούτε νομική σε χαρακτήρα. Δεν υπάρχει διαθέσιμη γενικότητα που να μπορεί να την εξηγήσει, ούτε να δομήσει το υποκείμενο που υποστηρίζει ότι την ακολουθεί. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει νόμος της αλήθειας. Δεύτερον, επειδή η αλήθεια εγγράφεται στη βάση μιας διακήρυξης που είναι ουσιαστικά υποκειμενική, κανένα προκαθορισμένο υποσύνολο δεν μπορεί να την στηρίξει, και τίποτε διαμορφωμένο κοινοτικά και ιστορικά δεν μπορεί να δανείσει την ουσία του στη διαδικασία της αλήθειας. Η αλήθεια τέμνει διαγώνια κάθε κοινοτικό υποσύνολο. Ούτε επιζητά νομιμοποίηση από τις ταυτότητες ούτε (και αυτό είναι προφανώς το πιο ευαίσθητο σημείο) δημιουργεί ταυτότητα. Προσφέρεται σε όλους, απευθύνεται σε όλους, χωρίς την προϋπόθεση του ανήκειν να μπορεί να περιορίσει τούτη την προσφορά ή τούτο το κάλεσμα.

Μόλις τα κείμενα που μας μεταδόθηκαν ειδωθούν όλα ως τοπικές παρεμβάσεις και έτσι ως οργανωμένα στη βάση τοπικών τακτικών διακυβευμάτων, η προβληματική του Παύλου, όσο περίπλοκη και αν είναι η διατύπωσή της, ακολουθεί αδίρητα τις προαπαιτήσεις της αλήθειας ως μοναδικής οικουμενικότητας:

1. Το Xριστιανικό υποκείμενο δεν προϋπάρχει του γεγονότος που διακηρύττει (της ανάστασης του Χριστού). Έτσι, οι εξωγενείς συνθήκες της ύπαρξης ή της ταυτότητάς του απορρίπτονται. Η απαίτηση είναι να μην είναι ούτε Εβραίος (ή περιτομημένος) ούτε Έλληνας (ή σοφός). Αυτή είναι η θεωρία των λογοθετικών πρακτικών (υπάρχουν τρεις: η εβραϊκή, η ελληνική, η νέα). Ούτε θα είναι απαραίτητο να ανήκει σ’ αυτή ή την άλλη κοινωνική τάξη (θεωρία της ισότητας απέναντι στην αλήθεια) ή σε αυτή ή την άλλη ομάδα (θεωρία των γυναικών).

2. Η αλήθεια είναι εντελώς υποκειμενική (είναι δηλαδή της τάξης της διακύρηξης που καταθέτει μαρτυρία για το συμβάν). Έτσι, οιαδήποτε προσπάθεια να υποταχθεί στο νόμο θα απορριφθεί. Θα είναι απαραίτητο να αναληφθεί άμεσα μια ριζοσπαστική κριτική του εβραϊκού νόμου, που έχει καταστεί απαρχαιωμένος και επιβλαβής, αλλά και του ελληνικού νόμου ως υποταγής του πεπρωμένου στην κοσμική τάξη, που δεν αποτελεί παρά “μορφωμένη” άγνοια του μονοπατιού της σωτηρίας.

3. Η πιστότητα στην διακήρυξη είναι κρίσιμη, διότι η αλήθεια είναι διαδικασία και όχι φώτιση. Για να την αντιληφθεί κανείς, προαπαιτούνται τρεις έννοιες: μία που να ονομάζει το υποκείμενο τη στιγμή της διακήρυξης (πίστις, γενικώς μεταφραζόμενη ως “πίστη” αλλά πιο σωστά αποδιδόμενη ως “πεποίθηση”)· μία που να ονομάζει το υποκείμενο στο σημείο της στρατευμένης άρθρωσης της πεποίθησής του (αγάπη, γενικώς μεταφραζόμενη ως “ευσπλαχνεία” αλλά μάλλον ακριβέστερα αποδιδόμενη ως “αγάπη”)· και τέλος, μία που να ονομάζει το υποκείμενο σύμφωνα με την δύναμη μετατόπισης που του προσδίδεται μέσω της αποδοχής του ολοκληρωμένου χαρακτήρα της διαδικασίας αλήθειας (ελπίς, γενικώς αποδιδόμενη ως “ελπίδα” αλλά ακριβέστερα κατανοητή ως “βεβαιότητα”).

4. Η αλήθεια είναι αφ’ εαυτού αδιάφορη ως προς την κατάσταση των περιστάσεων—ως προς το ρωμαϊκό κράτος, για παράδειγμα. Αυτό σημαίνει ότι απομακρύνει τον εαυτό της από την οργάνωση των υποσυνόλων που καθυπαγορεύει το κράτος. Η υποκειμενικότητα που αναλογεί σε αυτή την αποχώρηση αποτελεί μια απαραίτητη μορφή απόστασης από το κράτος και από αυτό που ανταποκρίνεται στο κράτος σε ό,τι αφορά τη λαϊκή συνείδηση: τον μηχανισμό της κοινής γνώμης. Ο Παύλος λέει: δεν πρέπει να συνδιαλέγεται κανείς με γνώμες. Η αλήθεια αποτελεί συγκεντρωμένη και σοβαρή διαδικασία, που δεν πρέπει ποτέ να ανταγωνίζεται με εδραιωμένες απόψεις.

Δεν υπάρχει ούτε μία από αυτές τις αρχές που, αν παραμερίσουμε το περιεχόμενο του συμβάντος, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη δική μας κατάσταση και τα δικά μας φιλοσοφικά καθήκοντα. Το μόνο που απομένει είναι να εκδιπλωθεί η υπόρρητη εννοιολογική τους οργάνωση, και να αποδοθεί τιμή σε αυτόν που, αποφασίζοντας ότι κανείς δεν εξαιρείται από αυτό που απαιτεί η αλήθεια, και διαχωρίζοντας την αλήθεια και το Νόμο, προκάλεσε—ολομόναχος—μια πολιτισμική επανάσταση απ’ την οποία εξαρτώμαστε ακόμη.



Δεν υπάρχουν σχόλια: