Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Eπίκουρος-Θάνατος: Σημειώσατε X




το φρικωδέστατον ουν των κακών ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όταν μεν ημεις ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ' ημείς ουκ εσμέν. ούτε ουν προς τους ζώντας έστιν ούτε προς τους τετελευτηκότας, επειδήπερ περί ους μεν ουκ έστιν, οι δ' ουκέτι εισίν.
Επίκουρος, "Επιστολή προς Μενοικέα"



Τι αντιτείνει ο Επίκουρος στο θάνατο; Τίποτε άλλο από ένα, ή ακριβέστερα δύο, ρητορικά "Χ". Δύο σχήματα χιαστί, που στο εδάφιο αυτό επωμίζονται το έργο της άρνησης του θανάτου, το οποίο ο Χριστιανισμός θα εμπιστευτεί λίγο αργότερα στον μαρτυρικό σταυρό απ' όπου κρέμεται το ταυτόχρονα ανθρώπινο και θεϊκό σώμα ενός Μεσσία. Σε αντίθεση με τον χριστιανικό, ο επικούρειος σταυρός είναι ταυτόχρονα ανθρώπινος και άυλος, παράγωγο του επίγειου Λόγου: Όταν υπάρχουμε εμείς, δεν υπάρχει ο θάνατος· όταν ο θάνατος αποκτήσει παρουσία για μας, δεν υπάρχουμε πια εμείς. O θάνατος, και εδώ αναλαμβάνει έργο το δεύτερο χιαστί σχήμα, δεν έχει παρουσία-- ούτε για τους ζώντες (είναι το αντίθετο της ύπαρξης που τους ορίζει) ούτε για αυτούς που δεν υπάρχουν (αφού μή έχοντας πια ύπαρξη, δεν έχουν και την συνείδηση της έλευσης του θανάτου τους).

Το αποτέλεσμα είναι ίσως υπερβολικά εντυπωσιακό για να είναι υπεράνω αναλυτικής υποψίας. Και αξίζει μάλλον τον κόπο μια προσεκτικότερη ματιά στη σύσταση των δυο ρητορικών "Χ" που ο Επίκουρος χρησιμοποιεί ως εργαλεία μιας σωτήριας αποκόλλησης του ζώντος υποκειμένου από τον θάνατο:

1. "ώμεν"/ "ου παρέστιν"

"παρή"/ "ουκ εσμέν"


2. "ζώντας"/ "ουκ έστιν"

"ουκέτι εισίν"/ "τετελευτηκότας"

Αυτό που γίνεται άμεσα φανερό από τα δύο αυτά σχήματα είναι η ύπαρξη μιας ελάχιστης αλλά αξιοπρόσεκτης διαφοράς ανάμεσα στους δύο χιασμούς του Επικουρικού επιχειρήματος. Ο πρώτος είναι τέλειος, με την έννοια ότι κάθε άκρη του αντιστρέφει συμμετρικά την αντικρινή της. Στο "+" του "ώμεν αντιστοιχεί το "-" του "ουκ εσμέν", και αντιστρόφως, στο "-" του "ου παρέστιν" αντιστοιχεί το "+" του "παρή".

Στο δεύτερο όμως χιαστί σχήμα, ο κανόνας αυτός της σταυρωτής αντίστιξης και αντιστροφής έχει μερική μόνον εφαρμογή. Το "τετελευτηκότας" παρέχει μεν τον αρνητικό πόλο του θετικά φορτισμένου "ζώντας", από την άλλη όμως πλευρά αντιπαρατίθενται δύο φραστικά σχεδόν ταυτόσημες αρνήσεις: "Ουκ εστίν"/"Ουκέτι εισίν".

Πίσω από αυτή την φαινομενική ταυτοσημία κρύβεται ήδη μια σημαντική διαφορά. Αν ο θάνατος δεν "είναι" για τους ζωντανούς, το "είναι" αυτό σηματοδοτεί προφανώς την μη αντιληψιμότητα του θανάτου σε ότι αφορά την υποκειμενική συνείδηση. Ο θάνατος δεν έχει οντότητα για αυτούς που ζουν, όχι επειδή αγνοούν την ύπαρξή του, αλλά επειδή είναι απόλυτα κενός εμπειρικού περιεχομένου. Στην δεύτερη όμως περίπτωση, αυτή του "ουκέτι εισίν", η ανυπαρξία όσων έχουν πεθάνει δεν είναι ζήτημα των γνωσιολογικών ορίων της υποκειμενικής συνείδησης που αδυνατεί να έχει πρόσβαση στο αντίθετό της (την ανυπαρξία). Είναι ένα απρόσωπο, "αντικειμενικό" γεγονός. Η ανυπαρξία επισυμβαίνει στην ίδια την συνείδηση· με άλλα λόγια, αυτό που παύει να υπάρχει είναι η ίδια η υποκειμενική σύσταση των νεκρών. Και διαφορετικά: στην πρώτη περίπτωση ο θάνατος είναι, όχι όμως για το υποκείμενο, ενώ στην δεύτερη η έλευσή του είναι ταυτόσημη με το μη είναι του υποκειμένου.

Ήδη όμως αρχίζει να γίνεται αναδρομικά φανερό ότι η λειτουργικότητα των ρητορικών "Χ" του Επίκουρου οφείλεται εξ αρχής στο αδιόρατο γλωσσικό γλίστρημα ανάμεσα σε μια σειρά φαινομενικά μόνο ταυτόσημων ρηματικών εκφράσεων. Η συμμετρική δομή του φαινομενικά "τέλειου" πρώτου χιαστί βασίζεται στην ταυτοσημία της παρουσίας με το είναι, έτσι ώστε τα ζεύγη "ώμεν"/ "ου παρέστιν" και "παρή"/ "ουκ εσμέν" να εμφανίζονται ως ζεύγη αντιθέτων.

Μια προσεκτικότερη όμως ματιά στο κείμενο αποκαλύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Σε ό,τι αφορά το υποκείμενο, η μή παρουσία είναι όντως συνώνυμη της ανυπαρξίας. Εφόσον όμως ο θάνατος είναι εξ ορισμού ταυτόσημος με την ανυπαρξία (εφόσον είναι το μη είναι) είναι αδύνατο να κυριολεκτήσει κανείς για την φύση του μιλώντας για την "παρουσία" του. Αν το "ώμεν" και το "ουκ εσμέν" μπορούν να εκληφθούν ως κυριολεξίες σε ό,τι αφορά τον άνθρωπο, το "ου παρέστιν" και το "παρή" είναι διπλές καταχρήσεις της κυριολεξίας σε ό,τι αφορά τον θάνατο: αφενός γιατί η "μη παρουσία" του θανάτου για το εμπειρικό υποκείμενο δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία του "αντικειμενικά", και αφετέρου γιατί η "παρουσία" του για το υποκείμενο δεν είναι ποτέ παρουσία ως τέτοια.

Αντί να αρκείται λοιπόν στο να είναι το εξοβελισμένο αντίθετο της ύπαρξης ή της παρουσίας, ο θάνατος του Επίκουρου επιμένει να διεισδύει ανάμεσα στο "είναι" και το "μη είναι", ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία. Το αφόρητο σκάνδαλο του θανάτου είναι αυτή ακριβώς η επιμονή του να διαφεύγει διαρκώς από τις δαγκάνες του Επικούρειου "Χ" του Λόγου και της έλλογης συμμετρίας. Σε αυτό το έλλογο "Χ", ο θάνατος αντιπαραθέτει μία φύση που προσιδιάζει περισσότερο στο "Χ" του άγνωστου παράγοντα, το "Χ" του κενού από οποιαδήποτε ανθρώπινο νοηματικό περιεχόμενο και άρα απόλυτα απροσδιόριστου σημείου.

O αγώνας ανάμεσα στον φιλοσοφικό Λόγο και τον θάνατο είναι λοιπόν ένας αγώνας ανάμεσα σε δύο "X"--το ρητορικό "X" του ανθρώπινου--πολύ ανθρώπινου--Λόγου και το "X" της απάνθρωπης, παρά-λογης ετερότητας του θανάτου. Και αν ο αγώνας αυτός είναι αδύνατο να κερδηθεί από τον Λόγο, υπάρχουν στιγμές που η μαγγανεία της γλώσσας κάνει να διαφαίνεται για λίγο η προοπτική μιας λευκής ισοπαλίας, ενός αξιοπρεπούς για τον άνθρωπο "X."