Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

"Κύπρος": Η Απειθαρχία της Στιγμής




“Κύπρος”: Η απειθαρχία της στιγμής*

Σε ένα από τα επιδραστικότερα πρώιμα κείμενά του**, ο Ζακ Ντεριντά είχε καταδείξει πως αν το πεπρωμένο κάθε γραπτού σημείου είναι ότι η επανάληψη του είναι πάντα επανάληψη-με-διαφορά, αυτό συμβαίνει γιατί ο γραπτός λόγος δεν εξαντλείται στην αρχική εκφορά του, αλλά, μέσω μιας εσωτερικής απόστασης από τον εαυτό του, διαφεύγει από τα αρχικά του συμφραζόμενα και διασπείρεται έξω από τα πλαίσια που αυτά ορίζουν. Τα τέσσερα αυτόνομα επεισόδεια που απαρτίζουν το ντοκιμαντέρ “Κύπρος” (1929), ταινίας των “Βρετανικών Εκπαιδευτικών Ταινιών” για λογαριασμό της Αποικιακής Κυβέρνησης της Κύπρου, αποτελούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αποτύπωση των εν δυνάμει πολιτικών και όχι απλά αισθητικών απολήξεων της θέσης αυτής.

Το πρώτο πράγμα που πιθανότατα θα συνειδητοποιήσει ο σύγχρονος Κύπριος θεατής είναι ότι δεν είναι ο θεατής που το αρχειακό αυτό υλικό είχε κατά νου· αντίθετα, ο Κύπριος υπέχει εδώ τη θέση του αντικειμένου της θέασης. Από τη σκοπιά του “Κύπρος”, ο “ιθαγενής”, Χριστιανός ή Μουσουλμάνος, είναι απλώς ένα εθνογραφικό δείγμα του ετερόκλητου φάσματος της αυτοκρατορίας, τμήμα της προσπάθειας εγκυκλοπαιδικής καταγραφής της “Βρετανικής αποικίας της Κύπρου” και των ιστορικών, αρχιτεκτονικών, οικονομικών, θρησκευτικών, εθνολογικών και φυσικών εκείνων όψεων που εικαζόταν ότι θα ενδιέφεραν το μητροπολιτικό κοινό της Αγγλίας.

Ακριβώς όμως στο βαθμό που η αρχική πρόθεση του ντοκιμαντέρ—να πληροφορήσει το Βρετανικό κοινό και συνάμα να εξάρει τη συμβολή του αποικιακού καθεστώτος στην οικοδομική και οικονομική αναστύλωση του νησιού—έχει πλέον καταστεί ιστορικά ανενεργή, γίνεται εφικτή για το Κυπριακό κοινό και η διαμόρφωση μιας νέας και απρόβλεπτης σχέσης με το καταγεγραμμένο από την Βρετανική κάμερα οπτικό υλικό. Η σχέση αυτή είναι αναπόδραστα κριτική ως προς την ιδέα της “αντικειμενικότητας” της ταινίας τεκμηρίωσης, μιας και εδώ είναι φανερό ότι η “αντικειμενικότητα” είναι ένα άλλο όνομα για την επιθυμία της “σύλληψης” του “άλλου” ως πειθήνιου αντικειμένου. Σε πείσμα λοιπόν μιας τέτοιας αντικειμενικότητας, η σύγχρονη θέαση του ντοκιμαντέρ προσανατολίζεται στις παρυφές ή τα περιθώριά του, στις στιγμές εκείνες όπου η δυναμική της διαφοράς, η εσωτερική απόσταση του οπτικού υλικού από τις προθέσεις αυτού που το κατέγραψε, επιτρέπει στο υλικό να αναπνεύσει αυτόνομα, πέρα από τα ιδεολογικά και αφηγηματικά πλαίσια της ταινίας.

Ο φιλοπερίεργος μουσουλμάνος που παρεισφρύει στο κάδρο της κάμερας που κινηματογραφεί την αυλή του Χανιού και απομακρύνεται βεβιασμένα από κάποιον· οι δύο νεαροί άντρες που εισέρχονται, σαν από το πουθενά, στην πομπή του Χριστιανικού γάμου και λοξοκοιτούν σκανδαλιάρικα και περιπαικτικά προς την κάμερα· ο ορθόδοξος ιερέας που γυρίζει απότομα για να αντικρύσει, θαρρείς περιφρονητικά, τον φακό πριν του γυρίσει και πάλι την πλάτη· η μουσουλμάνα γυναίκα που, για να πάρει ένα πορτοκάλι από το δέντρο αναγκάζεται να αφήσει την μαντύλα που καλύπτει το πρόσωπό της αλλά φροντίζει να το ξανακρύψει από το φακό με το τώρα υψωμένο χέρι της: αυτό που κάνει την εμφάνισή του όταν ο μύθος της “ουδέτερης”, αμιγώς αντικεμενικής καταγραφής απονομιμοποιείται εκ των πραγμάτων είναι το αίνιγμα του υποκειμένου: το αίνιγμα της ξαφνικής εμφάνισης του ίχνους μιας αντίστασης στην παθητική αλαλία του “ιθαγενούς”, το αίνιγμα των προθέσεων των ανώνυμων Κυπρίων που συλλαμβάνονται να απειθαρχούν στις συμβάσεις της ουδετερότητας του ντοκιμενταρίστικου φακού, το αίνιγμα της συγκινησιακής φόρτισης που τούτο το στεγνό απομεινάρι της διοικητικής γραφειοκρατίας της αποικιοκρατίας κουβαλάει για όσους, σε κάθε φευγαλέο πρόσωπο καπνεργάτριας ή γεωργού, αναγνωρίζουν υπαρκτούς ή δυνητικούς προγόνους που δεν είδαν ποτέ εν ζωή.

Ό,τι επιμένει και επιβιώνει ογδόντα χρόνια μετά λοιπόν είναι οι φευγαλέες εκείνες στιγμές όπου οι Κύπριοι και ο Κύπριες του χθες αρνούνται τον ρόλο του παθητικού αποδέκτη της αδιακρισίας του φακού, του επιστρέφουν το βλέμμα, τον προκαλούν, αντιδρούν ενάντια στις επιταγές της κυρίαρχης οργάνωσης της ορατότητας. Τούτες οι στιγμές στίκτουν κυριολεκτικά τις οπτικές συμβάσεις του κειμένου που παρήγαγαν οι “Βρετανικές Εκπαιδευτικές Ταινίες”· ανοίγουν οπές στη ροή του οπτικού κειμένου, χώρους έξω απ’ το χρόνο όπου, σε πείσμα των προθέσεων του κινηματογραφιστή, η εικόνα επικοινωνεί με ένα άλλο μέλλον, το μέλλον των, εν έτη 1929, “άλλων”. Στο πρόσωπο των κάποτε αινιγματικά απείθαρχων όψεων του χθες, αντίστροφα, οι Κύπριοι του σήμερα καλούνται να αναγνωρίσουν το πεπρωμένο της διαφοράς που ελλοχεύει σε κάθε έννοια ταυτότητας, τον παλμό του ανοίκειου που διασώζει το παρελθόν από τη σκόνη της λήθης και την ακαμψία της πανοπτικής εξουσίας.

* Το κείμενο αυτό γράφτηκε κατά παραγγελία του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού για να συνοδεύσει στο σχετικό έντυπο την ταινία "Κύπρος" (1929), φωτογραφίας Stanley Rodwell. Για την αγγλόφωνη εκδοχή του, πατήστε εδώ.

** Jacques Derrida, "Signature Event Context", 1972.


Δεν υπάρχουν σχόλια: