Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Το Θεωρητικό Ύψιστο






Από νωρίς, η τηλεοπτική σειρά Lost δημιούργησε μια cult ακολουθία φανατικών τηλεθεατών. Σημαντικό μέρος της δραστηριότητας των τελευταίων είναι η παραγωγή "θεωριών" γύρω από τα πολυπληθή και φαινομενικά διαπλεκόμενα "μυστήρια" της σειράς. Οι θεωρίες αυτές αξιολογούνται για τον βαθμό ενδιαφέροντός τους από άλλους τηλεθεατές, και αυτές που για τον ένα ή άλλο λόγο έχουν κατηγορηματικά διαψευσθεί μπαίνουν στην άκρη ως έμπρακτα άχρηστες για την κατανόηση των διακυβευομένων.

Αυτό που παρατηρεί κανείς αρχικά είναι η τάση, σχετικά νωρίς στην εξέλιξη της σειράς, για grand theories: θεωρίες που τα εξηγούν όλα, αλλά με σχετικά απλό τρόπο: τα πάντα είναι ένα όνειρο ενός και μόνο χαρακτήρα, ή ψευδαισθήσεις ενός τρόφιμου ψυχιατρείου. Οι θεωρίες αυτές περιθωριοποιήθηκαν γρήγορα. Είτε διαψεύσθηκαν ρητά από τους συγγραφείς της σειράς, είτε από στοιχεία της πλοκής που εμφανίστηκαν αργότερα. Αλλά περιθωριοποιήθηκαν και για ένα σημαντικότερο λόγο: τα λεγόμενα "loose ends" που κάθε "μεγάλη" θεωρία καλείται να απαντήσει πληθαίνουν με κάθε επεισόδιο, σε σημείο που η σειρά να μοιάζει με έναν ανεξέλεγκτο μηχανισμό παραγωγής ερωτημάτων.

Η τάση των θεωρητικών-φανς είναι λοιπόν εδώ και καιρό ο αυξανόμενος καταμερισμός εργασίας (μοντέλο που κατά τα φαινόμενα ακολουθείται και από τους συγγραφείς της σειράς, που έτσι αντικατοπτρίζουν το modus operandi των τηλεθεατών τους). Επικεντρώνεται κανείς ερμηνευτικά σε ένα κομμάτι διασυνδέσεων, χωρίς να επιχειρεί να ξεδιαλύνει το όλον. Η εγκράτεια αυτή όμως αυτή γίνεται εφικτή μόνο από την ταυτόχρονη πίστη, σχεδόν πλέον θεολογική, στο φάσμα μιας μεγάλης θεωρίας, όλο και πιο ασύλληπτης στο εύρος και την συστηματικότητά της. Δεν θα είχε κανένα νόημα να ασχοληθεί κάποιος επισταμένα και συστηματικά με ένα τοπικό κομμάτι του μυστηρίου αν δεν υπήρχε η βεβαιότητα ότι εξακολουθεί να είναι κομμάτι ενός παζλ αλληλένδετων ανακαλύψεων, και άρα την πίστη στη "μεγάλη εικόνα" που θα αποκαλυφθεί εκτυφλωτικά στο τέλος.

Την ίδια στιγμή, τίθεται το ερώτημα του υποκειμένου αυτής της διαρκώς αναβαλλόμενης "μεγάλης θεωρίας", του "υποκειμένου που γνωρίζει". Είπαμε ήδη ότι η σειρά γράφεται από περισσότερους από έναν συγγραφείς, μέσα από ένα μοντέλο καταμερισμού εργασίας και αλληλοσυμπλήρωσης όχι διαφορετικού από αυτό που ακολουθούν οι φανατικοί τηλεθεατές. Αναπόφευκτα, καθώς η σειρά προχωράει, πληθαίνουν και οι αμφιβολίες για την ύπαρξή καν μιας μεγάλης εικόνας, η καχυποψία απέναντί της, η αίσθηση ότι δεν έχει να κάνει τόσο με ένα ασύλληπτο σε πολυπλοκότητα εννοιολόγημα όσο με τις οπορτουνιστικές επιταγές του εμπορίου και άρα της ανάγκης να ερεθίζεται όλο και περισσότερο η περιέργεια του τηλεθεατή.

Ταυτόχρονα δηλαδή με την κρυφή και ανομολόγητη πίστη στη μεγάλη θεωρία που επιτρέπει την υπομονετική ενασχόληση με "τοπικές" λεπτομέρειες, υφέρπει και η συναίσθηση της εξαπάτησής του φαν-θεωρητικού, ακριβώς μέσα από την χειραγώγηση της επιθυμίας του για μια απόλυτη ερμηνευτική θεωρία. Η αμφιθυμία αυτή συνοψίζεται στο εξής απλό ερώτημα: προϋπάρχει της παρουσίασης της σειράς ένα ολοκληρωμένο σενάριο, ή αυτό διαμορφώνεται καθ' οδόν, λαμβάνοντας υπ΄όψιν τις αντιδράσεις των τηλεθεατών, την κατεύθυνση των συμπαθειών ή αντιπαθειών τους, την τάση τους να υποπτεύονται κάποιο συγκεκριμένο χαρακτήρα και όχι άλλους, τις αναγνώσεις τους των επί μέρους επεισοδίων, κλπ;

Είναι προφανές ότι συμβαίνει το δεύτερο: η σειρά γράφεται καθώς εξελίσσεται τηλεοπτικά. Συνεπώς, η ύπαρξη της "μεγάλης θεωρίας" είναι στην καλύτερη περίπτωση μια αναχρονιστική ψευδαίσθηση που συγχέει την τυχαιότητα με την αναγκαιότητα και το ανοιχτό σύστημα με το κλειστό, ή, στην χειρότερη, μια γιγαντιαία φάρσα. Αυτή όμως η διαπίστωση σε τίποτε δεν μειώνει την πίστη των φανς στη μεγάλη θεωρία που θα αποκαταστήσει την ενότητα στην ιλιγγιώδη πολλαπλότητα των επί μέρους ερωτημάτων. Αυτό που διαμορφώνεται, μάλλον, είναι η αντίληψη πως στο τέλος δεν έχει σημασία το αν υπήρχε εξ αρχής ένα συνεκτικό αφήγημα--το βάρος των απαιτήσεων που δημιούργησε η τρομακτική επιτυχία της σειράς είναι τέτοιο, που, θέλοντας και μη, οι συγγραφείς είναι αναγκασμένοι να εφεύρουν μια πειστική και ολική εξήγηση για τα τεκταινόμενα ακόμα και αν αυτή δεν υπήρχε εξ αρχής. Και έτσι, εξακολουθεί κανείς να υπερνικά την φυσιολογική καχυποψία απέναντι στον θεμελιώδη οπορτουνισμό του μέσου της εμπορικής τηλεόρασης και να συνεχίσει να παρακολουθεί και να εικάζει.

Πώς ακριβώς να κατανοήσει κανείς τη δυναμική αυτή εν όψει της βεβαιότητας, μετά τον Lyotard, του "τέλους των μεγάλων αφηγημάτων"; Το Lost ως μεταμοντέρνα παρωδία του "μεγάλου αφηγήματος"; ή ως κυνική παρωδία της επιμονής, κόντρα σε κάθε μεταμοντέρνα λογική, της συλλογικής επιθυμίας για το "μεγάλο αφήγημα" (και, εν τέλει, της εμπορικής εκμεταλλευσιμότητάς της); ή ως κριτική παρωδία της ίδιας της διάγνωσης του τέλους των "μεγάλων αφηγημάτων";

Όπως και να χει, το Lost ευημερεί χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο επίπεδο της εμπλοκής με το ανθρώπινο στοιχείο (ψυχολογία, υποκριτική ηθοποιών, διάλογοι, κλπ). Αυτό που υπερισχύει, είτε ως δόλωμα είτε ως στόχος κριτικής, είναι η απάνθρωπη ομορφιά της δομής και του συστήματος, η σαγήνη του θεωρητικού ύψιστου.



Δεν υπάρχουν σχόλια: