Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Αγνοίας Εγκώμιον






Η απορία είναι η βάση όλης της φιλοσοφίας, η διερεύνηση είναι η πρόοδός της, και η άγνοια το τέλος της. Θα προχωρήσω ακόμα μακρύτερα: υπάρχει ένα ιδιαίτερα ισχυρό και γενναιόδωρο είδος άγνοιας που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από την γνώση σε τιμή και θάρρος, μια άγνοια που δεν απαιτεί λιγότερη γνώση για να γίνει κατανοητή από ότι η ίδια η γνώση.
Michel de Montaigne




Η άγνοια ως το τέλος της φιλοσοφίας: Τα πάντα εξαρτώνται από το διττό νόημα της λέξης "τέλος" βέβαια. Ο Montaigne πάντως δείχνει να ενθαρρύνει μια ανάγνωση της λέξης που πηγαίνει κόντρα στην κοινή--τουτέστιν, "φιλοσοφικο-κεντρική"-- λογική. Πώς μπορεί να σκεφτεί κανείς την άγνοια ως Aufhebung, εκπλήρωση και συνάμα υπέρβαση της φιλοσοφίας; Θα έπεφτε θύμα παρανάγνωσης αν διέκρινε στα πιο πάνω λεχθέντα την αρχή μιας υπόρρητης αλυσίδας που συνδέει την φιλοσοφική ζωοφιλία του Montaigne με τον μετα-ιστορικό άνθρωπο του Hegel και με το "καλό ζώο" του Adorno; Θα ήταν ασυγχώρητο αν μέσα στο πιο πάνω απόσπασμα ανακάλυπτε το περίγραμμα ενός "αγνοώ, άρα είμαι" που κοιτάζει ατάραχο τον επιθετικό λογοκεντρισμό του Καρτεσιανού cogito, ergo sum; Και τι σημαίνει ότι τούτο το φιλοσοφικό εγκώμιο της άγνοιας, τούτη η αναγωγή της σε τέλος της διαδρομής που ξεκινά από την απορία και το θάμβος και περνά στην διερεύνηση για να καταλήξει στη νηφαλιότητα ενός ανθρώπου συμφιλιωμένου με την ζωική του περατότητα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην εποχή του ουμανισμού;





Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Περί ισότητας





Μεταφράζω από το πολύ καλό βιβλίο του Jacques Rancière, Ο Φιλόσοφος και οι Φτωχοί του (Le philosophe et ses pauvres) που διάβασα το φετινό καλοκαίρι:

Η ισότητα δεν είναι κάποιος στόχος που οι κυβερνήσεις και οι κοινωνίες θα μπορούσαν να επιτύχουν. Η ανακήρυξη της ισότητας σε "στόχο" ισοδυναμεί με την παράδοσή της στους παιδαγωγούς της προόδου, που διευρύνουν διαρκώς τις αποστάσεις που υπόσχονται ότι θα εξαλείψουν. Η ισότητα είναι προϋπόθεση, αρχικό αξίωμα--αλλιώς, δεν είναι τίποτε. Και αυτό το αξίωμα της ισότητας εμφορείται σε τελευταία ανάλυση από την ίδια την άνιση τάξη πραγμάτων. Μάταια θα προσπαθούσε ο ανώτερος να δώσει εντολές στον κατώτερο αν ο κατώτερος δεν μπορούσε να κατανοήσει δύο πράγματα τουλάχιστον: πρώτον, το περιεχόμενο της διαταγής, και δεύτερον, το ότι πρέπει να υπακούσει. Για να κατανοήσει όμως ο κατώτερος τον ανώτερο, πρέπει να είναι ήδη ίσος με τον τύποις ανώτερό του....Η ισότητα...δεν είναι ούτε "τυπική" ούτε "ουσιαστική" αρχή. Είναι αρχή θεμελιώδης και συνάμα απούσα, σύγχρονη και συνάμα άκαιρη. Από αυτή τη βάση διασαφηνίζεται ο αγώνας των προλεταρίων εκείνων που δεν μπορούσαν να είναι ίσοι των αστών, είτε μέσω της εκπαίδευσης που τους παρείχε το αστικό κράτος, είτε μέσα από την βάση μιας δικής τους, προλεταριακής κουλτούρας, παρά μόνο μέσω της παραβατικής οικειοποίησης μιας διανοητικής ισότητας της οποίας το προνόμιο είχαν κρατήσει άλλοι για τον εαυτό τους. Από δω επίσης προκύπτει η δυνατότητα να ξανασκεφτούμε τη δημοκρατία βγαίνοντας από τα όρια της συμβατικής διαφωνίας ανάμεσα στην εξισωτική έλλειψη διακρίσεων ενός νόμου που ισχύει για όλους και των αιτημάτων εκείνων για ισότητα που βασίζονται στα δικαιώματα και τις αξίες συγκεκριμένων κοινοτήτων.




Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Eπίκουρος-Θάνατος: Σημειώσατε X




το φρικωδέστατον ουν των κακών ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όταν μεν ημεις ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ' ημείς ουκ εσμέν. ούτε ουν προς τους ζώντας έστιν ούτε προς τους τετελευτηκότας, επειδήπερ περί ους μεν ουκ έστιν, οι δ' ουκέτι εισίν.
Επίκουρος, "Επιστολή προς Μενοικέα"



Τι αντιτείνει ο Επίκουρος στο θάνατο; Τίποτε άλλο από ένα, ή ακριβέστερα δύο, ρητορικά "Χ". Δύο σχήματα χιαστί, που στο εδάφιο αυτό επωμίζονται το έργο της άρνησης του θανάτου, το οποίο ο Χριστιανισμός θα εμπιστευτεί λίγο αργότερα στον μαρτυρικό σταυρό απ' όπου κρέμεται το ταυτόχρονα ανθρώπινο και θεϊκό σώμα ενός Μεσσία. Σε αντίθεση με τον χριστιανικό, ο επικούρειος σταυρός είναι ταυτόχρονα ανθρώπινος και άυλος, παράγωγο του επίγειου Λόγου: Όταν υπάρχουμε εμείς, δεν υπάρχει ο θάνατος· όταν ο θάνατος αποκτήσει παρουσία για μας, δεν υπάρχουμε πια εμείς. O θάνατος, και εδώ αναλαμβάνει έργο το δεύτερο χιαστί σχήμα, δεν έχει παρουσία-- ούτε για τους ζώντες (είναι το αντίθετο της ύπαρξης που τους ορίζει) ούτε για αυτούς που δεν υπάρχουν (αφού μή έχοντας πια ύπαρξη, δεν έχουν και την συνείδηση της έλευσης του θανάτου τους).

Το αποτέλεσμα είναι ίσως υπερβολικά εντυπωσιακό για να είναι υπεράνω αναλυτικής υποψίας. Και αξίζει μάλλον τον κόπο μια προσεκτικότερη ματιά στη σύσταση των δυο ρητορικών "Χ" που ο Επίκουρος χρησιμοποιεί ως εργαλεία μιας σωτήριας αποκόλλησης του ζώντος υποκειμένου από τον θάνατο:

1. "ώμεν"/ "ου παρέστιν"

"παρή"/ "ουκ εσμέν"


2. "ζώντας"/ "ουκ έστιν"

"ουκέτι εισίν"/ "τετελευτηκότας"

Αυτό που γίνεται άμεσα φανερό από τα δύο αυτά σχήματα είναι η ύπαρξη μιας ελάχιστης αλλά αξιοπρόσεκτης διαφοράς ανάμεσα στους δύο χιασμούς του Επικουρικού επιχειρήματος. Ο πρώτος είναι τέλειος, με την έννοια ότι κάθε άκρη του αντιστρέφει συμμετρικά την αντικρινή της. Στο "+" του "ώμεν αντιστοιχεί το "-" του "ουκ εσμέν", και αντιστρόφως, στο "-" του "ου παρέστιν" αντιστοιχεί το "+" του "παρή".

Στο δεύτερο όμως χιαστί σχήμα, ο κανόνας αυτός της σταυρωτής αντίστιξης και αντιστροφής έχει μερική μόνον εφαρμογή. Το "τετελευτηκότας" παρέχει μεν τον αρνητικό πόλο του θετικά φορτισμένου "ζώντας", από την άλλη όμως πλευρά αντιπαρατίθενται δύο φραστικά σχεδόν ταυτόσημες αρνήσεις: "Ουκ εστίν"/"Ουκέτι εισίν".

Πίσω από αυτή την φαινομενική ταυτοσημία κρύβεται ήδη μια σημαντική διαφορά. Αν ο θάνατος δεν "είναι" για τους ζωντανούς, το "είναι" αυτό σηματοδοτεί προφανώς την μη αντιληψιμότητα του θανάτου σε ότι αφορά την υποκειμενική συνείδηση. Ο θάνατος δεν έχει οντότητα για αυτούς που ζουν, όχι επειδή αγνοούν την ύπαρξή του, αλλά επειδή είναι απόλυτα κενός εμπειρικού περιεχομένου. Στην δεύτερη όμως περίπτωση, αυτή του "ουκέτι εισίν", η ανυπαρξία όσων έχουν πεθάνει δεν είναι ζήτημα των γνωσιολογικών ορίων της υποκειμενικής συνείδησης που αδυνατεί να έχει πρόσβαση στο αντίθετό της (την ανυπαρξία). Είναι ένα απρόσωπο, "αντικειμενικό" γεγονός. Η ανυπαρξία επισυμβαίνει στην ίδια την συνείδηση· με άλλα λόγια, αυτό που παύει να υπάρχει είναι η ίδια η υποκειμενική σύσταση των νεκρών. Και διαφορετικά: στην πρώτη περίπτωση ο θάνατος είναι, όχι όμως για το υποκείμενο, ενώ στην δεύτερη η έλευσή του είναι ταυτόσημη με το μη είναι του υποκειμένου.

Ήδη όμως αρχίζει να γίνεται αναδρομικά φανερό ότι η λειτουργικότητα των ρητορικών "Χ" του Επίκουρου οφείλεται εξ αρχής στο αδιόρατο γλωσσικό γλίστρημα ανάμεσα σε μια σειρά φαινομενικά μόνο ταυτόσημων ρηματικών εκφράσεων. Η συμμετρική δομή του φαινομενικά "τέλειου" πρώτου χιαστί βασίζεται στην ταυτοσημία της παρουσίας με το είναι, έτσι ώστε τα ζεύγη "ώμεν"/ "ου παρέστιν" και "παρή"/ "ουκ εσμέν" να εμφανίζονται ως ζεύγη αντιθέτων.

Μια προσεκτικότερη όμως ματιά στο κείμενο αποκαλύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Σε ό,τι αφορά το υποκείμενο, η μή παρουσία είναι όντως συνώνυμη της ανυπαρξίας. Εφόσον όμως ο θάνατος είναι εξ ορισμού ταυτόσημος με την ανυπαρξία (εφόσον είναι το μη είναι) είναι αδύνατο να κυριολεκτήσει κανείς για την φύση του μιλώντας για την "παρουσία" του. Αν το "ώμεν" και το "ουκ εσμέν" μπορούν να εκληφθούν ως κυριολεξίες σε ό,τι αφορά τον άνθρωπο, το "ου παρέστιν" και το "παρή" είναι διπλές καταχρήσεις της κυριολεξίας σε ό,τι αφορά τον θάνατο: αφενός γιατί η "μη παρουσία" του θανάτου για το εμπειρικό υποκείμενο δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία του "αντικειμενικά", και αφετέρου γιατί η "παρουσία" του για το υποκείμενο δεν είναι ποτέ παρουσία ως τέτοια.

Αντί να αρκείται λοιπόν στο να είναι το εξοβελισμένο αντίθετο της ύπαρξης ή της παρουσίας, ο θάνατος του Επίκουρου επιμένει να διεισδύει ανάμεσα στο "είναι" και το "μη είναι", ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία. Το αφόρητο σκάνδαλο του θανάτου είναι αυτή ακριβώς η επιμονή του να διαφεύγει διαρκώς από τις δαγκάνες του Επικούρειου "Χ" του Λόγου και της έλλογης συμμετρίας. Σε αυτό το έλλογο "Χ", ο θάνατος αντιπαραθέτει μία φύση που προσιδιάζει περισσότερο στο "Χ" του άγνωστου παράγοντα, το "Χ" του κενού από οποιαδήποτε ανθρώπινο νοηματικό περιεχόμενο και άρα απόλυτα απροσδιόριστου σημείου.

O αγώνας ανάμεσα στον φιλοσοφικό Λόγο και τον θάνατο είναι λοιπόν ένας αγώνας ανάμεσα σε δύο "X"--το ρητορικό "X" του ανθρώπινου--πολύ ανθρώπινου--Λόγου και το "X" της απάνθρωπης, παρά-λογης ετερότητας του θανάτου. Και αν ο αγώνας αυτός είναι αδύνατο να κερδηθεί από τον Λόγο, υπάρχουν στιγμές που η μαγγανεία της γλώσσας κάνει να διαφαίνεται για λίγο η προοπτική μιας λευκής ισοπαλίας, ενός αξιοπρεπούς για τον άνθρωπο "X."



Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Το Θεωρητικό Ύψιστο






Από νωρίς, η τηλεοπτική σειρά Lost δημιούργησε μια cult ακολουθία φανατικών τηλεθεατών. Σημαντικό μέρος της δραστηριότητας των τελευταίων είναι η παραγωγή "θεωριών" γύρω από τα πολυπληθή και φαινομενικά διαπλεκόμενα "μυστήρια" της σειράς. Οι θεωρίες αυτές αξιολογούνται για τον βαθμό ενδιαφέροντός τους από άλλους τηλεθεατές, και αυτές που για τον ένα ή άλλο λόγο έχουν κατηγορηματικά διαψευσθεί μπαίνουν στην άκρη ως έμπρακτα άχρηστες για την κατανόηση των διακυβευομένων.

Αυτό που παρατηρεί κανείς αρχικά είναι η τάση, σχετικά νωρίς στην εξέλιξη της σειράς, για grand theories: θεωρίες που τα εξηγούν όλα, αλλά με σχετικά απλό τρόπο: τα πάντα είναι ένα όνειρο ενός και μόνο χαρακτήρα, ή ψευδαισθήσεις ενός τρόφιμου ψυχιατρείου. Οι θεωρίες αυτές περιθωριοποιήθηκαν γρήγορα. Είτε διαψεύσθηκαν ρητά από τους συγγραφείς της σειράς, είτε από στοιχεία της πλοκής που εμφανίστηκαν αργότερα. Αλλά περιθωριοποιήθηκαν και για ένα σημαντικότερο λόγο: τα λεγόμενα "loose ends" που κάθε "μεγάλη" θεωρία καλείται να απαντήσει πληθαίνουν με κάθε επεισόδιο, σε σημείο που η σειρά να μοιάζει με έναν ανεξέλεγκτο μηχανισμό παραγωγής ερωτημάτων.

Η τάση των θεωρητικών-φανς είναι λοιπόν εδώ και καιρό ο αυξανόμενος καταμερισμός εργασίας (μοντέλο που κατά τα φαινόμενα ακολουθείται και από τους συγγραφείς της σειράς, που έτσι αντικατοπτρίζουν το modus operandi των τηλεθεατών τους). Επικεντρώνεται κανείς ερμηνευτικά σε ένα κομμάτι διασυνδέσεων, χωρίς να επιχειρεί να ξεδιαλύνει το όλον. Η εγκράτεια αυτή όμως αυτή γίνεται εφικτή μόνο από την ταυτόχρονη πίστη, σχεδόν πλέον θεολογική, στο φάσμα μιας μεγάλης θεωρίας, όλο και πιο ασύλληπτης στο εύρος και την συστηματικότητά της. Δεν θα είχε κανένα νόημα να ασχοληθεί κάποιος επισταμένα και συστηματικά με ένα τοπικό κομμάτι του μυστηρίου αν δεν υπήρχε η βεβαιότητα ότι εξακολουθεί να είναι κομμάτι ενός παζλ αλληλένδετων ανακαλύψεων, και άρα την πίστη στη "μεγάλη εικόνα" που θα αποκαλυφθεί εκτυφλωτικά στο τέλος.

Την ίδια στιγμή, τίθεται το ερώτημα του υποκειμένου αυτής της διαρκώς αναβαλλόμενης "μεγάλης θεωρίας", του "υποκειμένου που γνωρίζει". Είπαμε ήδη ότι η σειρά γράφεται από περισσότερους από έναν συγγραφείς, μέσα από ένα μοντέλο καταμερισμού εργασίας και αλληλοσυμπλήρωσης όχι διαφορετικού από αυτό που ακολουθούν οι φανατικοί τηλεθεατές. Αναπόφευκτα, καθώς η σειρά προχωράει, πληθαίνουν και οι αμφιβολίες για την ύπαρξή καν μιας μεγάλης εικόνας, η καχυποψία απέναντί της, η αίσθηση ότι δεν έχει να κάνει τόσο με ένα ασύλληπτο σε πολυπλοκότητα εννοιολόγημα όσο με τις οπορτουνιστικές επιταγές του εμπορίου και άρα της ανάγκης να ερεθίζεται όλο και περισσότερο η περιέργεια του τηλεθεατή.

Ταυτόχρονα δηλαδή με την κρυφή και ανομολόγητη πίστη στη μεγάλη θεωρία που επιτρέπει την υπομονετική ενασχόληση με "τοπικές" λεπτομέρειες, υφέρπει και η συναίσθηση της εξαπάτησής του φαν-θεωρητικού, ακριβώς μέσα από την χειραγώγηση της επιθυμίας του για μια απόλυτη ερμηνευτική θεωρία. Η αμφιθυμία αυτή συνοψίζεται στο εξής απλό ερώτημα: προϋπάρχει της παρουσίασης της σειράς ένα ολοκληρωμένο σενάριο, ή αυτό διαμορφώνεται καθ' οδόν, λαμβάνοντας υπ΄όψιν τις αντιδράσεις των τηλεθεατών, την κατεύθυνση των συμπαθειών ή αντιπαθειών τους, την τάση τους να υποπτεύονται κάποιο συγκεκριμένο χαρακτήρα και όχι άλλους, τις αναγνώσεις τους των επί μέρους επεισοδίων, κλπ;

Είναι προφανές ότι συμβαίνει το δεύτερο: η σειρά γράφεται καθώς εξελίσσεται τηλεοπτικά. Συνεπώς, η ύπαρξη της "μεγάλης θεωρίας" είναι στην καλύτερη περίπτωση μια αναχρονιστική ψευδαίσθηση που συγχέει την τυχαιότητα με την αναγκαιότητα και το ανοιχτό σύστημα με το κλειστό, ή, στην χειρότερη, μια γιγαντιαία φάρσα. Αυτή όμως η διαπίστωση σε τίποτε δεν μειώνει την πίστη των φανς στη μεγάλη θεωρία που θα αποκαταστήσει την ενότητα στην ιλιγγιώδη πολλαπλότητα των επί μέρους ερωτημάτων. Αυτό που διαμορφώνεται, μάλλον, είναι η αντίληψη πως στο τέλος δεν έχει σημασία το αν υπήρχε εξ αρχής ένα συνεκτικό αφήγημα--το βάρος των απαιτήσεων που δημιούργησε η τρομακτική επιτυχία της σειράς είναι τέτοιο, που, θέλοντας και μη, οι συγγραφείς είναι αναγκασμένοι να εφεύρουν μια πειστική και ολική εξήγηση για τα τεκταινόμενα ακόμα και αν αυτή δεν υπήρχε εξ αρχής. Και έτσι, εξακολουθεί κανείς να υπερνικά την φυσιολογική καχυποψία απέναντι στον θεμελιώδη οπορτουνισμό του μέσου της εμπορικής τηλεόρασης και να συνεχίσει να παρακολουθεί και να εικάζει.

Πώς ακριβώς να κατανοήσει κανείς τη δυναμική αυτή εν όψει της βεβαιότητας, μετά τον Lyotard, του "τέλους των μεγάλων αφηγημάτων"; Το Lost ως μεταμοντέρνα παρωδία του "μεγάλου αφηγήματος"; ή ως κυνική παρωδία της επιμονής, κόντρα σε κάθε μεταμοντέρνα λογική, της συλλογικής επιθυμίας για το "μεγάλο αφήγημα" (και, εν τέλει, της εμπορικής εκμεταλλευσιμότητάς της); ή ως κριτική παρωδία της ίδιας της διάγνωσης του τέλους των "μεγάλων αφηγημάτων";

Όπως και να χει, το Lost ευημερεί χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο επίπεδο της εμπλοκής με το ανθρώπινο στοιχείο (ψυχολογία, υποκριτική ηθοποιών, διάλογοι, κλπ). Αυτό που υπερισχύει, είτε ως δόλωμα είτε ως στόχος κριτικής, είναι η απάνθρωπη ομορφιά της δομής και του συστήματος, η σαγήνη του θεωρητικού ύψιστου.