Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Ο Θάνατος και η Κόρη




Και το πρόσωπο ή πράγμα που φωτογραφίζεται είναι ο στόχος, το αναφερόμενο, ένα είδος μικρής προσομοίωσης, που θα ήθελα να ονομάσω το "Φάντασμα [spectre] της Φωτογραφίας", γιατί η λέξη διατηρεί ετυμολογικά την σχέση προς τη "φαντασμαγορία" [spectacle] και προσθέτει αυτό το μάλλον τρομερό πράγμα που υπάρχει σε κάθε φωτογραφία: την επιστροφή των νεκρών.
Roland Barthes, Camera Lucida

Μέσα στου νεκρού το μάτι/δέντρα βλέπω και πουλιά.
Θανάσης Παπακωνσταντίνου, "Βραχνός Προφήτης" (από ποίημα του Χρήστου Μπράβου)


Το Camera Lucida άρχισε να γράφεται μετά τον θάνατο της μητέρας του Barthes το 1977. Στο κείμενο, ο Barthes μιλά για την σχέση του με τη φωτογραφία σε συνάρτηση με τον θάνατο της μητέρας του που υπεραγαπούσε, και άρα με την μνήμη του παρελθόντος και τον θρήνο για όσους χάσαμε. Το βιβλίο ολοκληρώθηκε το 1980. Την ίδια χρονιά ο Βarthes σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό στο Παρίσι.

Δύο οι βασικοί όροι ανάλυσης της φωτογραφίας που εισάγει το Camera Lucida: studium και punctum. Studium (ας το πούμε "σπουδή") ονομάζει ο Barthes το σώμα γνώσεων (κοινωνικών, ιστορικών, αισθητικών, κλπ) με βάση τις οποίες "διαβάζουμε" μια φωτογραφία, το γενικό και δίχως ιδιαίτερη ψυχική-υποκειμενική απήχηση λεξικό που επιστρατεύουμε όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια εικόνα.

Punctum (ας το πούμε "στίξη") είναι αυτό, λέει ο Βarthes, που σε μια εικόνα διαπερνά ή τέμνει ή διακόπτει το ευρύ αλλά χωρίς αιχμηρότητα πεδίο του studium, όπως η μύτη μιας βελόνας. To punctum είναι το απρόβλεπτο στοιχείο που "αναδύεται από τη σκηνή [μιας φωτογραφίας], εκτοξεύεται σαν βέλος, και με διαπερνά," η "πληγή, το τσίμπημα, το στίγμα που γίνεται από ένα αιχμηρό αντικείμενο." Το punctum α) δημιουργείται τυχαία και δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής ενέργειας του φωτογράφου (ό,τι είναι αποτέλεσμα ενσυνείδητου σχεδιασμού του φωτογράφου προσλαμβάνεται δια της σπουδής και άρα δεν μπορεί να λειτουργήσει στικτικά) β) είναι αυστηρά υποκειμενικό. Ο ίδιος θεατής δηλαδή μπορεί να νιώσει ή να μη νιώσει το punctum σε έναν αριθμό διαφορετικών φωτογραφιών, ενώ διαφορετικοί θεατές μπορεί να βρουν διαφορετικά punctum στην ίδια φωτογραφία.

Είναι όμως τόσο ασύμβατα μεταξύ τους όσο νομίζει ο Barthes το studium και το punctum; Είναι το punctum άκρως υποκειμενικό και άρα θεωρητικά-μεθοδολογικά άχρηστο; Αδυνατεί πάντα το studium να λειτουργήσει στικτικά, να υπέχει το ρόλο punctum;

Ας μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, εστιάζοντας στην πιο πάνω φωτογραφία μιας κοπέλας: Το studium μας λέει ότι είναι της Βικτωριανής εποχής και ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα. Η κόμμωση και ο ρουχισμός της το μαρτυρούν. Η ποιότητα της φωτογραφίας επίσης. Μας λέει όμως και κάτι άλλο το studium: Η κοπέλα αυτή είναι νεκρή. Η φωτογραφία, μας λέει το studium, αποτελεί δείγμα του εκτεταμένου και δημοφιλούς στη Βικτωριανή περίοδο είδους των post-mortem φωτογραφιών. Αδιανόητα νοσηρές για σήμερα, οι φωτογραφίες αυτές είχαν τον χαρακτήρα κειμηλίων μνήμης. Ο νεκρός στηνόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται όσο το δυνατό πιο ζωντανός και απαθανατιζόταν για μια τελευταία φορά, ώστε να τον θυμούνται οι ζωντανοί. Σε πολλές post mortem φωτογραφίες που αφορούν νεκρά βρέφη, η ζωντανή μητέρα ποζάρει καλοντυμένη με το νεκρό μωρό στην αγκαλιά της, ζωντανά αδερφάκια με τα Κυριακάτικά τους ρούχα ποζάρουν δίπλα στο νεκρό αδερφάκι τους, κλπ. Ο στόχος σε κάθε περίπτωση: η φαντασμαγορική ακύρωση του θανάτου δια της απαθανατίσεως του ήδη νεκρού ως ζωντανού.

Τι με καθηλώνει σε αυτή την φωτογραφία; Το βλέμμα που με καρφώνει στη θέση μου σαν θεατή, ανιγματικό, κάπως περιφρονητικό ίσως. Τι είναι το βλέμμα σε μία φωτογραφία; Η κατ' εξοχήν εν-τύπωση της εικόνας της έμψυχης νόησης, των αισθημάτων που μπορεί να φιλοξενήσει ένα άψυχο κομμάτι χαρτί. Αυτό εδώ όμως το βλέμμα, το οποίο έχει πολύ καλές πιθανότητες να είναι το punctum για μένα σε αυτή την φωτογραφία, δεν είναι, μου αποκαλύπτει το studium, ένα βλέμμα που μαρτυρά ζωή, έστω ζωή ήδη νεκρή μέχρι να δω εγώ την 150χρονη φωτογραφία. Είναι βλέμμα νεκρού, δηλαδή δεν είναι καν βλέμμα, δεν είναι καν η αποτύπωση ή εν-τύπωση ενός βλέμματος που κάποτε υπήρξε, αλλά μια προσομοίωση του βλέμματος και άρα μια προσομοίωση της ζωής αυτής καθ' αυτής. Η φωτογραφία ως μαυσωλείο του βλέμματος. Πώς μπορεί το βλέμμα ενός νεκρού να είναι punctum; Πώς και γιατί, παρά το γεγονός ότι γνωρίζω από το studium ότι δεν είναι πραγματικό, έμψυχο βλέμμα, συνεχίζει να με διαπερνά, και μάλιστα, μετά την "γνώση" που μου παρέχει το studium, να με διαπερνά ακόμα πιο ανατριχιαστικά, ακόμα πιο επίμονα, ακόμα πιο τρομακτικά;

Freud, Das Unheimlich: Μία από τις βασικότερες πηγές ανοικειώσης και της ανατριχίλας που αυτή παράγει είναι η σύγχυση, στον νου, του ζωντανού και του νεκρού, πχ. τα κέρινα ομοιώματα. Οποιαδήποτε εικόνα άψυχου αντικειμένου κατορθώνει ταυτόχρονα να φαίνεται ζωντανή βραχυκυκλώνει βασικές ανθρώπινες αντιλήψεις για την ασυμβατότητα ζωής και θανάτου, νεκρών και ζωντανών και δημιουργεί ψυχική δυσφορία, τρόμο, δέος, κλπ.

Για ποιο λόγο αποδείχτηκε η μεταθανάτια φωτογραφία εφικτή ως σύλληψη και κοινωνική πρακτική; Μα φυσικά γιατί η φωτογραφία ως τεχνολογία επιτρέπει την σύγχυση του νεκρού και του ζωντανού σώματος. Γιατί; Επειδή κάνει το νεκρό να φαίνεται ζωντανό; Επειδή τα νεκρά μάτια με τη φωτογραφία φαίνονται ζωντανά;

Όχι. Επειδή, αφαιρώντας τον χρόνο και την εξέλιξη στον χρόνο (κίνηση) κάνει το ζωντανό, κάθε τι ζωντανό, να φαίνεται ήδη νεκρό. Επειδή τα ζωντανά μάτια στη φωτογραφία αποτυγχάνουν να ξεχωρίσουν από τα νεκρά. Για αυτό δεν λέμε άλλωστε ότι η φωτογραφία απαθανατίζει;

Τεχνολογικο-οντολογικό σκάνδαλο και ταυτόχρονα παραμυθία στους επιζώντες: από την σκοπιά του φωτογραφικού φακού, τα όρια του ζωντανού και του νεκρού είναι δυσδιάκριτα, αρκετά δυσδιάκριτα για να δημιουργήσουν μια ζώνη ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, όπου οι ζωντανοί ακινητοποιούνται ως νεκροί και οι νεκροί κοιτούν ως ζωντανοί. Φρίκη και παρηγοριά ταυτόχρονα, διαιώνιση και απαθανατισμός, ένα punctum που δημιουργείται από ένα βλέμμα που δεν διαπερνά τίποτε, που είναι άδειο, γυάλινο, απλό προσομείωμα.

Δεν στερείται αναλυτικής σημασίας ότι αυτό το βλέμμα συλλαμβάνεται από ένα προσομείωμα του ζωικού φακού, που έχει την κήλη δομή του, αλλά δεν είναι ούτε αυτό έμψυχο. Ο φωτογραφικός φακός δεν είναι άραγε ο ίδιος ένα άδειο μάτι, ένα μάτι χωρίς ενσυνείδητη αντίληψη, χωρίς υποκειμενική σύσταση, το μάτι ενός νεκρού; Μα τότε, αυτό που με διαπερνά ως punctum καθώς τα μάτια μου εστιάζονται στο νεκρό βλέμμα της κοπέλας δεν είναι παρά η αλληγορική ενσάρκωση του βλέμματος του ίδιου του φακού --του φακού που κοιτά χωρίς να κοιτά την κοπέλα που κοιτά χωρίς να κοιτά εμένα. Τι αντικρύζει τα μάτια μου αν όχι το βλέμμα από την όχθη του θανάτου, που πάει να πει, το βλέμμα της φωτογραφίας της ίδιας, η νεκρή κόρη ενός γυάλινου ματιού;





Δεν υπάρχουν σχόλια: