Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Αγνοίας Εγκώμιον






Η απορία είναι η βάση όλης της φιλοσοφίας, η διερεύνηση είναι η πρόοδός της, και η άγνοια το τέλος της. Θα προχωρήσω ακόμα μακρύτερα: υπάρχει ένα ιδιαίτερα ισχυρό και γενναιόδωρο είδος άγνοιας που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από την γνώση σε τιμή και θάρρος, μια άγνοια που δεν απαιτεί λιγότερη γνώση για να γίνει κατανοητή από ότι η ίδια η γνώση.
Michel de Montaigne




Η άγνοια ως το τέλος της φιλοσοφίας: Τα πάντα εξαρτώνται από το διττό νόημα της λέξης "τέλος" βέβαια. Ο Montaigne πάντως δείχνει να ενθαρρύνει μια ανάγνωση της λέξης που πηγαίνει κόντρα στην κοινή--τουτέστιν, "φιλοσοφικο-κεντρική"-- λογική. Πώς μπορεί να σκεφτεί κανείς την άγνοια ως Aufhebung, εκπλήρωση και συνάμα υπέρβαση της φιλοσοφίας; Θα έπεφτε θύμα παρανάγνωσης αν διέκρινε στα πιο πάνω λεχθέντα την αρχή μιας υπόρρητης αλυσίδας που συνδέει την φιλοσοφική ζωοφιλία του Montaigne με τον μετα-ιστορικό άνθρωπο του Hegel και με το "καλό ζώο" του Adorno; Θα ήταν ασυγχώρητο αν μέσα στο πιο πάνω απόσπασμα ανακάλυπτε το περίγραμμα ενός "αγνοώ, άρα είμαι" που κοιτάζει ατάραχο τον επιθετικό λογοκεντρισμό του Καρτεσιανού cogito, ergo sum; Και τι σημαίνει ότι τούτο το φιλοσοφικό εγκώμιο της άγνοιας, τούτη η αναγωγή της σε τέλος της διαδρομής που ξεκινά από την απορία και το θάμβος και περνά στην διερεύνηση για να καταλήξει στη νηφαλιότητα ενός ανθρώπου συμφιλιωμένου με την ζωική του περατότητα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην εποχή του ουμανισμού;





Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Περί ισότητας





Μεταφράζω από το πολύ καλό βιβλίο του Jacques Rancière, Ο Φιλόσοφος και οι Φτωχοί του (Le philosophe et ses pauvres) που διάβασα το φετινό καλοκαίρι:

Η ισότητα δεν είναι κάποιος στόχος που οι κυβερνήσεις και οι κοινωνίες θα μπορούσαν να επιτύχουν. Η ανακήρυξη της ισότητας σε "στόχο" ισοδυναμεί με την παράδοσή της στους παιδαγωγούς της προόδου, που διευρύνουν διαρκώς τις αποστάσεις που υπόσχονται ότι θα εξαλείψουν. Η ισότητα είναι προϋπόθεση, αρχικό αξίωμα--αλλιώς, δεν είναι τίποτε. Και αυτό το αξίωμα της ισότητας εμφορείται σε τελευταία ανάλυση από την ίδια την άνιση τάξη πραγμάτων. Μάταια θα προσπαθούσε ο ανώτερος να δώσει εντολές στον κατώτερο αν ο κατώτερος δεν μπορούσε να κατανοήσει δύο πράγματα τουλάχιστον: πρώτον, το περιεχόμενο της διαταγής, και δεύτερον, το ότι πρέπει να υπακούσει. Για να κατανοήσει όμως ο κατώτερος τον ανώτερο, πρέπει να είναι ήδη ίσος με τον τύποις ανώτερό του....Η ισότητα...δεν είναι ούτε "τυπική" ούτε "ουσιαστική" αρχή. Είναι αρχή θεμελιώδης και συνάμα απούσα, σύγχρονη και συνάμα άκαιρη. Από αυτή τη βάση διασαφηνίζεται ο αγώνας των προλεταρίων εκείνων που δεν μπορούσαν να είναι ίσοι των αστών, είτε μέσω της εκπαίδευσης που τους παρείχε το αστικό κράτος, είτε μέσα από την βάση μιας δικής τους, προλεταριακής κουλτούρας, παρά μόνο μέσω της παραβατικής οικειοποίησης μιας διανοητικής ισότητας της οποίας το προνόμιο είχαν κρατήσει άλλοι για τον εαυτό τους. Από δω επίσης προκύπτει η δυνατότητα να ξανασκεφτούμε τη δημοκρατία βγαίνοντας από τα όρια της συμβατικής διαφωνίας ανάμεσα στην εξισωτική έλλειψη διακρίσεων ενός νόμου που ισχύει για όλους και των αιτημάτων εκείνων για ισότητα που βασίζονται στα δικαιώματα και τις αξίες συγκεκριμένων κοινοτήτων.




Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Eπίκουρος-Θάνατος: Σημειώσατε X




το φρικωδέστατον ουν των κακών ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όταν μεν ημεις ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ' ημείς ουκ εσμέν. ούτε ουν προς τους ζώντας έστιν ούτε προς τους τετελευτηκότας, επειδήπερ περί ους μεν ουκ έστιν, οι δ' ουκέτι εισίν.
Επίκουρος, "Επιστολή προς Μενοικέα"



Τι αντιτείνει ο Επίκουρος στο θάνατο; Τίποτε άλλο από ένα, ή ακριβέστερα δύο, ρητορικά "Χ". Δύο σχήματα χιαστί, που στο εδάφιο αυτό επωμίζονται το έργο της άρνησης του θανάτου, το οποίο ο Χριστιανισμός θα εμπιστευτεί λίγο αργότερα στον μαρτυρικό σταυρό απ' όπου κρέμεται το ταυτόχρονα ανθρώπινο και θεϊκό σώμα ενός Μεσσία. Σε αντίθεση με τον χριστιανικό, ο επικούρειος σταυρός είναι ταυτόχρονα ανθρώπινος και άυλος, παράγωγο του επίγειου Λόγου: Όταν υπάρχουμε εμείς, δεν υπάρχει ο θάνατος· όταν ο θάνατος αποκτήσει παρουσία για μας, δεν υπάρχουμε πια εμείς. O θάνατος, και εδώ αναλαμβάνει έργο το δεύτερο χιαστί σχήμα, δεν έχει παρουσία-- ούτε για τους ζώντες (είναι το αντίθετο της ύπαρξης που τους ορίζει) ούτε για αυτούς που δεν υπάρχουν (αφού μή έχοντας πια ύπαρξη, δεν έχουν και την συνείδηση της έλευσης του θανάτου τους).

Το αποτέλεσμα είναι ίσως υπερβολικά εντυπωσιακό για να είναι υπεράνω αναλυτικής υποψίας. Και αξίζει μάλλον τον κόπο μια προσεκτικότερη ματιά στη σύσταση των δυο ρητορικών "Χ" που ο Επίκουρος χρησιμοποιεί ως εργαλεία μιας σωτήριας αποκόλλησης του ζώντος υποκειμένου από τον θάνατο:

1. "ώμεν"/ "ου παρέστιν"

"παρή"/ "ουκ εσμέν"


2. "ζώντας"/ "ουκ έστιν"

"ουκέτι εισίν"/ "τετελευτηκότας"

Αυτό που γίνεται άμεσα φανερό από τα δύο αυτά σχήματα είναι η ύπαρξη μιας ελάχιστης αλλά αξιοπρόσεκτης διαφοράς ανάμεσα στους δύο χιασμούς του Επικουρικού επιχειρήματος. Ο πρώτος είναι τέλειος, με την έννοια ότι κάθε άκρη του αντιστρέφει συμμετρικά την αντικρινή της. Στο "+" του "ώμεν αντιστοιχεί το "-" του "ουκ εσμέν", και αντιστρόφως, στο "-" του "ου παρέστιν" αντιστοιχεί το "+" του "παρή".

Στο δεύτερο όμως χιαστί σχήμα, ο κανόνας αυτός της σταυρωτής αντίστιξης και αντιστροφής έχει μερική μόνον εφαρμογή. Το "τετελευτηκότας" παρέχει μεν τον αρνητικό πόλο του θετικά φορτισμένου "ζώντας", από την άλλη όμως πλευρά αντιπαρατίθενται δύο φραστικά σχεδόν ταυτόσημες αρνήσεις: "Ουκ εστίν"/"Ουκέτι εισίν".

Πίσω από αυτή την φαινομενική ταυτοσημία κρύβεται ήδη μια σημαντική διαφορά. Αν ο θάνατος δεν "είναι" για τους ζωντανούς, το "είναι" αυτό σηματοδοτεί προφανώς την μη αντιληψιμότητα του θανάτου σε ότι αφορά την υποκειμενική συνείδηση. Ο θάνατος δεν έχει οντότητα για αυτούς που ζουν, όχι επειδή αγνοούν την ύπαρξή του, αλλά επειδή είναι απόλυτα κενός εμπειρικού περιεχομένου. Στην δεύτερη όμως περίπτωση, αυτή του "ουκέτι εισίν", η ανυπαρξία όσων έχουν πεθάνει δεν είναι ζήτημα των γνωσιολογικών ορίων της υποκειμενικής συνείδησης που αδυνατεί να έχει πρόσβαση στο αντίθετό της (την ανυπαρξία). Είναι ένα απρόσωπο, "αντικειμενικό" γεγονός. Η ανυπαρξία επισυμβαίνει στην ίδια την συνείδηση· με άλλα λόγια, αυτό που παύει να υπάρχει είναι η ίδια η υποκειμενική σύσταση των νεκρών. Και διαφορετικά: στην πρώτη περίπτωση ο θάνατος είναι, όχι όμως για το υποκείμενο, ενώ στην δεύτερη η έλευσή του είναι ταυτόσημη με το μη είναι του υποκειμένου.

Ήδη όμως αρχίζει να γίνεται αναδρομικά φανερό ότι η λειτουργικότητα των ρητορικών "Χ" του Επίκουρου οφείλεται εξ αρχής στο αδιόρατο γλωσσικό γλίστρημα ανάμεσα σε μια σειρά φαινομενικά μόνο ταυτόσημων ρηματικών εκφράσεων. Η συμμετρική δομή του φαινομενικά "τέλειου" πρώτου χιαστί βασίζεται στην ταυτοσημία της παρουσίας με το είναι, έτσι ώστε τα ζεύγη "ώμεν"/ "ου παρέστιν" και "παρή"/ "ουκ εσμέν" να εμφανίζονται ως ζεύγη αντιθέτων.

Μια προσεκτικότερη όμως ματιά στο κείμενο αποκαλύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Σε ό,τι αφορά το υποκείμενο, η μή παρουσία είναι όντως συνώνυμη της ανυπαρξίας. Εφόσον όμως ο θάνατος είναι εξ ορισμού ταυτόσημος με την ανυπαρξία (εφόσον είναι το μη είναι) είναι αδύνατο να κυριολεκτήσει κανείς για την φύση του μιλώντας για την "παρουσία" του. Αν το "ώμεν" και το "ουκ εσμέν" μπορούν να εκληφθούν ως κυριολεξίες σε ό,τι αφορά τον άνθρωπο, το "ου παρέστιν" και το "παρή" είναι διπλές καταχρήσεις της κυριολεξίας σε ό,τι αφορά τον θάνατο: αφενός γιατί η "μη παρουσία" του θανάτου για το εμπειρικό υποκείμενο δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία του "αντικειμενικά", και αφετέρου γιατί η "παρουσία" του για το υποκείμενο δεν είναι ποτέ παρουσία ως τέτοια.

Αντί να αρκείται λοιπόν στο να είναι το εξοβελισμένο αντίθετο της ύπαρξης ή της παρουσίας, ο θάνατος του Επίκουρου επιμένει να διεισδύει ανάμεσα στο "είναι" και το "μη είναι", ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία. Το αφόρητο σκάνδαλο του θανάτου είναι αυτή ακριβώς η επιμονή του να διαφεύγει διαρκώς από τις δαγκάνες του Επικούρειου "Χ" του Λόγου και της έλλογης συμμετρίας. Σε αυτό το έλλογο "Χ", ο θάνατος αντιπαραθέτει μία φύση που προσιδιάζει περισσότερο στο "Χ" του άγνωστου παράγοντα, το "Χ" του κενού από οποιαδήποτε ανθρώπινο νοηματικό περιεχόμενο και άρα απόλυτα απροσδιόριστου σημείου.

O αγώνας ανάμεσα στον φιλοσοφικό Λόγο και τον θάνατο είναι λοιπόν ένας αγώνας ανάμεσα σε δύο "X"--το ρητορικό "X" του ανθρώπινου--πολύ ανθρώπινου--Λόγου και το "X" της απάνθρωπης, παρά-λογης ετερότητας του θανάτου. Και αν ο αγώνας αυτός είναι αδύνατο να κερδηθεί από τον Λόγο, υπάρχουν στιγμές που η μαγγανεία της γλώσσας κάνει να διαφαίνεται για λίγο η προοπτική μιας λευκής ισοπαλίας, ενός αξιοπρεπούς για τον άνθρωπο "X."



Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Το Θεωρητικό Ύψιστο






Από νωρίς, η τηλεοπτική σειρά Lost δημιούργησε μια cult ακολουθία φανατικών τηλεθεατών. Σημαντικό μέρος της δραστηριότητας των τελευταίων είναι η παραγωγή "θεωριών" γύρω από τα πολυπληθή και φαινομενικά διαπλεκόμενα "μυστήρια" της σειράς. Οι θεωρίες αυτές αξιολογούνται για τον βαθμό ενδιαφέροντός τους από άλλους τηλεθεατές, και αυτές που για τον ένα ή άλλο λόγο έχουν κατηγορηματικά διαψευσθεί μπαίνουν στην άκρη ως έμπρακτα άχρηστες για την κατανόηση των διακυβευομένων.

Αυτό που παρατηρεί κανείς αρχικά είναι η τάση, σχετικά νωρίς στην εξέλιξη της σειράς, για grand theories: θεωρίες που τα εξηγούν όλα, αλλά με σχετικά απλό τρόπο: τα πάντα είναι ένα όνειρο ενός και μόνο χαρακτήρα, ή ψευδαισθήσεις ενός τρόφιμου ψυχιατρείου. Οι θεωρίες αυτές περιθωριοποιήθηκαν γρήγορα. Είτε διαψεύσθηκαν ρητά από τους συγγραφείς της σειράς, είτε από στοιχεία της πλοκής που εμφανίστηκαν αργότερα. Αλλά περιθωριοποιήθηκαν και για ένα σημαντικότερο λόγο: τα λεγόμενα "loose ends" που κάθε "μεγάλη" θεωρία καλείται να απαντήσει πληθαίνουν με κάθε επεισόδιο, σε σημείο που η σειρά να μοιάζει με έναν ανεξέλεγκτο μηχανισμό παραγωγής ερωτημάτων.

Η τάση των θεωρητικών-φανς είναι λοιπόν εδώ και καιρό ο αυξανόμενος καταμερισμός εργασίας (μοντέλο που κατά τα φαινόμενα ακολουθείται και από τους συγγραφείς της σειράς, που έτσι αντικατοπτρίζουν το modus operandi των τηλεθεατών τους). Επικεντρώνεται κανείς ερμηνευτικά σε ένα κομμάτι διασυνδέσεων, χωρίς να επιχειρεί να ξεδιαλύνει το όλον. Η εγκράτεια αυτή όμως αυτή γίνεται εφικτή μόνο από την ταυτόχρονη πίστη, σχεδόν πλέον θεολογική, στο φάσμα μιας μεγάλης θεωρίας, όλο και πιο ασύλληπτης στο εύρος και την συστηματικότητά της. Δεν θα είχε κανένα νόημα να ασχοληθεί κάποιος επισταμένα και συστηματικά με ένα τοπικό κομμάτι του μυστηρίου αν δεν υπήρχε η βεβαιότητα ότι εξακολουθεί να είναι κομμάτι ενός παζλ αλληλένδετων ανακαλύψεων, και άρα την πίστη στη "μεγάλη εικόνα" που θα αποκαλυφθεί εκτυφλωτικά στο τέλος.

Την ίδια στιγμή, τίθεται το ερώτημα του υποκειμένου αυτής της διαρκώς αναβαλλόμενης "μεγάλης θεωρίας", του "υποκειμένου που γνωρίζει". Είπαμε ήδη ότι η σειρά γράφεται από περισσότερους από έναν συγγραφείς, μέσα από ένα μοντέλο καταμερισμού εργασίας και αλληλοσυμπλήρωσης όχι διαφορετικού από αυτό που ακολουθούν οι φανατικοί τηλεθεατές. Αναπόφευκτα, καθώς η σειρά προχωράει, πληθαίνουν και οι αμφιβολίες για την ύπαρξή καν μιας μεγάλης εικόνας, η καχυποψία απέναντί της, η αίσθηση ότι δεν έχει να κάνει τόσο με ένα ασύλληπτο σε πολυπλοκότητα εννοιολόγημα όσο με τις οπορτουνιστικές επιταγές του εμπορίου και άρα της ανάγκης να ερεθίζεται όλο και περισσότερο η περιέργεια του τηλεθεατή.

Ταυτόχρονα δηλαδή με την κρυφή και ανομολόγητη πίστη στη μεγάλη θεωρία που επιτρέπει την υπομονετική ενασχόληση με "τοπικές" λεπτομέρειες, υφέρπει και η συναίσθηση της εξαπάτησής του φαν-θεωρητικού, ακριβώς μέσα από την χειραγώγηση της επιθυμίας του για μια απόλυτη ερμηνευτική θεωρία. Η αμφιθυμία αυτή συνοψίζεται στο εξής απλό ερώτημα: προϋπάρχει της παρουσίασης της σειράς ένα ολοκληρωμένο σενάριο, ή αυτό διαμορφώνεται καθ' οδόν, λαμβάνοντας υπ΄όψιν τις αντιδράσεις των τηλεθεατών, την κατεύθυνση των συμπαθειών ή αντιπαθειών τους, την τάση τους να υποπτεύονται κάποιο συγκεκριμένο χαρακτήρα και όχι άλλους, τις αναγνώσεις τους των επί μέρους επεισοδίων, κλπ;

Είναι προφανές ότι συμβαίνει το δεύτερο: η σειρά γράφεται καθώς εξελίσσεται τηλεοπτικά. Συνεπώς, η ύπαρξη της "μεγάλης θεωρίας" είναι στην καλύτερη περίπτωση μια αναχρονιστική ψευδαίσθηση που συγχέει την τυχαιότητα με την αναγκαιότητα και το ανοιχτό σύστημα με το κλειστό, ή, στην χειρότερη, μια γιγαντιαία φάρσα. Αυτή όμως η διαπίστωση σε τίποτε δεν μειώνει την πίστη των φανς στη μεγάλη θεωρία που θα αποκαταστήσει την ενότητα στην ιλιγγιώδη πολλαπλότητα των επί μέρους ερωτημάτων. Αυτό που διαμορφώνεται, μάλλον, είναι η αντίληψη πως στο τέλος δεν έχει σημασία το αν υπήρχε εξ αρχής ένα συνεκτικό αφήγημα--το βάρος των απαιτήσεων που δημιούργησε η τρομακτική επιτυχία της σειράς είναι τέτοιο, που, θέλοντας και μη, οι συγγραφείς είναι αναγκασμένοι να εφεύρουν μια πειστική και ολική εξήγηση για τα τεκταινόμενα ακόμα και αν αυτή δεν υπήρχε εξ αρχής. Και έτσι, εξακολουθεί κανείς να υπερνικά την φυσιολογική καχυποψία απέναντι στον θεμελιώδη οπορτουνισμό του μέσου της εμπορικής τηλεόρασης και να συνεχίσει να παρακολουθεί και να εικάζει.

Πώς ακριβώς να κατανοήσει κανείς τη δυναμική αυτή εν όψει της βεβαιότητας, μετά τον Lyotard, του "τέλους των μεγάλων αφηγημάτων"; Το Lost ως μεταμοντέρνα παρωδία του "μεγάλου αφηγήματος"; ή ως κυνική παρωδία της επιμονής, κόντρα σε κάθε μεταμοντέρνα λογική, της συλλογικής επιθυμίας για το "μεγάλο αφήγημα" (και, εν τέλει, της εμπορικής εκμεταλλευσιμότητάς της); ή ως κριτική παρωδία της ίδιας της διάγνωσης του τέλους των "μεγάλων αφηγημάτων";

Όπως και να χει, το Lost ευημερεί χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο επίπεδο της εμπλοκής με το ανθρώπινο στοιχείο (ψυχολογία, υποκριτική ηθοποιών, διάλογοι, κλπ). Αυτό που υπερισχύει, είτε ως δόλωμα είτε ως στόχος κριτικής, είναι η απάνθρωπη ομορφιά της δομής και του συστήματος, η σαγήνη του θεωρητικού ύψιστου.



Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Επιστροφές...



Επιστροφή λοιπόν. Φωτογραφίες και ταξιδιωτικές αναμνήσεις δεν έχει. Μόνο μερικές γραμμές πάνω στο κατάστρωμα στο φέρυ της επιστροφής.

Νήσος Μύκονος

Νύχτα· άφαντη η ακτή

Στο υπογάστριο της θάλασσας
Το πιο βαθύ σκοτάδι
Και στο κατάστρωμα όλα τα συμβάντα
Εσωτερικά.

Στιγμές που απ' τα πρόσωπα
σωσίβια προβάλουν φωσφορίζοντα
Στιγμές που ο προορισμός
όλο και ξεμακραίνει
Στιγμές που δεν υπάρχει το καράβι

Κι ύστερα το μούδιασμα
Κι η ηλικία της μέρας
Κι ύστερα η αυγή
Και να ροδίζει σαν το μάγουλο παιδιού
Ο πρωϊνός καφές.



Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

Yin-Yang



Φεύγω για διακοπές.

Αφήνω δυο φράσεις να μιλάνε η μία με την άλλη μέχρι να επιστρέψω...


Οι φιλόσοφοι απλώς ερμήνευσαν τον κόσμο, με διαφορετικούς τρόπους. Το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.
Καρλ Μαρξ, Θέσεις για τον Φόυερμπαχ

Είναι απόλυτα σωστό το να πεις 'δεν μπορείς να κάνεις τίποτε με τη φιλοσοφία.' Το μόνο λάθος είναι να νομίζεις ότι μ' αυτό έρχεται και το τέλος της κρίσης για τη φιλοσοφία. Και αυτό γιατί εμφανίζεται ένας μικρός επίλογος, υπό τη μορφή αντερώτησης: Ακόμα και αν εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε μ' αυτή, μήπως μπορεί στο τέλος η φιλοσοφία να κάνει κάτι μ' εμάς;
Μάρτιν Χάιντεγκερ, Εισαγωγή στη Μεταφυσική



Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Παροξυσμικός Καπιταλισμός




Για το Ντουμπάι--γη πετροδολαρίων, υπερπολυτελών κατασκευών, γεω-μορφολογικών παλιμπαιδισμών, πλουτοκρατικών ονειρώξεων, στυγνής ταξικής εκμετάλλευσης της μεταναστευτικής εργασίας, και κρατικής καταστολής--μας ενημέρωσε ο Mike Davis στο εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του στο New Left Review.

Η εικόνα του δορυφόρου της NASA λέει μια άλλη ιστορία, αυτή που εμφανίζεται από την αποστασιοποιημένη οπτική των αιθέρων: από τόσα ψηλά είναι δύσκολο να διακρίνεις τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία ή αυτοκίνητα, όσο δύσκολο είναι να δεις τους Ινδούς και Πακιστανούς προσωρινούς μετανάστες που ζουν υπό απάνθρωπες συνθήκες σε ανθρώπινα κοτέτσια μακριά από το κέντρο. Αυτό που φαίνεται είναι η έρημη, επίπεδη ενδοχώρα που χαίνει πίσω από την αρχιτεκτονική υπερσυγκέντρωση των παραλίων. Και φυσικά, οι ανθρώπινες κατασκευές των τεχνητών νησιών--παραθεριστικών παραδείσων: δύο τεράστιες φοινικιές σχηματισμένες από τόνους χώματος ριγμένους στη θάλασσα και μια μικρογραφία του πλανήτη φτιαγμένη από δεκάδες τεχνητά νησιά.




Παράξενη αλήθεια τούτη η γεω-οικονομική δυναμική: βγαλμένο από την άγονη, έρημη γη, το πετρέλαιο μεταμορφώνεται σε κεφάλαιο, και αυτό, με τη σειρά του, στην αναπαραγωγή, πάνω στην άδεια επιφάνεια της θάλασσας, μιας σειράς γεω-λογοτύπων--αφηρημένων δηλαδή αναπαραστάσεων της απούσας χλωρίδας από τη μία και του πλανητικού χώρου από την άλλη. Και αν στην πρώτη περίπτωση, των γιγαντιαίων φοινικιών δηλαδή, το σημειωτικο-ιδεολογικό κλειδί είναι ουσιαστικά η φαντασιακή αποκατάσταση της εκλιπούσας φύσης υπό τη μορφή simulacrum, στη δεύτερη το κλειδί αυτό φαίνεται να είναι η εκτυφλωτικά βλακώδης ταυτολογία: χώμα και νερό που αναπαριστούν χώμα και νερό, η επιφάνεια της γης ως χώρος αναπαράστασης του εαυτού της. Με τη σειρά του βέβαια, το δεύτερο αυτό ερμηνευτικό σχήμα αποκαλύπτει το μυστικό του πρώτου: και τα δυο κυριαρχούνται από την οικονομία του ναρκισσισμού, είτε με τη μορφή της εμμονής στην φαντασιακή εγκόλπωση του άλλου (που εδώ είναι η ίδια η φύση), είτε με αυτή της απώθησης του χάσματος μεταξύ της αναπαράστασης και του αναπαραστώμενου, του σημαίνοντος και του σημαινομένου.

Το κεφάλαιο λοιπόν, εξωρυγμένο υπό τη μορφή κινητήριου καυσίμου από τα σπλάχνα ενός πλανήτη που πεθαίνει, μετατρέπεται στη συνέχεια σε δημιουργό μιας τεχνολογικής αναπαράστασης πάνω στον κενό (και άρα κατά το δοκούν διαμορφώσιμο) χώρο που απλώνεται ανάμεσα στην έρημο της άμμου και αυτή του νερού (τι είναι η γη ως real estate παρά μια γη κενή κάθε ζωντανού και μεταβλητού περιεχομένου, η έρημος της πολεοδομικής αφαίρεσης;) H αναπαράσταση, με τη σειρά της, δεν σηματοδοτεί παρά την απώθηση ή άρνηση των γεωλογικών και χωροταξικών αυτών συνθηκών έλλειψης ή κενότητας, στις οποίες αντιπαραθέτει την φαντασιακή πλησμονή, την εξαφάνιση του χάσματος, την έλλειψη της έλλειψης. Ο Lacan, από τον οποίο δανειστήκαμε τον τελευταίο αυτό όρο, τον συσχετίζει με ψυχοπαθολογικά φαινόμενα· η "έλλειψη της έλλειψης" προοιωνίζει την κατάρρευση της Συμβολικής οργάνωσης της γλώσσας και των κοινωνικο-ψυχικών δομών, την προσέγγιση στην "έρημο του Πραγματικού."

Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια λοιπόν, για να θυμηθούμε και τους Deleuze και Guattari. Μόνο που εδώ η σχιζοφρενική κατάρρευση του Λακανικού Συμβολικού δεν είναι το αντίδοτο στην παρανοϊκή οργάνωση της οικονομίας του βιομηχανικού καπιταλισμού, αλλά η απόλυτη έκφραση της παροξυσμικής, μεταμοντέρνας της δυναμικής. Αν από τον αέρα οι γεω-γραφίες πάνω στο νερό φαντάζουν ως τοτεμικές αναπαράστασεις μιας νέας μορφής λατρείας αφιερωμένης στο μπανάλ, από το έδαφος αποκαλύπτουν την σύμπτυξη εικονικής προσομοίωσης και πολιτικής οικονομίας, την εμεταλλεύσιμη διάσταση της μεταμόρφωσης του πλανήτη σε μια άδεια σκηνή όπου σκηνοθετείται η εξαφάνισή του ως φύση.





Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Ρετρο-αβάν γκαρντ σε Θερμοκρασία Ψύξης!




Η ιστορία είναι ήδη ένα μικρός μύθος στους κύκλους του εναλλακτικού σινεμά: Παγιδευμένοι στην ανία και τον ατέλειωτο χειμώνα της μικρής Winnipeg του Καναδά, τρεις φίλοι, ο Guy Maddin, o John Paizs και o Steve Snyder, ξοδεύουν τα Σαββατοκύριακά τους επί χρόνια βλέποντας ατελείωτες ταινίες της εποχής του βωβού κινηματογράφου, κυρίως Γκριφιαθιανό μελόδραμα, Γερμανικό εξπρεσιονισμό και Σοβιετική agit-prop. Ο δεύτερος γίνεται σκηνοθέτης, ο τρίτος καθηγητής κινηματογραφικής παραγωγής στο University of Manitoba, και ο πρώτος αποφασίζει να δοκιμάσει και αυτός την τύχη του ως σκηνοθέτης, με μια σειρά ταινιών, αρχίζοντας από το The Dead Father (1986) και το Tales from the Gimli Hospital (1988), την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.

Το σινεμά του Maddin είναι άκρως εθιστικό, κυρίως λόγω της ικανότητάς του να βυθίζει τον θεατή του σε ένα είδος διαυγούς ύπνωσης, πολύ παρόμοιας με αυτή που επεδίωξαν οι σουρεαλιστές. Τα συστατικά του κινηματογραφικού του κόσμου--νοσηρή σεξουαλικότητα, μελοδραματική υπερβολή, επαναστατική ρητορική, σουρεαλιστικά συμβάντα, εμμονή στο ειδεχθές και το ανοίκειο, ασπρόμαυρη (κυρίως) φωτογραφία, πομπώδη (μετά θαυμαστικών!) και συχνά ασυνάρτητα intertitles, υπνοβατικοί διάλογοι--φτιάχνουν ένα απρόσμενα συνεκτικό και πειστικό κράμα που ξεφεύγει από τον απλό μιμητισμό και διατηρεί ένα εντελώς προσωπικό στίγμα.

Δείγμα γραφής το βραβευμένο "The Heart of the World" (2000): Πέντε και κάτι λεπτά φρενήρους μοντάζ, αλάνθαστης αίσθησης ρυθμού, άψογου παντρέματος βουβής εικόνας και μουσικής επένδυσης, και λατρευτικού φόρου τιμής στον Vertov, τον Lang, και τον Eisenstein.





Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

Ζωϊκή Κολλεκτίβα






Animal Collective είναι το όνομα του γκρουπ των Avey Tare (David Portner), Panda Bear (Noah Lennox), Deakin (Josh Dibb), και Geologist (Brian Weitz). Φίλοι από το σχολείο (στη Βαλτιμόρη), ηχογραφούν σε διάφορους συνδυασμούς μεταξύ τους, με άλλους μουσικούς ή σόλο.

Τη μουσική τους είναι δύσκολο να την περιγράψεις. Σίγουρα το κυρίαρχο πλαίσιο αναφοράς είναι η ψυχεδελική φολκ και το acid rock του 60, αλλά περασμένα από ένα φίλτρο παιδιάστικου αυθορμητισμού, μανιακού Βακχισμού και Καταστασιακού σαμποτάζ. Σε αντίθεση με πιο κλασσικά "αναβιωτικά" γκρουπ, υπάρχουν συχνά πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, λούπες, προ-ηχογραφημένοι ήχοι, θόρυβος, ή αντιστίξεις μελωδικών, a la Beach Boys φωνητικών (Panda Bear) με απόκοσμα ουρλιαχτά (Avey Tare). Κάθε κυκλοφορία τους, τέλος, καταφέρνει να έχει τη δική της ατμόσφαιρα και να εισάγει νέα στοιχεία, τόσο στην κατασκευή της δομής των τραγουδιών όσο και στην παραγωγή και ηχογράφηση.

Η τελευταία τους κυκλοφορία ως Animal Collective είναι το EP Water Curses, από το οποίο το τελευταίο τραγούδι, "Seal Eyeing" είναι πραγματικά σπάνιας ομορφιάς. Ίσως ό,τι πιο αιθέριο και μελωδικό έχουν ως τώρα ηχογραφήσει. Μάλλον πιο αντιπροσωπευτικά όμως είναι τραγούδια όπως το "Who Could Win a Rabbit", το "Did You see the Words", και το "Leaf House"

Bonus, μια εκτέλεση του "Winter's Love" που μπλέκει τους Beach Boys, μανιώδη tribal κρουστά, και ατμόσφαιρα high παρέας γύρω από τη φωτιά σε δασική κατασκήνωση. Α, και μάσκες.





Η Ζώσα Γέφυρα

Να μια καλή αρχιτεκτονική υλοποίηση του περί "σεισμογραφιών του μέλλοντος" λόγου. Tην περπάτησα, μαζί με τον φίλο και συνάδελφο Michael Kelly, σε μια πρόσφατη επίσκεψη στο Limerick της Ιρλανδίας για το συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Ουτοπιστικών Σπουδών.

Η γέφυρα, που κατασκευάστηκε από την Eiffel της Γαλλίας, κινείται διαρκώς αν και τόσο ομαλά που σου δημιουργεί την αδιόρατη αίσθηση ότι πατάς σε μια ταυτόχρονα σταθερή και ζωντανή οργανική μάζα. Η κίνηση γίνεται τόσο σε συνάρτηση με τον άνεμο, όσο και με το βάρος των πεζών, ενώ υπάρχουν ανοίγματα ανάμεσα στα δοκάρια του υλικού του δαπέδου από τα οποία μπορείς να δεις τον ποταμό Shannon.

Ο νυχτερινός φωτισμός της αλλάζει επίσης διαρκώς, δημιουργώντας νέες εκδοχές της γέφυρας, που μοιάζει να πολλαπλασιάζεται σαν κάποιου είδους αρχιτεκτονικό κύτταρο ή σχεδιαστικό προσομοίωμα υπολογιστή. Οι αρχιτεκτονικές μορφές που προκύπτουν είναι αντίστοιχα βιο-τεχνολογικές, κάτι σαν μείγμα της δομής της σπονδυλικής στήλης ενός φιδιού, ακανόνιστων εξογκωμάτων βιολογικής μάζας και μεταμοντέρνας γλυπτικής, και η ισορροπία της ως τεχνολογικής παρέμβασης με την φύση του περιβάλλοντα χώρου είναι πραγματικά εντυπωσιακή.

Ιδού μερικές φωτογραφίες αντί περισσότερων λέξεων:


















Περί διαδικτυακής δημοκρατίας και άλλων καινών δαιμονίων




Καλοδεχούμενος ο σκεπτικισμός του Τάκη Φωτόπουλου για ορισμένες από τις πληθωριστικές διαστάσεις της νεο-αριστερής ρητορικής περί διαδικτυακής δημοκρατίας και αρκούντως καταθλιπτικά τα στοιχεία που παραθέτει για τον Ελλαδικό χώρο. Φυσικά, το ότι το εν λόγω άρθρο αναδημοσιεύτηκε σε δικτυακό τόπο που φιλοξενεί σύνδεσμο με τα κείμενά του υποδηλώνει ότι ο ίδιος δεν απορρίπτει συλλήβδην τις πολιτικές δυνατότητες του χώρου, παρά τις διαπιστωμένες κοινωνικές ανισότητες που ασφαλώς συνεχίζουν να διέπουν την πρόσβαση στο διαδίκτυο και παρά τα όσα σωστά επισημαίνει για την πολιτική οικονομία που προϋποθέτει η διαρκής ενημέρωση των μπλογκ (την ανάγκη για ελεύθερο χρόνο και ανθρώπινους πόρους, δηλαδή τελικά για χρήμα).

Οι πολιτικές δυνατότητες του διαδικτύου όμως είναι απλώς αυτό: δυνατότητες, ευάλωττες στο ρίσκο να παραμείνουν στείρες ή ανεκμετάλλευτες. Όπως όλες οι πολιτικές συγκυρίες, έτσι και αυτή της τάσης εκδημοκρατισμού της νόησης και της πληροφόρησης δεν περιέχει καμμία εγγύηση και δεν υπόκειται σε καμμία τελεολογία. Ανοίγει απλώς ένα πεδίο σκέψης και πρακτικής που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξανακλείσει, είτε μέσω μιας νέας επέκτασης κερδοσκοπικών και εμπορευματικών πρακτικών, είτε μέσω της εμφάνισης άλλων, διαφορετικών πεδίων δράσης και σκέψης.

Μια άλλη διάσταση που αγνοεί το σύντομο άρθρο του Φωτόπουλου είναι η δυνατότητα του μέσου να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτικής προπαίδειας ή προπαρασκευής για μια γενιά που μεγάλωσε ούτως ή άλλως αποξενωμένη από τους κομματικούς μηχανισμούς. Για την γενιά αυτή, τίποτε δεν είναι κοντινότερο ως προοπτική από την πλήρη απώλεια της δυνατότητας για πολιτική σκέψη, προοπτική που ενισχύεται φυσικά διαρκώς από τον αυτο-εξευτελισμό της κατεστημένης πολιτικής στη σφαίρα των επίσημων ΜΜΕ. Εάν το ζητούμενο σήμερα είναι η διατήρηση της πολιτικής εγρήγορσης και της δυνατότητας κριτικής συγκρότησης σε μια εποχή που η δυνατότητα του Κόμματος να συγκροτήσει πόλο ελέγχου πολιτικής σκέψης και πρακτικής έχει περάσει ανεπιστρεπτί, το προστατευτικά ανώνυμο περιβάλλον του διαδικτύου προσφέρει τη δυνατότητα πολιτικής μύησης (τόσο προς τα δεξιά, πρέπει να ομολογήσουμε, όσο και προς τα αριστερά) χωρίς τον φόβο μιας οπισθοδρομικής παγίδευσης στην ιεραρχική (και ιερατική) αυθεντία του τοπικού κομματάρχη, του ιδεολογικού μεταπράτη ή του ινστρούκτορα.

Φυσικά, υπάρχει τίμημα: η προπαιδευτική "απόσταση ασφαλείας" που επιτρέπει τη διατήρηση της σχέσης με το πολιτικό χωρίς τον φόβο του κομματικού καπελώματος είναι και απόσταση ασφαλείας από το πολιτικό. Στο διαδίκτυο δεν υπάρχουν πολιτικές συνέπειες με την έννοια που υπάρχουν στην πολιτική κοινωνία. Ούτε είναι ποτέ δυνατόν, μέσα στην ετερογένεια και εφημερότητα του χωρικά αποκεντρωμένου και σκόρπιου γαλαξία των χρηστών και δημιουργών ιστοσελίδων, να δημιουργηθούν συνθήκες πολιτικής απόφασης και συγκροτητικής οργάνωσης συγκρίσιμες με αυτές που είναι εφικτές στον κοινωνικό χώρο, που παραμένει δεμένος, τουλάχιστον εν μέρει, με την εντοπιότητα. Τούτου του είδους οι αντιρρήσεις όμως έχουν ισχύ εφόσον η διαδικτυακή δραστηριότητα θεωρείται εκ των προτέρων αποκομμένη από κάθε είδους "διαρροή" στο κοινωνικό πεδίο, ερμητικά κλειστή στον εαυτό της. Δεν είναι αναγκαστικό να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, ειδικά στην Ελλάδα, όπου το μπλογκ υποκαθιστά χώρους πολιτικής ζύμωσης που μέχρι σχετικά πρόσφατα (ας πούμε, στις αρχές με μέσα του 80) είχαν κοινωνική οντότητα και αντίκτυπο στην ευρεία μάζα.

Η "μπλογκόσφαιρα" έχει την δυνατότητα να παίξει το ρόλο ενός "κρυφού σχολειού"--ενός σχολείου ανεπίσημου, χωρίς δασκάλους-αυθεντίες και χωρίς προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα σπουδών, συμμετοχικού, και βασισμένου στο αξίωμα της ισότητας της ευφυίας των εμπλεκομένων, που καλούνται να είναι ταυτόχρονα δάσκαλοι και μαθητές σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους (βλέπε εδώ και την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Jacques Ranciere για τον παιδαγωγό Joseph Jacotot στο The Ignorant Schoolmaster: Five Lessons in Intellectual Emancipation). Το σχολείο αυτό έχει ανοιχτή πολιτική εισδοχής και απεριόριστες, λόγω των δυνατοτήτων του μέσου, θέσεις. Δεν είναι όμως, ούτε πρέπει να φιλοδοξεί να είναι, ο τελικός σταθμός της προσπάθειας ανάκτησης μιας συμμετοχικής και μεταμορφωτικής σχέσης με το μέλλον.

Χωρίς αμφιβολία, η απόδοση μιας τελεολογικής ή εμμενούς σχέσης ανάμεσα στην επικοινωνιακή τεχνολογία και την κοινωνική χειραφέτηση (το διαδίκτυο ως deus ex machina που λύνει αφ' εαυτού και ως δια μαγείας το πρόβλημα της πολιτικής παράλυσης των μεταβιομηχανικών αστικών δημοκρατιών) αναπαράγει μια καθ' όλα χρεοκωπημένη παρωδία του "διαλεκτικού υλισμού" της δεκαετίας του 30. Από το σε τελική ανάλυση ιδεολογικό hype μιας plug and play ριζοσπαστικής δημοκρατίας μέχρι την συλλήβδην απόριψη κάθε προσπάθειας να ανοιχτούν ρωγμές στο μηντιακο-πολιτικό κατεστημένο υπάρχει όμως αρκετή απόσταση· τόση που να μας επιτρέπει να φανταστούμε τη βιωσιμότητα ενός "κρύου ενθουσιασμού" για το διαδίκτυο, μιας θέλησης για έκθεση στις μεταλλάξεις που καθιστά εφικτές το ηλεκτρονικό μέσο που δεν παραιτείται από την νηφάλια αυτοκριτική, ούτε καν από έναν επιβαλλόμενο από τους καιρούς πεσιμισμό για ό,τι φαντάζει σαγηνευτικά υλοποιήσιμο.


Συνέντευξη Slavoj Zizek



Το τελευταίο του βιβλίο, το In defense of Lost Causes, ο "δημοσιεύω πιο γρήγορα απ' τη σκιά μου" αμφιλεγόμενος Σλοβένος το αφιερώνει στον Alain Badiou. Όχι τυχαία, μιας και τα τελευταία 4-5 χρόνια, ο Badiou φαίνεται να αποτελεί τον κυρίαρχο πόλο έλξης για τη στροφή του Zizek σε μια όλο και περισσότερο συγκρουσιακή εκδοχή του Λακανισμού-Χεγκελισμού των πρώιμων έργων του. Και φυσικά, βρέθηκαν αμφότεροι στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια, εξού και οι πρώτες τους επαφές με τον Ελληνικό περιοδικό Τύπο, που είναι σίγουρα καλοδεχούμενες. Η συνέντευξη αναδημοσιεύεται από το blog "Μετά την εφημερίδα":


Ειρωνευόμενος όσους επιμένουν οτι ζούμε στην εποχή του Τέλους των ιδεολογιών ο Σλάβοι Ζίζεκ, ο διασημότερος Ευρωπαίος φιλόσοφος του καιρού μας, απαντά αναλύοντας… τις τουαλέτες σε Αμερική, Γαλλία και Γερμανία. «Οι Γερμανοί» λέει, «κοιτούν τα περιττώματα τους, οι Γάλλοι τα εξαφανίζουν ενω οι Αμερικανοί τα αφήνουν να επιπλέουν στο νερό. Τραβήξτε το καζανάκι και θα βρεθείτε ακριβώς μέσα στην ιδεολογία». Χρησιμοποιώντας συστηματικά στον λόγο του αντιστροφές των διαλεκτικών σχημάτων αυτού που αποκαλούμε κοινή λογική, προκαλεί όσους βολεύονται στα σχήματα της πολιτικής ορθότητας της εποχής μας. Θεωρεί οτι ο ρόλος των διανοοπυμένων σήμερα είναι να οδηγούν τις κοινωνίες μας στην διατύπωση των σωστών ερωτήσεων και οχι να δίνουν απαντήσεις.

Ο Σλοβένος κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και εκσυγχρονιστής της ψυχαναλυτικής θεωρίας του Λακάν βρέθηκε στις αρχές του μήνα στην Μάνη για τις ανάγκες των γυρισμάτων της δεύτερης ταινίας του με τίτλο «Ο οδηγός του διεστραμμένου στην ιδεολογία», όπου εξηγεί με παραστατικό τρόπο τις απόψεις του για το πως η δήθεν μετα-ιδεολογικοποιημένη εποχή μας είναι στην πραγματικότητα απολύτως ποτισμένη (σε κάθε πτυχή της) απο τις ιδεολογίες. Δυο μέρες αργότερα στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Παντείου Πανειστημίου επιτέθηκε στους Οικολόγους «που κατασκευάζουν μια θρησκευτική εικόνα της Φύσης», στους Αμερικανούς «που έχουν κάνει πραξικόπημα στην παγκοσμιοποίηση» και τον καπιταλισμό που ‘δείχνει να μην χρειάζεται πια την δημοκρατία για να αναπτυχθεί».

Εχοντας σπουδάσει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Λουμπλιάνα και Ψυχανάλυση στο Παρίσι διπλα στον Ζαν Αλάν Μιλέρ, γαμπρό και κατά κάποιο τρόπο διάδοχο του μεγάλου συνεχιστή του Φρόιντ στην Ψυχανάλυση, Ζακ Λακάν, ο Ζίζεκ έγινε διεθνώς γνωστός το 1989, όταν κυκλοφόρησε στα Αγγλικά το βιβλίο του με τίτλο «Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας». Το πιο πετυχημένο βιβλίο του είναι το «Καλωσορίσατε στην έρημο του Πραγματικού» στο οποίο επιχειρεί μια ανάλυση όλων των εικονικών στιγμιοτύπων της εποχής μας, από το μιντιακό ψεύδος και τους σύγχρονους high tech απεδαφοποιημένους πολέμους, έως την βιογενετική, την ανθρωπολογία του Matrix και τα πολιτικά διλήμματα της σύγχρονης κοινωνίας μας για να καταλήξει στο συμπέρασμα οτι κόσμος μας βυθίζεται όλο και περισσότερο στο θάμβος της εικονικότητας, άρα στην ιδεολογία, απο την οποία για να απελευθερωθεί θα έπρεπε να δεχθεί την ψυχανάλυση και την επιστήμη.

Στην δίωρη συνέντευξη που μου παραχώρησε στο κέντρο της Αθήνας δεν σταμάτησε να μιλάει με ένα ακατάσχετο –σχεδόν νευρωσικό – πάθος επιβεβαιώνοντας την φήμη του οτι είναι ένας ποπ σταρ της φιλοσοφίας. Το να παρακολουθείς τον Ζίζεκ να μιλάει είναι αν μη τι άλλο απολαυστικό.

Τείνουμε να κριτικάρουμε τους διανοούμενους γιατί απουσιάζουν όλο και περισσότερο από τον δημόσιο βίο…

Πρόκειται για μια τυπική μελαγχολική αριστερή νοσταλγία. Δείξτε μου μια εποχή που πραγματικά έπαιζαν σημαντικό ρόλο στα δημόσια πράγματα, Ποτέ. Κάθε γενιά παραπονιέται, ότι μια προηγούμενη έκανε τα πράγματα καλύτερα.

Καταλαβαίνω ότι προτιμάτε να κριτικάρετε την κοινή λογική από το να προτείνετε λύσεις, όμως ο κόσμος αισθάνεται το έλειμα του λόγου των διανοουμένων.

Βεβαίως αλλά η κοινή λογική έχει ιδεολογία. Πιστεύω ότι -όχι μόνο- δεν ζούμε σε μια μετά-ιδεολογική εποχή, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά αντίθετα δεν υπήρξε άλλη εποχή κατά την οποία η ιδεολογία να ορίζει τόσο την καθημερινή μας ζωή.

Σε πολλές χώρες εντούτοις ανακάμπτουν. Παράδειγμα η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη αλλά και των Κομμουνιστών σε πολλές χώρες. Άμυνες ενάντια στην μια ιδεολογία της αγοράς;

Ούτε φασίστες, ούτε κομμουνιστές συνιστούν σοβαρή απειλή προς την κυρίαρχη ιδεολογία. Η μεγάλη είδηση της τελευταίας δεκαετίας, είναι η άνοδος του λαϊκιστικού καπιταλισμού. Πολιτικοί όπως οι Μπερλουσκόνι και Μπούς μας οδηγούν εκεί. Βεβαίως, όποτε αναπτύσσεται στην Δύση αυταρχισμός, τον αντιμετωπίζουμε σαν προσωρινή παρέκκλιση. Σήμερα όμως, αυτό που όλοι φοβούνται όταν μιλάνε για την Κίνα, -περιμένοντας άλλη μια Τιέν Αν Μέν-, είναι «Κι αν δεν συμβεί»; Αν το πολιτικό-οικονομικό μοντέλο τους αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό από το δικό μας; Κι αν η ιστορία δε είναι πια στο πλευρό της Δυτικής δημοκρατίας;

Ωστόσο θα συμφωνήσετε οτι προς το παρόν όλες οι ευημερούσες χώρες είναι Αστικοδημοκρατικές.

Όχι πια. Η Ιαπωνία είναι δημοκρατική χώρα μεν αλλά με τόσους άγραφους παραδοσιακούς κανόνες, το ίδιο η Κίνα και η Σιγκαπούρη. Ο σύγχρονος παγκοσμιοπιοιημένος καπιταλισμός μετατρέπεται σε ουδέτερο μηχανισμό που μπορεί να λειτουργήσει σε διαφορετικά κοινωνικά ή πολιτισμικά περιβάλλοντα. Δουλεύει καλά με την φιλελεύθερη πολυπολιτισμική ιδεολογία αλλά και με άλλες. Σε ένα πεδίο που με γοητεύει, το σινεμά και τα αστυνομικά μυθιστορήματα το Αμερικανικό μονοπώλιο σπάει σιγά – σιγά. Μικρές χώρες παράγουν τις δικές τους νουβέλες που γίνονται μπέστ σέλερς σε όλο τον κόσμο, οι Κινέζοι κάνουν εντυπωσιακότερες ιστορικές ταινίες από τους Αμερικανούς (π.χ. Ήρωας) κλπ. Το ιδεολογικό στοιχείο κλειδί για την κυριαρχία των ΗΠΑ – πολύ περισσότερο από την πολιτική – νομίζω πως είναι η πόπ κουλτούρα. Ελέγχουν μέσω αυτής την φαντασία μας. Δεν πρέπει λοιπόν, να λέμε ότι είμαστε εναντίον της Παγκοσμιοποίησης «προκειμένου να προστατέψουμε την εθνική μας ταυτότητα». Αντίθετα πρέπει να λέμε ότι δεν είναι αρκετά παγκόσμια. Ο Νέγκρι με τον οποίο συχνά διαφωνώ, λέει πως την τελευταία δεκαετία οι ΗΠΑ διέπραξαν ένα πραξικόπημα επάνω της. Να τους αντιταχθούμε στο όνομα της, όχι εναντίον της.

Τι είναι αυτό που δεν λειτουργεί στην Παγκοσμιοποίηση σήμερα;

Πιστεύω οτι οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις επιθυμούν μια περιορισμένη Παγκοσμιοποίηση στη οποία δεν θα μετέχουν κάποιες χώρες ώστε να εκμεταλλεύονται άφοβα τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους. Δείτε τη Βιρμανία. Η επίσημη ιστορία λέει ότι είναι μια απομονωμένη χώρα. Μπούρδες. Είναι απολύτως αποικιοκρατούμενη από την Κίνα. Ο παραδοσιακός καπιταλισμός θέλει ανθρώπους και αγαθά να κινούνται ελεύθερα. Στην εποχή μας τα αγαθά κινούνται όλο και πιο ελεύθερα και οι άνθρωποι όλο και πιο δύσκολα. Το μεγάλο πρόβλημα του παρόντος μοντέλου της παγκοσμιοποίησης είναι ότι υψώνει νέα σύνορα, δημιουργεί νέα απαρτχάιντ. Συνιστά χειρότερη εκμετάλευση για όσους δεν μετέχουν σε αυτήν.

Λέτε ότι ο 19ος ήταν ο αιώνας των μεγάλων επιστημονικών ιδεών και ο 20ος ήταν ο αιώνας που περιμέναμε τα πιο άγρια όνειρα μας να πραγματωθούν. Αυτό τον κάνει αιώνα του πραγματικού. Και πολλοί θα σας πούν τώρα ότι ο 21ος αιώνας πρέπει να είναι εκείνος κατά τον οποίο θα αποκαταστήσουμε ότι χαλάσαμε κατά τον προηγούμενο.

Ο Χομπσμπάουμ ονομάζει τον 20ο αιώνα «Εποχή των άκρων». Η οικολογική καταστροφή είναι μια πλευρά του και η έκρηξη των ιδεών περί δικαιωμάτων και ανθρώπινης αξιοπρέπειας η άλλη. Είναι ο αιώνας που ανύψωσε τα ηθικά μας στάνταρτ. Η μεγάλη πρόκληση είναι να καταφέρουμε να κρατήσουμε τον 21ο αιώνα εξίσου παγκόσμιο με τον προηγούμενο. Να αποφύγουμε τους αποκλεισμούς. Αν δεν επιτύχουμε ένα νέο ταξικό σύστημα θα αναπτυχθεί και θα είναι πιο ισχυρό από όλα όσα γνωρίσαμε ως σήμερα. Στο παλιό θεωρούμασταν τουλάχιστον όλοι πολίτες. Σε αυτό που δημιουργείται τα πράγματα είναι πιο ριζοσπαστικά. Αναδύονται νέες διεθνικές τάξεις που είναι πιο συγγενείς μεταξύ τους από ότι με άλλες τάξεις εντός των χωρών τους. Πάντοτε με σόκαρε πως αυτό που σας λέω τώρα αποτυπώνεται στις γαστρονομικές συνήθειες των τάξεων. Στις ΗΠΑ μπορείς να αναγνωρίσεις αμέσως κάποιον από το φαγητό του. Η υγιεινή διατροφή είναι μια αυστηρά μεσοαστική συνήθεια. Η κατώτερη τάξη τρώει χάμπουργκερ. Φοβάμαι ότι θα ζούμε όλο και περισσότερο σε περίκλειστες, ασφαλείς περιοχές έξω από τα τείχη των οποίων θα γίνεται ότι μπορείτε να φαντασθείτε.

Να έρθουμε στα της οικολογίας. Είπατε στην σκανδαλιστική ομιλία σας ότι χρειαζόμαστε μια οικολογία «Χωρίς την Φύση». Κάνετε μάλιστα κριτική στους οικολόγους και την οικολογία.

Όταν λέω «Χωρίς τη Φύση» εννοώ την εικόνα της, όπως την χτίζουν οι οικολόγοι σήμερα. Η επικρατούσα μορφή της οικολογίας διακηρύσσει ότι έχουμε διαταράξει την φυσική ισορροπία. Πρόκειται για μια ιδέα που έχει θρησκευτική καταγωγή. Θυμίζει εκκοσμικευμένη εκδοχή της Πτώσης. «Υπήρχε κάποιο είδος Φυσικής ισορροπίας αλλά η ανθρωπότητα διέπραξε ύβρη και την κατέστρεψε». Η ιδεολογική διάσταση της Οικολογίας φαίνεται ξεκάθαρα στην ιδέα της ανακύκλωσης. Ανακύκλωση σημαίνει όχι απώλειες. Ολα πρέπει να επαναχρησιμοποιηθούν. Πρόκειται για μια καπιταλιστική οικονομίστικη αντίληψη μας. Η Φύση είναι μια μεγάλη σπατάλη. Αν η σχέση μας με τις οικολογικές καταστροφές ελέγχεται από αυτά τα ιδεολογικά μοντέλα τότε αυτά θα μας επηρεάσουν αρνητικά στο τέλος.

Παρόλο που πληθαίνουν οι φωνες που ζητούν να κινητοποιηθούμε για την σωτηρία του πλανήτη, οι απαντήσεις πολιτικών αλλά και πολιτών είναι αργές με αποτέλεσμα ήδη να θεωρείται η κατάσταση μη αναστρέψιμη. Γιατί πιστεύετε οτι συμβαίνει αυτό;

Πολλές φορές σε αυτές τις φωνές διακρινω μια περίεργη μίξη της οικολογίας με ένα είδος παγανιστικού ανιμισμού –ο οποίος ζητά να επανακαλύψουμε τη Φυσική μας αλήθεια, οτι δηλαδή δεν μπορεί να δρούμε αυθαίρετα αφού είμαστε ζωντανά όντα που έχουν φυτευτεί εδώ κοκ. Αυτό είναι το πρόβλημα - όχι η λύση του. Ακριβώς επειδή έχουμε εμφυτευθεί σε μια συγκεκριμένη μορφή κατανόησης δεν παίρνουμε την οικολογία στα σοβαρά. Διαβάζεις για οικολογική κρίση αλλά όταν βγαίνεις έξω όλα είναι ακόμα στη θέση τους, οπότε επαναπαύεσαι. Μιλάμε για τρύπα του όζοντος. Όσο και να κοιτάξετε στον ουρανό, δεν θα δείτε καμιά τρύπα. Είναι μια καθαρά επιστημονική κατασκευή. Μόνη μας βοήθεια σε αυτό το πρόβλημα μπορει να είναι περισσότερη και περισσότερη επιστήμη. Να ξεφορτωθούμε τις παλιές οργανικές ιδεολογίες και να δεχθούμε δραστικά την αποκοπή μας από την φύση. Είμαι τελείως αντίθετος στην ολιστική αντίληψη των πραγμάτων, την ιδέα της Αγίας φυσικής ισορροπίας. Η φύση είναι χαοτική, τρελή και κάνει πράγματα χωρίς κανένα νόημα. Να απαλλαγούμε από αυτή την νοσταλγία των προηγούμενων κοινωνιών που ζούσαν σε αρμονία μαζί της. Ψέμματα, ήταν όλες μια μεγάλη καταστροφή.

Δίπλα στο Φυσικό περιβάλλον που περνάει κρίση ένα νέο περιβάλλον αναπτύσσεται το οποιο διαμεσολαβεί όλο και πιο καθοριστικά την ανθρώπινη επικοινωνία και εμπειρία αλλά με τρόπο χαοτικό. Λέμε χαριτολωγόντας οτι στο internet κανείς δεν ξέρει αν εισαι σκύλος. Μπορείς να υποδυθείς οτι θέλεις. Δοκιμάζονται πιστεύετε τα όρια της πραγματικότητας;

Πρέπει να αντισταθούμε στην ιδέα ότι ο δυνητικός κόσμος είναι ψεύτικος και μετά επιστρέφουμε στην πραγματικότητα. Είστε σίγουρος πως στην πραγματική ζωή σας δεν εκφράζετε ένα λανθάνοντα χαρακτήρα και φυλάτε τον πραγματικό για τον κυβερνοχώρο; Ας πούμε πως είστε ένας αδύναμος άνδρας, λίγο δειλός κοκ. Για να τονώσετε τον εγωισμό σας παίζετε βίαια βιντεοπαιχνίδια, υιοθετείτε έναν δυνατό χαρακτήρα που σκοτώνει, δέρνει, βιάζει κοκ. Η αναμενόμενη εξήγηση θα ήταν ότι φαντάζεσθε το αντίθετο σας γιατί σας λείπει. Κι αν στην πραγματικότητα είστε ένα σκληρό και αδίστακτο πρόσωπο που μόνο εξαιτίας της αλληλεπίδρασης με τους κοινωνικούς κανόνες, αδυνατεί να εκφραστεί; Που είστε πιο πραγματικός, στο εικονικό η στο φυσικό περιβάλλον; Χρησιμοποιείτε την οθόνη όπου όλα είναι εικονικά για να εκδηλωθείτε με ασφάλεια. Αυτό εννοούσε ο Λακάν όταν έλεγε ότι η αλήθεια έχει την δομή του φαντασιακού. Δεν μπορώ να δεχθώ αυτό το συντηρητικό αντανακλαστικό ότι με το internet παγιδευόμαστε στο σύμπαν της προσομοίωσης. Υπάρχει κάτι πραγματικά απελευθερωτικό στο internet . Ίσως ο κυβερνοχώρος αλλάξει τις πιο βασικές πεποιθήσεις μας για το τι είναι πραγματικό. Είμαστε στο μέσον μιας από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ανθρώπινη ιστορία.

Εντούτοις άνθρωποι συρικνώνουν τόσο πολύ την πραγματικότητα τους στις 17 ίντσες της οθόνης που σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγουν στο νοσοκομείο. Τι ειναι «πραγματικότητα»;

Πραγματικότητα είναι αυτό που πρέπει να χωρέσει στις συγκεκριμένες συντεταγμένες αυτού που είμαστε σε θέση να δεχθούμε ως πραγματικό. Ο Ρίτσαρντ Φέυνμαν είπε για την κβαντική Φυσική ότι μπλοφάρουμε. Εννοούσε ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προτείνουμε εξισώσεις που περιγράφουν πως αλληλεπιδρούν τα σωματίδια. Το να την καταλάβουμε πραγματικά θα σήμαινε να μεταφράσουμε την πραγματικότητα των εξισώσεων της σε απτή αίσθηση. Είναι ενάντια στις αισθήσεις μας. Πως να δεχθείς ότι ένα σωματίδιο μπορεί να είναι ταυτόχρονα σε δυο θέσεις, ότι ο χρόνος μετράει ανάποδα κλπ. Μπορείς με έναν αυθαίρετο τρόπο αλλά όχι να το εγγράψεις ως πραγματικότητα. Επειτα μιλάμε για την βιογενετική και καταδικάζουμε την προοπτική να μπορεί κάποιος να προκαθορίσει το χρώμα των ματιών του παιδιού του κοκ. Ακόμα και ο πιο διαφωτιστικός διανοούμενος ο Χάμπερμας ισχυρίζεται πως πρέπει να σταματήσουμε γιατί αν πάμε πολύ μακριά με την βιογενετική θα υπονομεύσουμε την αίσθηση αυτονομίας και ελευθερίας. Νομίζω πως δεν είναι εύκολο να πάρεις μια τέτοια θέση. Υποθέστε πως είμαι από τη φύση μου τεμπέλης. Ας πούμε ότι παίρνω ένα χάπι που αυξάνει την εργατικότητα ή την μνήμη μου για να πετύχω το στόχο μου, ενώ εσείς κάνετε το ίδιο τίμια – με σκληρή σκληρή εργασία. Αμέσως θα πούμε ότι ο νικητής είστε εσείς γιατί πετύχατε με φυσικό τρόπο. Θα μπορούσα να σας απαντήσω, όμως, ότι πήρα όλα αυτά τα χάπια και ξόδεψα πολύ λιγότερο κόπο από εσάς, επειδή η χρήση χημικών δεν επηρεάζει τη δυνατότητα μου να βελτιώσω τις ψυχολογικές μου ικανότητες. Αν μπορώ να αποδείξω ότι οι πράξεις μου δεν καθορίζονται μόνο από την ελεύθερη βούληση, αλλά και από τη χημεία, τότε ποια είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δυο μεθόδους;

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει. Ποιές θα είναι οι ηθικές συνέπειες από την χρήση όλων αυτών των μεθόδων.

Κάποιοι γενετιστές πιστεύουν ότι σε μερικές δεκαετίες η ανθρωπότητα θα χρειαστεί να αλλάξει δραστικά την αντίληψη της για την υπευθυνότητα. Ίσως αλλάξει η αίσθηση της ελευθερίας που έχουμε, η αντίληψη του εαυτού μας ως ηθικού όντος. Πραγματικά πιστεύω ότι είμαστε στην μέση μιας τεράστιας ηθικής επανάστασης κι αυτό είναι μεγάλη ελπίδα για εμάς τους φιλοσόφους. Μέχρι σήμερα απλώς σχολιάζαμε την πραγματικότητα. Τώρα για πρώτη φορά στην ιστορία τα διλλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε δεν λύνονται με την αυτόματη παραδοσιακή ηθική διαίσθηση μας. Πρέπει όλοι μας να γίνουμε λίγο φιλόσοφοι. Όταν ρωτάς αν είναι επιτρεπτή η χειραγώγηση του DNA μας, για να είσαι σε θέση να δώσεις απάντηση (και όλοι θα κληθούμε) θα πρέπει, πρώτα να έχεις υιοθετήσει και να αντανακλάς μια φιλοσοφική θέση. Τι είναι η ελευθερία μου; Τα γονίδια καθορίζουν την ζωή μου η όχι; Ρωτάω συχνά κληρικούς και θεολόγους: Αν όπως λέτε τα ανθρώπινα όντα έχουν μια αιώνια ψυχή την οποία πρέπει να σεβαστούμε, γιατί φοβάστε τα παιχνίδια που κάνουν οι επιστήμονες στο ανθρώπινο μυαλό. Τους νευρώνες ακουμπάνε όχι την αιώνια ψυχή σας; Σαν να λένε ότι είναι καλύτερη η ψευδαίσθηση της ελευθερίας από την καταστροφή της ψευδαίσθησης. Σαν να φοβούνται την ελευθερία.


Ποιος θα είναι ο ρόλος της ψυχανάλυσης στην εποχή της κυριαρχίας των νευροεπιστημών;

Νομίζω πως είστε πολύ αισιόδοξος. Γνωρίζω πολλούς νευροεπιστήμονες οι οποίοι παραδέχονται ότι όσο περισσότερα μαθαίνουμε, τόσο λιγότερα ξέρουμε. Οι νευρώνες είναι πολύ πιο αλληλεπιδραστικοί και ανοιχτοί στις παρεμβάσεις του περιβάλλοντος από αυτό που λένε «το γονίδιο του καρκίνου», «το γονίδιο της πίστης» κοκ. Οι νευρώνες δεν καθορίζουν τι είμαστε, είναι ανοιχτοί χώροι για έναν εσωτερικό αυτοπροσδιορισμό. Σχεδόν ένα νέο πεδίο ελευθερίας και οχι μια αυτοαναφορική κλειστή δομή. Δέχονται ερεθίσματα από έξω και μετά κινητοποιούνται κοκ.

Να ανασκευάσω. Τι θα κάνει η ψυχανάλυση την εποχή όπου η επιστήμη θα μπορεί να καταλάβει και να προβλέψει σχεδόν τα πάντα.

Τα συμπτώματα, οι παθολογικές αντιδράσεις, ενάντια στην ιδεολογία που περιγράφετε θα είναι περισσότερα από ποτέ. Το πρώτο πρόβλημα θα είναι πως να εσωτερικεύσουμε όλες αυτές τις αλλαγές. Θα μπορέσουμε να δεχθούμε ότι είμαστε απλώς μηχανισμοί χωρίς μεγάλη προσωπική ευθύνη; Η θα ζήσουμε με αυτό το διχασμό; Πολλοί πιστεύουν ότι η καθημερινή εμπειρία και η επιστημονική γνώση θα είναι πιο απομακρυσμένες από ποτέ. Σαν επιστήμονας θα γνωρίζεις, πράγματα που σαν πολίτης δεν θα καταλαβαίνεις. Η κρίση θα είναι βαθιά και η ψυχανάλυση απαραίτητη.

Εντυπωσιάστηκα κατά τη διάρκεια της ομιλίας σας, όταν επιχειρήσατε μια ανάλυση του Χριστιανισμού καταλήγωντας να του αναγνωρίσετε ένα ρολο και σήμερα ακόμα. Πιστεύετε στο Θεό;

Θεέ μου, φυσικά όχι. Ο Θεός είναι ηλίθιος. Τι γνωρίζει για τον εαυτό του; Από καιρού εις καιρόν ενσαρκώνεται, τα πράγματα πάνε άσχημα, αποσύρεται και υπόσχεται να ξαναστείλει ένα μεσσία σε 1000 χρόνια. Το Αγιο πνεύμα είναι τα πνευματικά όρια της κοινότητας των πιστών. Σύμφωνα με μια γνωστική θεωρία η θυσία του Χριστού συνιστά την Θεϊκή απολογία του ενώπιον μας γιατί τα έκανε σκατά με τον κόσμο. Εάν προσχωρείτε σε αυτή την Καθολική νομικίστικη αντίληψη οτι η δικαιοσύνη είναι κάτι πάνω και από τον Θεό, τότε είστε ένας τυπικός Παγανιστής. Γιατί έπρεπε να πεθάνει ο Χριστός με αυτό τον τρόπο στο σταυρό; Να πληρώσει το τίμημα της αμαρτίας μας, σε ποιόν; Ο μόνος τρόπος να διαβάσεις το γεγονός, είναι να ξεχάσεις αυτές τις νομικίστικες βλακείες περί χρέους και αμαρτίας. Για τον Χέγκελ στον σταυρό πεθαίνει ο ίδιος ο Θεός. Ο χριστιανισμός σαν συμβολική δομή έχει κάτι σημαντικό να μας πει. Σαν αριστερός κομμουνιστής μπαίνω στον πειρασμό να πω ότι η μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση σήμερα διεξάγεται ανάμεσα στους νεογνωστικούς παγανιστές και τους χριστιανούς. Η κυρίαρχη ιδεολογία του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι ένα είδος νέο-γνωστικής πνευματικότητας. Όσο περισσότερο διαβάζω καλούς χριστιανούς θεολόγους τόσο συμφωνώ με τον Λακάν που λέει ότι οι αυτοί είναι οι μόνοι πραγματικοί υλιστές στις μέρες μας. Θα βρείτε εκπληκτικές ιδέες στα βιβλία τους. Παράδειγμα: Τι σημαίνει η έκφραση «ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί»; Ότι ακόμα και ο ίδιος ο Θεός αμφέβαλε για ένα λεπτό. Ότι για ένα λεπτό έγινε και αυτός ακόμα ένας άπιστος. Και στον κήπο της Βηθεσδά ο Χριστός προσεύχεται. Μόνο στο Χριστιανισμό συμβαίνει ο Θεός ο ίδιος να προσεύχεται. Ο χριστιανισμός είναι η μοναδική πραγματικά αθεϊστική θρησκεία

Για να δεχθούμε την πραγματικότητα πρέπει να δεχθούμε τις απάτες της φαντασίας

Πρέπει να δεχθούμε την ψυχανάλυση. Θα ήταν συντηρητικός σκεπτικισμός να πώ ότι ξέρουμε πως όλα είναι μόνο φαντασία αλλά πρέπει να παίξουμε το παιχνίδι και να αποσυρθούμε στην ψευδαίσθηση. Πιστεύω ότι είναι δύσκολο αλλά μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια.

Πως σας φάνηκε η Αθήνα;

Μου αρέσουν οι πόλεις που δεν είναι καλοσχεδιασμένες, που δεν είναι επίπεδες και στις οποίες επικρατεί σύγχυση. Βρισκόμαστε στην μέση μιας φτωχής γειτονιάς με μετανάστες και κινεζικά καταστήματα, ενω τρία λεπτά πιο πάνω βρίσκονται περιοχές της ανώτερης τάξης (Κολωνάκι). Μου αρέσουν οι μίξεις (καινούργια κτίρια μαζί με παλιά) και μου αρέσουν συγκεκριμένες εκλεκτικές συγχύσεις των στυλ. Με αυτή την έννοια την βρίσκω εξαιρετικά ελκυστική. Οι πόλεις που μισώ είναι εκείνες των οποίων το κέντρο έχει παρθεί από τα γραφεία των εταιριών. Είναι νεκρές. Αυτή είναι η τυπική μοίρα πολλών Αμερικανικών πόλεων. Η ζωή μετακομίζει σε προαστιακά εμπορικά κέντρα που είναι και αυτά νεκρά με τον δικό τους τρόπο. Και τότε η μόνη πραγματικά ζωντανή περιοχή (ορίζω το ζωντανή πολύ απλά, όπως εδώ που περπατάς και βρίσκεις ανοικτά καφέ, βιβλιοπωλεία, σινεμά, ζωή) βρίσκεται συνήθως σε κάποια Πανεπιστημιούπολη. Εδώ δεν τα πάτε άσχημα. Μου αρέσει ακόμα ότι είναι μια πολύ στριμωγμένη πόλη στην οποία φαίνεται να μπορείς να επιβιώσεις χωρίς αυτοκίνητο. Τα μισώ.

Είναι αδύνατο να επιβιώσεις χωρίς αυτοκίνητο

Σοβαρά μιλάτε; Εγώ είμαι υπέρ των δραστικών λύσεων σε αυτά τα ζητήματα. Γιατί δεν κλείνετε το κέντρο; Εδώ χρειάζεται η παλιά καλή σοσιαλιστική συνταγή. Ενα μεγάλο πρόγραμμα δημόσιων συγκοινωνιών, αλλά εννοώ ένα πραγματικά μεγάλο πρόγραμμα.


Συνέντευξη Alain Badiou



Αναδημοσιεύω για σήμερα συνέντευξη του για μένα--και για αρκετούς άλλους--σημαντικότερου εν ζωή φιλοσόφου. Από το blog Στην Eποχή του Χάους. Η συνέντευξη δόθηκε στον Δ. Βεργέτη.

Αλέν Μπαντιού, ο φιλόσοφος του συμβάντος

Αλέν Μπαντιού, ο φιλόσοφος του συμβάντος
Κορυφαία μορφή της σύγχρονης σκέψης, επανεξετάζει τη σημαντικότερη ανακάλυψη του αρχαιοελληνικού λόγου: το ερώτημα του Είναι

Του Δημητρι Βεργετη

Κορυφαία μορφή της σύγχρονης φιλοσοφίας, μαθηματικός, πολιτικός στοχαστής στρατευμένος στην πολιτική δράση, θεατρικός συγγραφέας, ο Αλέν Μπαντιού αποτελεί ένα μείζον σημείο αναφοράς της σύγχρονης σκέψης. Ο κεντρικός, φιλοσοφικός πυρήνας της σκέψης του, όπως έχει αποτυπωθεί στα τρία κορυφαία βιβλία του, είναι ουσιαστικά άγνωστος στην Ελλάδα. Ευτυχώς δεν είναι παντού ο κανόνας. Το πολύπλευρο έργο του έχει τεράστια απήχηση τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Λατινική Αμερική, όπου τα πολιτικά κινήματα αποδείχτηκαν ευαίσθητοι δέκτες του, ενώ παράλληλα μπορεί κανείς να καταγράψει μια πυκνή διαδοχή συνεδρίων αφιερωμένων στη μελέτη του στα πανεπιστήμια της Β. Αμερικής. Τι εξηγεί άραγε τον πυρετό που αναπτύσσεται γύρω από αυτό το φωτεινό αντικείμενο του φιλοσοφικού και πολιτικού πόθου;

Το βιβλίο του «Είναι και Συμβάν», που κυκλοφόρησε το 1988, θεωρήθηκε σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας. Θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στο «Είναι ο Χρόνος» του Χάιντεγγερ για να εντοπίσει ένα τόσο ρηξικέλευθο και σύνθετο φιλοσοφικό εγχείρημα. Στις περίτεχνες και καινοφανείς αναπτύξεις που αποθησαυρίστηκαν στις σελίδες του, ο Μπαντιού επανεξετάζει τη σημαντικότερη ανακάλυψη του δυτικού λόγου, δηλαδή της αρχαιοελληνικής σκέψης: το ερώτημα του Είναι.

Η έκδοσή του καταγράφηκε, από μαθητές και αντιπάλους, ως σεισμική μετατόπιση των τεκτονικών πλακών της μεταφυσικής. Για ποιο λόγο; Ξεκινώντας από το Παρμενίδιο σκίρτημα της φιλοσοφίας, ξαναδιαβάζοντας με εμπνευσμένη διεισδυτικότητα την πλατωνική της θέσμιση και διατρέχοντας όλο το τόξο της δυτικής φιλοσοφίας, ο Μπαντιού αποδεικνύει ότι το οντολογικό ερώτημα εμπίπτει εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία των μαθηματικών. Η ρηξικέλευθη αυτή θέση υφαρπάζει από τη φιλοσοφία το αντικείμενο γύρω από το οποίο είχε συγκροτηθεί ως μεταφυσική και αναμφίβολα δίνει τη χαριστική βολή στην οντολογία του Χάιντεγγερ, που ο ακατάβλητος Ντερριντά υπέβαλλε σε ατέρμονη αποδόμηση. Καλούμαστε εδώ να σημειώσουμε προσεχτικά ένα λεπτό αλλά κυριολεκτικά θεμελιώδες σημείο που ναρκοθετεί την πρόσληψη του έργου του. Οταν ο Μπαντιού αποφαίνεται ότι τα μαθηματικά αποτελούν την καθ’ ύλην επιστήμη του Είναι, η θέση αυτή ουδόλως εξυπακούει ότι ο κόσμος και το πραγματικό είναι δομημένοι ως μαθηματικές οντότητες και στοιχειοθετημένοι από τη συνδυαστική μαθηματικών αντικειμένων. Εξυπακούει κάτι ριζικά διαφορετικό, που συχνά παραγνωρίζεται. Πρόκειται για μια θέση που αφορά όχι τον κόσμο αλλά τον λόγο και συγκεκριμένα την παρουσίαση του μεν από τον δε.

Βαθιά προσηλωμένη στην παράδοση του ρασιοναλισμού, η σκέψη του Μπαντιού αντιτίθεται σε κάθε μορφή μυστικιστικής ή μυσταγωγικής προσπέλασης στο Είναι. Γι’ αυτό άλλωστε τονίζει την ιστορικότητα των μαθηματικών. Υπό τις συνέπειες της ρήξης των τεκτονικών πλακών της φιλοσοφίας και της οντολογίας πώς οριοθετείται πλέον η επικράτεια του φιλοσοφικού λόγου;

«Διαδικασίες αλήθειας»

Περί τίνος μιλάει η φιλοσοφία εφόσον δεν πολιτογραφεί στο λόγο της το ερώτημα του Είναι; Η απάντηση του Μπαντιού είναι εξ ίσου καινοφανής. Για να γίνει αντιληπτή πρέπει να λάβουμε υπόψη θα έχει ως άξονα την απόρριψη των αξιώσεων αυθυπαρξίας της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία εγγράφεται σ’ ένα καθεστώς εξάρτησης που συνδιαμορφώνουν τέσσερις ετερογενείς και αυτόνομες συνθήκες: η επιστήμη, η τέχνη, ο έρωτας και η πολιτική. Οι συνθήκες αυτές, που επικαθορίζουν τη φιλοσοφία, χαρακτηρίζονται ως «διαδικασίες αλήθειας», για λόγους που δεν είναι εύκολο να αναλυθούν εδώ. Συνάγεται όμως εύκολα ότι η ίδια η φιλοσοφία δεν παράγει αλήθειες. Δεν οριοθετείται ως πεδίο παραγωγής και πρωτογενούς διατύπωσης αληθειών. Γίνεται κατανοητό γιατί ο Μπαντιού διατηρεί ανοιχτό μέτωπο απέναντι στον σχετικισμό, τον ιστορικισμό το σκεπτικισμό, τον συγκρητισμό… Γιατί δεν συμμερίζεται τον νιτσεϊκό οίστρο του Φουκώ που διακήρυσσε ότι δεν υπάρχουν αλήθειες, αλλά επινοημένα συστήματα αξιών, ότι δεν υπάρχουν γεγονότα αλλά ερμηνείες. Γιατί κρατά απόσταση ασφαλείας από τις νιτσεϊκές ερωτοτροπίες του Ντερριντά που στιγμάτιζε την αλήθεια ως «το κατ’ εξοχήν φετίχ» του δυτικού λόγου.

Γιατί αντιτίθεται επίσης στον μετανιτσεϊκό αντιπλατωνισμό και στη σοφιστική των γλωσσικών παιγνίων που η αγγλοσαξονική παράδοση κληρονόμησε από τον δεύτερο Βιτγγενστάιν. Αποστασιοποιούμενος από μια εμπεδωμένη φιλοσοφική παράδοση και ονειδίζοντας την πρόσφατη ψυχολογία των συναισθημάτων συνομολογεί με τον Λακάν ότι ο έρωτας δεν είναι αυταπάτη ή σεξουαλικός κνησμός, αλλά μια εμπειρία όπου εμφιλοχωρεί μια ορισμένη αλήθεια για την έμφυλη διαφορά, όπως αυτή βιώνεται από τα εμπλεκόμενα υποκείμενα – πέρα από σεξολογικά στερεότυπα περί ετερο-ομο-φυλοφιλίας. Γίνεται σαφές ότι ο Μπαντιού μαζί με τον Λακάν συνθέτουν το πιο σθεναρό ανάχωμα στο παλιρροϊκό μάγμα της μετανεωτερικότητας που κατακλύζει τη δυτική σκέψη. Η αλήθεια και το πραγματικό δεν αποτελούν αντικείμενο της ερμηνευτικής.

«Yπάρχει ένας μόνο κόσμος»

— Υποστηρίζετε τη θέση ότι υπάρχει ένας μόνο κόσμος. Θα ήθελα να σας θέσω δύο συναφή ερωτήματα:

1. Κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου το κεφάλαιο καταργεί τα σύνορα και ομογενοποιεί τον κόσμο, ενάντια σε ποιον και σε τι επιβεβαιώνετε αυτή τη θέση;

2. Δεν υπάρχει παρά ένας μόνο κόσμος: πρόκειται για μια διαπίστωση ή πρέπει να διακρίνουμε τον απόηχο ενός επιτελεστικού στοιχείου;

— Η καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» αφορά τα κεφάλαια, τα εμπορεύματα, την αγγαρεύσιμη εργασιακή δύναμη, αλλά απολύτως όχι τις ζωντανές γυναίκες και τους ζωντανούς άντρες, τους κατοίκους του πλανήτη. Κάθε άλλο! Ανεγείρονται παντού τείχη, ηλεκτροφόρα φράγματα, πληθαίνουν οι αστυνομικοί έλεγχοι και οι απελάσεις, στέλνουν το πολεμικό ναυτικό να κάνει περιπολίες. Στο ίδιο το εσωτερικό των λεγόμενων «αναπτυγμένων» χωρών βλέπουμε να εγκαθιδρύεται μια αυστηρή εδαφική, σχολική, κοινωνική διαίρεση ανάμεσα σε αυτούς που επωφελούνται της κατάστασης και στη μάζα των φτωχών εργαζομένων και ανέργων. Γι’ αυτό, η διαβεβαίωση ότι «υπάρχει ένας μόνο κόσμος», ότι δηλαδή κάθε ζωντανός άντρας ή ζωντανή γυναίκα βρίσκεται στον ίδιο κόσμο με εμένα, συνιστά μια θέση επιτακτική, μαχητική, απολύτως αντίθετη στην κίβδηλη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Αυτό το κέλευσμα είναι ουσιώδες. Μόνον αυτό μπορεί να εμποδίσει την ερήμωση του κόσμου από ακατάπαυστους πολέμους.

— Οπως συνηθίζεται στην επιχειρηματολογία σας, αυτή η θέση δεν παραπέμπει στην πολιτική ρητορική αλλά εδράζεται σε μια θεμελιώδη έννοια του στοχασμού σας. Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζετε υπερβατολογικό στοιχείο ενός κόσμου. Πώς εμπλέκεται αυτό στη θέση σας και από ποια άποψη την εδραιώνει;

— Ενας κόσμος ορίζεται, στο πλαίσιο της φιλοσοφίας μου, με βάση ένα είδος εσωτερικής λογικής, μια διάταξη εντάσεων ύπαρξης για τις οποίες είναι ικανά τα αντικείμενα του κόσμου ή, αν προτιμάτε, οι κάτοικοι του κόσμου. Ονομάζω αυτήν τη λογική «υπερβατολογικό» στοιχείο του κόσμου. Στον υποτιθέμενο «κόσμο» του μαινόμενου καπιταλισμού, το υπερβατολογικό στοιχείο συνεπάγεται ότι ορισμένοι άνθρωποι, οι πλουσιότεροι, που πολλές φορές είναι κάτοικοι των αναπτυγμένων και «δημοκρατικών» χωρών», υπάρχουν «καλύτερα» από τον όχλο των υπολοίπων, που έχουν σχεδόν μηδενική αξία. Στο υπερβατολογικό στοιχείο του κόσμου, του οποίου την ενότητα επιβεβαιώνω, όλες οι υπάρξεις μετράνε, σε όλους πρέπει να αναγνωρίζεται η ίδια ένταση ύπαρξης. Γι’ αυτό εξάλλου το μεγάλο σημερινό ερώτημα δεν είναι η ελευθερία, αλλά η ισότητα.

Πετέν και Σαρκοζί

— Σε ό,τι αφορά την ανάλυση της πολιτικής κατάστασης της Γαλλίας, υποστηρίζετε ότι αυτή δομείται με βάση το υπερβατολογικό στοιχείο του «πετενισμού». Θα θέλατε να συνοψίσετε τα βασικά του γνωρίσματα;

— Κατ’ αρχάς, το να παρουσιάζεται ως «επανάσταση», ως «ρήξη», κάτι που δεν είναι παρά η υποταγή στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων και η δουλοπρέπεια απέναντι στους πιο ισχυρούς. Εν συνεχεία, το να κατονομάζεται μια μειοψηφία ανθρώπων, συχνά ξένης καταγωγής, ως άνθρωποι προς επιτήρηση, προς έλεγχο και προς απόρριψη. Εν συνεχεία, το να λέγεται ότι ένα ολέθριο συμβάν, που είναι πάντα ένα λαϊκό συμβάν, είναι η αιτία για όλα τα δεινά μας. Τέλος, το να θεωρείται ότι η διαίρεση ανάμεσα σε μια πλούσια ελίτ και σε μια μάζα αποπτωχευμένων εργαζομένων είναι ένας νόμος της φύσης. Για τον Πετέν, η «εθνική επανάσταση» σήμαινε να μείνεις με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στους Γερμανούς. Για τον Σαρκοζί, η «ρήξη» σημαίνει να υποταχτείς στην παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και στους Αμερικανούς καθοδηγητές της. Για τον Πετέν, οι Εβραίοι και οι «μέτοικοι» ήταν η αιτία για όλα τα δεινά μας. Για τον Σαρκοζί, πρέπει να απελαθούν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, κυρίως αφρικανικής καταγωγής. Για τον Πετέν, το Λαϊκό Μέτωπο ήταν η αρχή για την παρακμή της Γαλλίας. Για τον Σαρκοζί, ο Μάης του ’68. Για τον Πετέν, έπρεπε να υπάρχει «αρμονία» ανάμεσα στα βαθύπλουτα αφεντικά και τους φίλεργους και ταλαίπωρους εργάτες. Για τον Σαρκοζί, οι πλούσιοι δεν πρέπει να πληρώνουν φόρους και οι φτωχοί πρέπει να δουλεύουν περισσότερο. Ο Σαρκοζί τοποθετείται επομένως στο υπερβατολογικό στοιχείο του πετενισμού.

— «Η αριστερά είναι ένα πτώμα που έχει πέσει ανάσκελα και βρωμάει». Η διάγνωση του Σαρτρ ισχύει για την κατάσταση της ευρωπαϊκής Αριστεράς και κυρίως της γαλλικής;

— Η Αριστερά είναι παντού νεκρή. Πρέπει να επανεπινοήσουμε εξ ολοκλήρου την χειραφετητική πολιτική και να μην ασχολούμαστε άλλο μ’ αυτήν την Αριστερά.

«Να επιτεθούμε στο αδύνατο»

— Η Αριστερά είναι σε κατάσταση κατάρρευσης και πλήρους αποπροσανατολισμού, ενώ ο αντιδραστικός προσανατολισμός του «πετενισμού» είναι πάλι της μόδας. Αυτή η διαπίστωση προκαλεί κατάθλιψη. Οχι απλώς δεν επιδοκιμάζετε την παραίτηση, αλλά μας καλείτε να ακολουθήσουμε ένα λακανικό κανόνα: να ανυψώσουμε την αδυναμία στο αδύνατο. Από ποια άποψη μπορεί αυτός ο κανόνας να αναπροσανατολίσει κατά τη γνώμη σας την πολιτική δράση;

— Η Δεξιά και η Αριστερά εκφέρουν τον ίδιο λόγο: δεν μπορούμε να κάνουμε παρά αυτό που είναι δυνατό στον σύγχρονο κόσμο, στον κόσμο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι στο καθεστώς του εφικτού, η χειραφετητική πολιτική είναι ολοκληρωτικά αδύναμη. Ε λοιπόν, αυτό αποδεικνύει ότι πρέπει να επιτεθούμε στο αδύνατο. Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει: να αλλάξουμε υπερβατολογικό στοιχείο, συνεπώς να αλλάξουμε κόσμο στο εσωτερικό του ίδιου του κόσμου. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να ορίσουμε τι είναι εφικτό και να μη δεχτούμε ποτέ να αποφασίζει γι’ αυτό το θέμα ο εχθρός. Μια επανάσταση σημαίνει πάντα την έλευση αυτού που οι κυρίαρχοι θεωρούν αδύνατο και αδιανόητο. Πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή: αυτό που πρέπει να κηρυχθεί αδύνατο είναι το να συνεχίσει ο καπιταλισμός να αφανίζει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και να καθιστά τη σκέψη τιποτένια και μη γενόμενη. Ονομάζω αυτήν την αρχή «κομμουνιστική υπόθεση». Πρέπει να την αναδεχτούμε, χωρίς να φοβόμαστε εκείνους που θα επικαλούνται το αδύνατο. Θα αντλήσουμε καθ’ ολοκληρίαν τις συνέπειες αυτής της υπόθεσης.



Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

Midlife Crisis? No, thanks!


Σύμφωνα με την στατιστική, λιγότεροι από 10% των ενηλίκων διέρχονται την λεγόμενη "κρίση της μέσης ηλικίας." Από την άλλη, η κρίση αυτή δεν φαίνεται να έχει καν συγκεκριμένα "συμπτώματα", μιας και εκδηλώνεται, αν μπορεί έστω καταχρηστικά να χρησιμοποιηθεί ο όρος, με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά άτομα. Τρίτον, απουσιάζει διαπιστωμένα σαν "σύμπτωμα" από πολλές κουλτούρες στον κόσμο και δείχνει να ενδημεί στις δυτικές χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.

Κι όμως, ο όρος παραμένει ευρύτατα διαδεδομένος στην περιρρέουσα κουλτούρα του ύστερου καπιταλισμού, έχοντας γίνει κοινωνιολογικό κλισέ εφάμιλλο με το περίφημο "χάσμα των γενεών". Η ευρεία κυκλοφορία του βέβαια δεν έχει να κάνει με την διαγνωστική του αξία, που είναι μηδαμινή από επιστημονική σκοπιά. Έχει να κάνει με την ιδεολογική του λειτουργικότητα. Τι είναι η "κρίση της μέσης ηλικίας" παρά ένα άλλο όνομα για την ανομολόγητη υποψία του υποκειμένου του ύστερου καπιταλισμού ότι η ζωή που εξασφάλισε για τον εαυτό του δεν είναι αυτή που επιθυμεί; Αυτό που κωδικοποιείται από τη φράση δεν είναι άλλο από την κρίση νοήματος που διακατέχει την συλλογική ύπαρξη εν μέσω εγκλωβισμού στο υποτιθέμενο "τέλος της ιστορίας", η ελαφρώς σκοτεινή διάσταση της νεοφελιλεύθερης Ουτοπίας.

Από την άλλη, η φράση οριοθετεί ταυτόχρονα και την μοναδική κοινωνικά αποδεκτή (και συχνά, αρκούντως καταναλωτική) μορφή απόδρασης από όλα όσα η πολιτική οικονομία συνεχίζει σε ένα επίπεδο να απαιτεί με όλο και μικρότερα πρακτικά ανταλλάγματα: την έλλογη οργάνωση του χρόνου, την εκλογίκευση των σχέσεων, την αυτοπειθαρχία, την εσωτερίκευση του κοινωνικού υπερεγώ, κλπ. Η "κρίση της μέσης ηλικίας" απορροφά στη σφαίρα της ατομικής "ψυχολογίας" ό,τι απέμεινε από την διάθεση για αντίσταση στην πραγματικότητα κάτω από τις παραμορφωτικές συνθήκες του τέλους των επαναστάσεων από το 60 και μετά. Όχι τυχαία, ως "ασθένεια" είναι σχεδόν ταυτόσημη με τη γήρανση της γενιάς που έζησε αυτό το τέλος, μη βρίσκοντας άλλο τρόπο αντίδρασης στην έκλειψη της δυνατότητας του συμβάντος (βλ. Badiou) από υστερικές στροφές σε φετιχιστικά χόμπι, θρησκευτικές και παραθρησκευτικές αναζητήσεις, σεξουαλικές ψευδο-παραβατικότητες, και ψυχαναγκαστικές μετακινήσεις σε προάστια, τουριστικά θέρετρα, ή εξοχές.

Στην επική αστική συνείδηση του χθες ότι μια ζωή δεν είναι αρκετή--"είσαι όμορφη, μείνε λίγο ακόμα" κατά τον Φάουστ του Γκαίτε--ο σημερινός αστικός μηδενισμός αντιπαραβάλλει μια ζωή που αυτοτεμαχίζεται με ψευδο-βιολογικές και ψευδο-ψυχικές κρίσεις, επειδή διαισθάνεται, μέσα στην αφόρητη ανία της, ότι είναι ήδη υπερβολικά μεγάλη. Η μόνη απάντηση στην ιδεολογική απάτη της "κρίσης της μέσης ηλικίας" είναι η σθεναρή διεκδίκηση της διαρκούς κρίσης, μιας συνεχώς μετατοπίσιμης, μεταλλάξιμης και μεταστάσιμης ανισορροπίας που απορρυθμίζει τα γρανάζια της κοινωνικής μηχανής.



Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Social Media


Η πρώτη αναδημοσίευση στο blog, από το blackout:

Social Media
Μυθοπλασία – Συμμετενεργοποίηση - Επισφάλεια
από χάρης
Δεν είναι τα κυρίαρχα εμπορικά media, δεν είναι αυτόνομα ή εναλλακτικά media όπως το indymedia, δεν έχουν να κάνουν με τις γνωστές μορφές αντιπληροφόρησης, έντυπα – αφίσες - συνθήματα σε τοίχους. Πρόκειται για διαδραστικές αντάρτικες μορφές κοινωνικής συμμετοχής, ονομάζονται Κοινωνικά Μέσα - Social Media και στόχο έχουν να αναταράξουν το πολιτικό τοπίο της νέας χιλιετίας…

Πρόκειται για το πέρασμα από τους αγώνες του no logo, του πολιτισμικού αυτοσχεδιασμού - culture jamming και τις αντιδιαφημίσεις - μεταστροφές «subvertisment» της δεκαετίας του ‘90 και της εποχής της αντιπαγκοσμιοποίησης στα διαδραστικά social media. Χαρακτηριστικά παραδείγματα S.M. αποτελούν το πολυμορφικό project Luther Blisset, τα α-διαφανή μυθιστορήματα των Wu Ming, η περσινή ταινία «United We Stand, Europe Has Α Mission» και τα «fake project» των 0100101110101101, ο επισφαλής San Precario, η μυστηριώδης Serpica Naro και οι ποικίλοι super ήρωες των ανίκητων – «imbattibili» του δικτύου των πρεκάριων στην Ιταλία, το net parade της ευρωπρωτομαγιάς. Είναι επίσης οι αόρατες Spider Mum, Santa Guevara και Multi flex, του δικτύου των Überflüssigen - υπερ-ευέλικτων ή αλλιώς Ρομπέν των Πόλεων στην Γερμανία, η υπέροχη φιγούρα της κλεπτομανούς Winona Ryder που προσκαλεί σε τάνγκο απαλλοτρίωσης στα ισπανικά super market από τους Yomango και πολλά άλλα.

Προϊστορία
Για να αναζητήσουμε τις ρίζες των Social Media θα πρέπει να καταδυθούμε στις πολυσχιδείς μη ιστοριοποιημένες διαδρομές της μεταστροφής και του πολιτισμικού αυτοσχεδιασμού, πράγμα που είναι σχεδόν αδύνατο καθώς η ίδια η πρακτική τους είναι ενας συνδυασμός Graffiti, μοντέρνας τέχνης, πανκ φιλοσοφίας και παμπάλαιας φάρσας.

Σίγουρα όμως αφετηριακά στοιχεία των S.M. βρίσκουμε στα ντανταϊστικά και σουρεαλιστικά παιχνίδια των αρχών του περασμένου αιώνα, στα κινήματα της avant garde και στους καταστασιακούς. Επίσης στα συλλογικά ψευδώνυμα ποιητών και καλλιτεχνών, στα κινήματα λογοκλοπής - plagiarism, στους Fluxus, στα καλλιτεχνικά ταχυδρομικά -mail art- δίκτυα και στους pranksters. Οι πρώτοι που κήρυξαν την δύναμη μιας απλής υπεξαίρεσης, που ορίζεται ως μια εικόνα, ένα μήνυμα ή ένα τεχνούργημα που αποσπάται από το περιβάλλον του για να δημιουργήσει ένα καινούργιο νόημα ήταν οι καταστασιακοί τη δεκαετία του 50’.

Ιδιαίτερη επιρροή στην σύλληψη της ιδέας των S.M. άσκησε το κίνημα των καναδών postpunk νεοϊστών – Neoism, οι οποίοι από τη δεκαετία του ‘80 εμπνεύστηκαν την ιδέα της ανοιχτής σε όλους pop φιγούρας – open pop star, καθώς επίσης και την ιδέα της μυθολογικής περσόνας με τις πολλαπλές οντότητες που μπορούσε ο καθένας να υιοθετήσει, όπως ήταν ο Monty Cantsin και την αντιπατριαρχική trans περσόνα Karen Eliot. Μέσα από τις ομάδες των νεοϊστών ξεπήδησε το 1994 στην Ιταλία το Luther Blissett Project.

Παράλληλα τη δεκαετία του ‘80 αλλά και του ‘90 έχουμε την έκρηξη του Graffiti, του Haking, του Cyberpunk, της Video Art, της Net Art, του Μedia Αrt Αctivism, του Cyber Αctivism των “fake” projects. Όλες οι παραπάνω μορφές πολιτικού και πολιτισμικού αυτοσχεδιασμού εμπλούτισαν την ανταγωνιστική εργαλειοθήκη με ευφάνταστες στρατηγικές ηλεκτρονικής και οπτικοακουστικής ανυπακοής, με στόχο την υπονόμευση του κυρίαρχου μηχανισμού που παράγει, διανέμει, ελέγχει και φιλτράρει την πληροφόρηση και το “life style”.

Προς το τέλος της δεκαετίας του ‘90 παρατηρείται μια σύγκλιση των παραπάνω μορφών έκφρασης σε no logo αγώνες. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία των παραπάνω μορφών πολιτικού και πολιτιστικού ακτιβισμού, ιδίως μέσα από το internet, θεωρείται η διοργάνωση της διαδήλωσης στο Seattle, το 1999 ενάντια στην σύνοδο του Π.Ο.Ε. και η μετέπειτα ανάδυση των παγκόσμιων ραντεβού. Ωστόσο σύντομα φάνηκαν τα όρια της no logo αντιπαράθεσης και τα αδιέξοδα της συγκεντρωτικής μιλιταριστικής σύγκρουσης στους τόπους συνάντησης των πλανητικών αφεντικών. Τα τελευταία χρόνια λοιπόν επιχειρείται το ξεπέρασμα της στείρας μεταστροφής και αντιδιαφήμησης με τη μορφή της μονοθεματικής καμπάνιας προς πιο συνολικές εκφράσεις που να αφορούν πρωτίστως το πεδίο της καθημερινότητας. Με το πέρασμα λοιπόν στη νέα χιλιετία εμφανίζονται στην Ευρώπη κυρίως μέσα απο τους αγώνες των επισφαλών εργαζομένων τα ολοκληρωμένα διαεπικοινωνιακά project τα οποία αποκτούν την ονομασία Social Media.

Χαρακτηριστικά των Social Media
Μυθοπλασία
Βασικό χαρακτηριστικό των Social Media είναι ότι πλάθουν ένα μύθο ή καλύτερα ένα έπος γύρω από μια εύκολα κοινά αναγνωρίσιμη φιγούρα. Το έπος της συγκεκριμένης φιγούρας εξιστορείται και αναπαριστάται την ίδια στιγμή, ή αναπαριστάται καθώς εξιστορείται. Πρόκειται για τη διαδικασία της «μυθοπλασίας». Το εργαστήριο αφηγηματικού ανταρτοπόλεμου Wu Ming - διάδοχοι του Luther Blissett, ορίζει την μυθοπλασία ως «την κοινωνική διεργασία της κατασκευής μύθων, χωρίς να εννοούμε “ψεύτικες ιστορίες”, αλλά ιστορίες κοινές που λέγονται, επαναλαμβάνονται και χρησιμοποιούνται από μία τεράστια και πολυσχιδή κοινότητα, ιστορίες που ίσως δίνουν υπόσταση σε ένα είδος ιεροτελεστίας, μία αίσθηση συνέχειας μεταξύ αυτού που κάνουμε και αυτού που έκαναν άλλοι άνθρωποι στο παρελθόν(…) Οι επαναστάσεις και τα κινήματα πάντα βρίσκουν και αφηγούνται τους δικούς τους μύθους. Μάλιστα ο πλούτος ενός κινήματος εκφράζεται από την ικανότητά του να εμφανίζεται σαν μια πληθώρα ανθρώπων που περιγράφουν τους εαυτούς τους με μια αδιάκοπη, ζωντανή ροή ιστοριών, χρησιμοποιώντας αυτές τις ιστορίες σαν όπλα ώστε να συνθέσουν ένα νέο φαντασιακό ξεκινώντας από τη βάση. Όταν μιλάμε για “μύθους”, εννοούμε ιστορίες που είναι απτές, φτιαγμένες από αίμα, σάρκα και σκατά. (…)

Οι μύθοι είναι απαραίτητοι. Δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί χωρίς να έχουμε ιστορίες για να πούμε ο ένας στον άλλο και να ακούσουμε, χωρίς «ήρωες» των οποίων το παράδειγμα μπορούμε να ακολουθήσουμε ή να απορρίψουμε. Η γλώσσα μας, οι μνήμες μας, η φαντασία μας και η ανάγκη μας να δημιουργούμε κοινότητες είναι τα πράγματα που μας κάνουν να είμαστε ανθρώπινα όντα, και οι ιστορίες είναι που τα κρατούν, που τα συνέχουν όλα αυτά από κοινού. Τα S.M. με τη λειτουργία της μυθοποίησης και της αφήγησης ιστοριών (μυθιστοριοποίηση) συμβάλουν στην κατασκευή του κοινού σώματος.»

Πολλαπλές Ταυτότητες και Κοινό Σώμα
Τα S.M. συμβάλλουν στην κατασκευή του κοινού σώματος, καθώς η φιγούρα που πρωταγωνιστεί στο project έχει το χαρακτήρα της πολλαπλής οντότητας. Ο καθένας ενθαρρύνεται να την υιοθετήσει, να την εμπλουτίσει με μορφολογικά στοιχεία και να την επαναδιαδώσει. Με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται ένα κοινό φαντασιακό διαμέσου των αλληλοεμπνεόμενων επινοήσεων που δημιουργούνται «από κοινού» σε γλωσσικό και συμβολικό επίπεδο.

Η παραγωγή και διάδοση των μυθολογικών φιγούρων, των αφηγήσεων, των νέων λεξιλογίων, μέσα από υπόγεια -στόμα με στόμα- δίκτυα, ό,τι συνθέτει το φαντασιακό ενός S.Μ. είναι μια από τις πιθανές κινήσεις για να ενοποιηθεί ο διακοπτόμενος χρόνος και το τεμαχισμένο διάστημα μεταξύ των διαδηλώσεων, των δράσεων, των γεγονότων, των διαδικασιών, ό,τι μπορεί να ονομαστεί «χρόνος της εξέγερσης», δημιουργώντας μια διαδικασία ενεργής πολιτικής υποκειμενοποίησης μέσα από την οποία σχηματοποιείται ένα πολιτικό κοινό σώμα. Οι αφηγήσεις και οι μύθοι, με λίγα λόγια, δεν είναι απλώς μια υπερ-έκθεση μετά το γεγονός αλλά βασικό κομμάτι της πολιτικής δράσης. Οι διαδραστικές αφηγήσεις των S.Μ. δημιουργούν ένα νέο χώρο επικοινωνίας έξω από τη σφαίρα των κυρίαρχων media. Κατά ένα τρόπο διαστέλλουν τα γνωστά όρια της κοινωνικής επικοινωνίας και της συλλογικής ευφυίας δημιουργώντας νέους χρονοτόπους συνεύρεσης και κοινωνικής συνεργασίας. Οι αφηγηματικές ασκήσεις των S.M. εξερευνούν τη στατική γεωγραφία της εξουσίας και αυτόσχεδιάζουν τα νομαδικά τοπία της αντίστασης. Συνθέτουν ένα νέο κοινωνικό χώρο δημιουργώντας «πύλες» ανάμεσα στον πραγματικό και τον δυνητικό δημόσιο χώρο. Το κοινό σώμα είναι ένα πληθυντικό σώμα και δομείται μέσα από τα ορατά και αόρατα δίκτυα της κοινωνικής συνεργασίας. Τα S.M. μπορούν γίνουν τα νήματα που συνέχουν το πληθυντικό κοινωνικό σώμα.

Αφαίρεση και Κατάφαση
Η ιδέα των S.M. βασίζεται στην αφαίρεση των ιδεολογημάτων που συνθέτουν τη ζωή στον καπιταλισμό ενώ ταυτοχρόνα δημιουργούνε νέα φαντασιακά βιοσυνόλα γύρω από τις αποδομημένες ταυτότητες της καθημερινότητάς μας.

Τα S.M. δεν περιορίζονται στην άρνηση μιας εξουσιαστικής συνθήκης, ενός νόμου, μιας πολυεθνικής εταιρίας, ενός παγκόσμιου οργανισμού, δεν εξαρτώνται και δεν ετεροκαθορίζονται από τις κινήσεις των αφεντικών και τις συναντήσεις των διεθνών οργανισμών. Πρόκειται για μια κίνηση απεγκλωβισμού από τη φετιχιστική αποκαθήλωση ή μεταστροφή ενός εταιρικού συμβόλου της εποχής της αντιπαγκοσμιοποίησης. Τα S.M. θέλουν να πάνε πιο πέρα, να συνθέσουν και να αφηγηθούν το μύθο μια προταγματικής φιγούρας φορτισμένης με θετικά χαρακτηριστικά, η οποία με ευφάνταστο και χιουμοριστικό τρόπο καθρεπτίζει, διαστρεβλώνει, υπονομεύει και γελοιοποιεί μια υπαρκτή αρνητική συνθήκη ζωής, π.χ. η φιγούρα του επισφαλούς San Precario είναι αυτή ενός πολύ-εργαζόμενου σε σούπερ μάρκετ που διαθέτει πολλά χέρια, στο ένα κρατάει ένα τηλέφωνο, στο άλλο μια εφημερίδα με αγγελίες για δουλειά, στο τρίτο μια σφουγγαρίστρα και στο τέταρτο πατάτες McDonald’s, ενώ ταυτόχρονα όπου εμφανίζεται κάνει θαύματα με πιο συνηθησμένο την αυτομείωση στις τιμές των προϊόντων.

Τα S.M. λειτουργούν σαν ένας ρητορικός μηχανισμός ο οποίος καταφάσκει και θέλει να προκαλέσει δημόσια συζήτηση. Στόχος τους είναι να δημιουργήσουν μια κοινωνική αντίληψη για κάτι, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα πριν. Μέσα από τη διαδικασία της αφαίρεσης τροποποιούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφονται και κατασκευάζουν το επίπεδο πάνω στο οποίο μπορούν να συνδεθούν με δυνατές σχέσεις έννοιες, δράσεις και νοήματα. Δίνουν υπόσταση σε μια σχέση που δεν είχε όνομα και μορφή βγάζοντας την από την αφάνεια και την άπειρη σχεσιακότητα. Με αυτόν τον τρόπο οι φιγούρες, οι ιστορίες και οι μύθοι είναι η παραγωγή της αφαίρεσης αλλά και η αφαίρεση της παραγωγής.

Προσωρινότητα και Μεταμόρφωση
Ένα επιτυχυμένο S.M. ξέρει πότε να εμφανιστεί και ακόμα καλύτερα οφείλει να ξέρει πότε θα εξαφανιστεί. Μόλις τα ορίσει τα θέαμα θα εξαφανιστούν για να εμφανιστούν κάπου αλλού με νέα μορφή ανανεωμένα και ίσως πιο απειλητικά. Η αποκάλυψη της φάρσας είναι η κορύφωση και ο θάνατος του S.M. project.

Τα S.M. λειτουργούν ως νοηματικές νησίδες, αποτελούν αυτόνομα πειράματα πάνω στην κοινωνική συνεργασία και τους τρόπους ζωής. Δεν έχουν μια προκαθορισμένη μορφή και δομή, στηρίζονται δε στην έκπληξη και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου. Τα S.M. αποτελούν σχέδια πτήσης για να εξαφανιστούν και να εμφανιστούν σε διαφορετικό χώρο και χρόνο μόλις ονοματιστούν, εκπροσωπηθούν ή διαμεσολαβηθούν. Ωστόσο δεν είναι μια αμυντική τακτική αποφυγής του ελέγχου όπως οι προσωρινές νησίδες του Hakim Bey αλλά πρόκειται για επιθετικά νομαδικά μικρόβια, εικονικοί, ψηφιακοί αλλά και νοηματικοί ιοί που μοριακά διεισδύουν στο αποικημένο από την εξουσία κοινωνικό σώμα. Αναπαράγονται και μεταμορφώνονται μέσα από καλλιτεχνικές performance γέννησης και θανάτου. Λειτουργούν περισσότερο ως χαµαιλέων, είναι «εγκλωβισμένα» σε µια διαρκή διαδικασία µεταµόρφωσης. Τέλος δεν φοβούνται την αφομοίωση αντιθέτως επιζητούν να ενταχθούν στο mainstream ως δούρειος ίππος και τότε η εξαφάνιση του Luther Blisset, του San Precario, της Serpica Naro, της adeho.gr είναι από μια άποψη τόσο σημαντική όσο και η εμφάνισή τους.

Συμμετενεργοποίηση και Επισφάλεια
Η συμμετοχή σε ένα S.M. project βασίζεται στην ενεργοποίηση και σύνθεση των ποικίλων δεξιοτήτων που διαθέτει ή που εφευρίσκει ο καθένας - καθεμία και που προχωράνε την συνομωσία του project σε παράλληλες κατευθύνσεις. Τα S.M δεν έχουν ένα προκαθορισμένο σχέδιο, ούτε προαποφασισμένους ρόλους, είναι περισσότερο η δυνατότητα ενεργοποίησης με παράλληλες χειρονομίες. Πρόκειται για ένα βιοπολιτικό μηχανισμό συμμετοχής, εμπλοκής και ενεργοποίησης αγώνων, είναι μια από τις πιθανές διαδικασίες συμμετενεργοποίησης – participactivation. Συνωμοτούν, εμπνέουν και ανασυνδυάζουν τις αφηρημένες και διασκορπισμένες διαδρομές των ανθρώπων ενώ ταυτόχρονα προσκαλούν σε αποκρυπτογράφηση των ήδη διαδεδομένων πλαστών πληροφοριών. Κατά αυτόν τον τρόπο δεν έχουν στόχο μια καταναγκαστική ενότητα αλλά ένα συντονισμό των διαφορών. Αποτελούν ένα από τα πιθανά εργαλεία για την τόσο αναγκαία αλλά ακόμα ελλιπή κυκλοφορία των κοινωνικών αγώνων.

Μπορούν να αποτελέσουν τα επικοινωνιακά εργαλεία – όπλα της επισφαλούς γενιάς, διότι η διαδικασία της συμμετενεργοποίησης καρποφορεί εντός των πολλαπλών ταυτοτήτων και της διαρκούς αβεβαιότητας. Μπορούν να γίνουν τα όπλα της γενιάς που είναι εξαναγκασμένη συνεχώς να αυτοσχεδιάζει, να εναλλάσσεται παράλληλους ρόλους και αντιφατικές ταυτότητες, να χρησιμοποιεί γλωσικές, συναισθηματικές και κινητικές performance για να αντεπεξέλθει στην επισφάλεια της εργασίας. Τα S.M. είναι μια από τις πιθανές διαδικασίες όπου η γενική νόηση και οι ανθρώπινες ικανότητες σπάνε τα δεσμά τους με τον καπιταλισμό και την εργασία και συμμαχούν με την αντίσταση. Τα S.M. θέλουν να αντιστρέψουν το καπιταλιστικό μοντέλο της ευελιξίας, της προσωρινότητας, της υπαρξιακής αβεβαιότητας, του άγχους και του φόβου για το μέλλον με το παράδειγμα των νομαδικών πληροφοριών, της ευέλικτης κοινότητας, της ζωής με νόημα και κυρίως με τη δημιουργία μιας νέας αυτοοργανωμένης δημόσιας σφαίρας. Ωστόσο ως απάντηση στην επισφάλεια δεν αναζητούν την γραμμική ασφάλεια της αυστηρής πολιτικής καθαρότητας αλλά θέλουν να είναι πληθυντικά, πολλαπλασιαστικά και συναρπαστικά γοητευτικά. Η διανυσματική παιχνιώδης διάστασή τους τα επιτρέπει να εισχωρούν μοριακά σε χώρους και χρόνους αποικημένους από την εξουσία, νοηματοδοτώντας τις αόρατες καμπυλώσεις της εκμετάλλευσης, μπερδεύοντας τις επιθυμίες, ανακατεύοντας ξανά την τράπουλα. Βασίζονται στη εφευρετικότητα, την συνωμοσία και την αλληλοέμπνευση, ανοικτοί κώδικες, λαθραίες εισχωρήσεις, ελεύθερα λογισμικά, διαδραστικά αυτοκόλλητα, μετεστραμμένες αφίσες, ιστοσελίδες παρωδίες. «Συνωμοτούν και εμπνέουν» σημαίνει ότι κανένα σχέδιο και κανένας προγραμματισμός δεν μπορεί να προβλέψει τις περιπετειώδεις χαοτικές διαδρομές που θα ακολουθήσουν. Οι ανώνυμοι δημιουργοί είναι αρχιτέκτονες ενός λαβυρίνθου όπου η δαιδαλώδης αταξία οδηγείται σε χαοτική τάξη. Πρόκειται για τη λιποταξία των μηνυμάτων από την επίσημη ροή των πληροφοριών για την αποπλάνηση και τον απογαλακτισμό από τις επίσημες νόρμες. Η στρατηγική των S.M. βασίζεται στην παραγωγή νέων νοημάτων και κοινών φαντασιακών. Οι αντιθεσμίσεις των S.M. αποτελούν μια από τις δυνατότητες απάντησης στην υπαρξιακή επισφάλεια των κατεστραμμένων κοινωνικών σχέσεων και μια από τις πιθανές δυνατότητες πολιτικής ιζηματογέννησης του ανταγωνιστικού σώματος.

Ανάδραση – feedback
Τονίσαμε παραπάνω ότι τα αυτόνομα πειράματα των S.M. είναι η δημιουργία μιας νέας πολιτικής και πολιτιστικής γραμματικής πάνω στην κοινωνική συνεργασία και τούτο συμβαίνει διότι οι πρωταγωνιστές τους δεν είναι οι αρχικοί εμπνευστές άλλα οι ανώνυμες παρέες που θα αφηγηθούν και θα συζητήσουν τις μυθολογικές ιστορίες και θα συμμετέχουν στην ενεργοποίηση του project. Η ιδέα των S.M. είναι μια διαδραστική πολύμορφη καμπάνια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα S.M δεν ηγεμονεύονται, δεν έχουν ιδιοκτήτη, είναι αντάρτικη επικοινωνία τόσο ως προς το εξωτερικό, όσο και ως προς το εσωτερικό των κινημάτων.

Βέβαια τα S.M. ίσως να μην προσκαλούν σε επανάσταση, είναι περισσότερο ένας μηχανισμός παραγωγής ερωτημάτων και δημόσιας συζήτησης, γι’ αυτό και η συμμετοχή σε αυτά δεν χωράει στο γραμμικό μοντέλο της στράτευσης – προδοσίας. Η ιδέα των S.M. δεν καλεί παρά σε μικροσκοπικές επιθυμιτικές επαναστάσεις, αλλά προσοχή δε μας ζητάνε να πάρουμε τις επιθυμίες μας για πραγματικότητα αλλά να κατανοήσουμε πως δεν είμαστε μόνοι, πως οι πραγματικότητες των άλλων που μας είναι αόρατες και ξένες μπορούν να παντρευτούν με τις επιθυμίες μας και να τις αποπλανήσουν.

Το σίγουρο είναι ότι οι πολιτικές ομάδες πρέπει να επαναορίσουν την επικοινωνιακή τους στρατηγική και να βρουν το κλειδί για να χτίσουν ένα κοινό φαντασιακό έμπνευσης και συνωμοσίας. Και τότε το τέλος της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας ίσως θα μας βρει να κολυμπάμε σε ένα αρχιπέλαγος από αντάρτικα υβριδιακά Social Media.

Σημειώσεις
Wu Ming
Στα κινεζικά σημαίνει «χωρίς όνομα», πρόκειται για ένα εργαστήρι κοινωνικής λογοτεχνίας ενάντια στην πολιτιστική βιομηχανία. Είναι η μετεξέλιξη από το 1999 και μετά του πενταετούς προγράμματος Luther Blisset. Έχουν παραγάγει έως σήμερα πάνω από 20 επικά μυθιστορήματα και νουβέλες όπως «Άξονας του Πολέμου», «Αρουραίοι και Αίμα» «Havana Glam» με πιο γνωστό το «54» τα οποία διατίθενται ελεύθερα στην ιστοσελίδα τους. Για την απεικόνισή τους, δανείζονται φωτογραφίες άλλων (συνήθως καρέ απο παλιά χολυγουντιανά μιούζικαλ) όπου όλοι φορούν τα ίδια κουστούμια, έχουν την ίδια χορευτική πόζα και πάντα, με επεξεργασία έχουν αφαιρεθεί τα πρόσωπα. Εσκεμμένα και δικαιολογημένα καθώς το μότο που συμπυκνώνει τις προθέσεις των wu ming είναι: «αυτή η επανάσταση είναι απρόσωπη» και η πρακτική τους συνοψίζεται στο «να είμαστε παρόντες, αλλά να μην φαινόμαστε: διαφανείς με τους αναγνώστες, αδιαφανείς με τα media»

Fake Projects
Ιδιαίτερα δηµοφιλή είναι τα λεγόµενα projects απάτης όπου οι Net artists καταλαμβάνουν διαδικτυακούς καλλιτεχνικούς τόπους χωρίς να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους. Αντιγράφουν στοιχεία από διάφορα µέσα επικοινωνίας και τα περικλείουν σε δικά τους projects. Μέσα από τα έργα τους, προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα. Το ψέµα και η απάτη διαδραµατίζουν κεντρικό ρόλο. Οι ανυποψίαστοι επισκέπτες (surfers), γίνονται απαραίτητο συστατικό του Νetart project. Τα “fake” projects γεννούν ερωτήματα πάνω στην αλήθεια και την αξιοπιστία της µεταφοράς δεδοµένων σε µια κοινωνία δοµηµένη πάνω στα media και τις νέες τεχνολογίες. Οι Net artists χρησιµοποιούν εικόνες και µεταφορές απο τον αληθινό κόσµο, ανακατασκευάζουν και φέρνουν στα µέτρα τους λογισµικό υπολογιστών και παίζουν µε την ματαιοδοξία των διαδικτυακών επισκεπτών.

www.0100101110101101.org
H ομάδα 0100101110101101 εμφανίστηκε το 1999 στο διαδίκτυο σπέρνοντας τη σύγχυση με το ν’ αντιγράφει ηλεκτρονικές διευθύνσεις, τις οποίες περιλαμβάνει στο δικό της site και έθετε ερωτήματα για τη φύση της ψηφιακής τέχνης στην εποχή του «copy-paste». Το μεγαλύτερο «χτύπημα» ήταν η παραχάραξη της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του Βατικανού (vaticano.org). Το «δικό τους» site περιελάμβανε αιρετικά κείμενα και αλλοιωμένους ψαλμούς με διακηρύξεις υπέρ των αµβλώσεων, του ελεύθερου σεξ, της νοµιµοποίησης των ναρκωτικών και του γάμου των ομοφυλόφιλων. Για έναν περίπου χρόνου το site το επισκέφθηκαν τέσσερα εκατομμύρια άτομα χωρίς να καταλάβουν το παραμικρό. Δεν σταμάτησαν, όμως, εκεί. Έδωσαν και πάλι λαβή για σχόλια, επιβεβαιώνοντας το χαρακτηρισμό τους ως «καλλιτεχνικοί παραχαράκτες», όταν επινόησαν έναν δήθεν Σέρβο καταραμένο καλλιτέχνη, τον Ντάρκο Μάβερ, ενώ στη συνέχεια διέδωσαν τον πρώτο «καλλιτεχνικό» ηλεκτρονικό ιό κατά τη διάρκεια της 49ης Biennale της Βενετίας, το 2001. Το καλοκαίρι του 2003 παγίδεψαν μια ολόκληρη πόλη, όταν έπεισαν τους Βιενέζους πως η Nike είχε την πρόθεση να δώσει το όνομά της σε μια ιστορική πλατεία της Βιένης την Karlsplatz. Όποιος έσπευδε στην πλατεία για να εξακριβώσει το αληθές της φήμης αντίκριζε το Nike Infobox, ένα μικρό “σπιτάκι-showroom” όπου τα blueprints του έργου εκτίθονταν στο κοινό και εξηγούσαν πόσο επαναστατική ήταν η καινούργια καμπάνια της Nike, και πώς θα διαμορφωνόταν η πλατεία. Συγκεκριμένα, υποτίθεται ότι ένα άγαλμα 36 μέτρων στο πλάτος και 15 στο ύψος που απεικονίζει το γνωστό logo της Nike θα τοποθετούταν σε εμφανές σημείο της πλατείας. Πανικοβλημένοι και έκπληκτοι οι κάτοικοι της Βιέννης δημιούργησαν κινήσεις πολιτών ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων χώρων και ενάντια στο κράτος που πουλάει πλατείες της Αυστρίας χωρίς καν να τους έχει ρωτήσει. Το τελευταίο τους project ήταν τον περασμένο χειμώνα, όταν διέδωσαν σε παγκόσμιο επίπεδο την είδηση πως σκηνοθετείται μια κινηματογραφική ταινία με τίτλο: «United We Stand, Europe Has Α Mission». Πρόκειται για ένα χολιγουντιανό blockbuster που έχει παραχθεί εξολοκλήρου στην Ευρώπη. Μια ταινία κατασκοπίας με πατριωτικό προσανατολισμό, στην οποία η Ευρώπη (και όχι οι ΗΠΑ) σώζει τον κόσμο. Στο Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη, τις Βρυξέλλες, τη Βαρκελώνη, αναρτήθηκαν αφίσες της ταινίας, στην οποία δήθεν παίζουν γνωστοί ηθοποιοί και όλα τα περιοδικά μιλούν γι’ αυτήν. Όμως, ταινία δεν υπάρχει. «Πρόκειται, όντως, για μια προπαγανδιστική ταινία, όπως ακριβώς ο “Στρατιώτης Ράιαν” ή το “Forrest Gump”. Το “United We Stand...” προβληματίζει σχετικά με τα θέματα της καλλιτεχνικής προπαγάνδας και της ευρωπαϊκής ταυτότητας, και αντιτίθεται στα καλλιτεχνικά στερεότυπα. Είναι ένα σχέδιο που γεννήθηκε από μια ματαίωση. Δεν είχαμε ιδέα για το πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι η Ευρώπη. Το σχέδιο προβάλλει ερωτήματα, αλλά δεν δίνει απαντήσεις. Όλοι θυμούνται τον Πίτερ Φόντα στον “Ξένοιαστο καβαλάρη”, κανείς δεν είχε εκπλαγεί από το πέτσινο σακάκι του με την αμερικανική σημαία, ενώ το ίδιο σακάκι με την ευρωπαϊκή θα προκαλούσε γέλια. Γιατί η πατριωτική εικονογραφία των ΗΠΑ γίνεται ευρέως αποδεκτή, ενώ όταν εφαρμόζεται στην Ευρώπη προκαλεί χλευασμό;(…) Αποκαλούμε την ενέργειά μας “παράλληλη επικοινωνία” δουλεύουμε σε μια διπλή πίστα: του πραγματικού και του φανταστικού».και όπως λένε «τα Social Media είναι το Rock ‘n’ Roll των Media!»

Luther Blisset
Καλύτερα να φεύγεις μια ώρα αρχύτερα, αφήνοντάς τους με την επιθυμία παρά λίγο αργότερα, κάνοντάς τους να βαριούνται.

Κυρίες και κύριοι, τώρα είναι η ώρα που όλοι χαιρέκακα περιμένατε, τώρα που ο Luther Blissett πέθανε, μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε γι’ αυτόν!

Σε πολλούς το όνομα Luther Blissett θα θυμίσει τον βρετανό ποδοσφαιριστή τζαμαϊκανής καταγωγής που πήρε μεταγραφή στην προ-μπερλουσκονική Milan το 1983. Όμως εδώ μιλάμε για μια πολλαπλή οντότητα, ένα πολλαπλό όνομα. Ο L.B. είναι ένα πολυμεσικό φαινόμενο που έχει ενσαρκωθεί μέσα στα χρόνια σε πολλές περσόνες, απορροφημένες από μια συλλογική και διακλαδιζόμενη ύπαρξη, γεννημένη για να υπονομεύει τους μηχανισμούς και να υπογραμμίζει τις αδυναμίες των media, παθιασμένη με τον αγώνα για τη σημασία της ταυτότητας, της πνευματικής εργασίας, των πνευματικών δικαιωμάτων, της μορφής του συγγραφέα, και εν τέλει για να επεξεργαστεί μια νέα πρακτική κριτικής του καπιταλισμού.

Κατά τη διάρκεια της περιπετειώδους ζωής του, ο L.B. έφερε σε πέρας πολλά επιτυχημένα projects. Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, για να σας ομολογήσω ότι κατά κάποιον τρόπο ντρέπομαι να σας κατηχώ για μια προσωπικότητα που σε όλο τον ασεβή της βίο στηρίχτηκε όχι στα εμβριθή αφιερώματα των έγκυρων ΜΜΕ αλλά στη φήμη από στόμα σε στόμα. Με την ελπίδα λοιπόν ότι εσείς όλο και κάποια καυτή λεπτομέρεια παραπάνω θα έχετε να συνεισφέρετε, συνεχίζω τη δραματική τούτη νεκρολογία του μεγάλου δημαγωγού L.B.

Ο Luther Blissett έθεσε τέλος στη ζωή του στην αυγή της χιλιετίας με την τελετουργική πράξη του seppuku. Το seppuku διαφέρει από το harakiri στο ότι μετά τον αυτοχειριασμό, κάποιος αναλαμβάνει να αποκεφαλίσει το νεκρό. Έτσι, οποιοσδήποτε υιοθετήσει το όνομα στο μέλλον, θα συμβάλει συμβολικά στον αποκεφαλισμό του. Με την αυτοκτονία του, ο L.B. αποκήρυξε την εδραίωσή του σαν μια γεωγραφική και λογική ταυτότητα, και απομάκρυνε κάθε πιθανότητα να καταστεί άλλος ένας λαϊκός ήρωας. Αυτό δε σημαίνει ότι ο L.B. πέρασε στην ανυπαρξία, αντίθετα έδωσε το έναυσμα για μια νέα φάση, με ένα ή με χίλια νέα ονόματα, οποιουδήποτε θέλει να πάρει μέρος σε μια ανάλογη πρωτοβουλία. Επιπλέον, δεν είναι δέον να εκλάβουμε την αυτοκτονία του ως μια αμυντική κίνηση ενάντια στην οικειοποίησή του από την βιομηχανία του θεάματος. Ό,τι δεν έχει ταυτότητα δεν είναι οικειοποιήσιμο. Άλλωστε ανέκαθεν το όνειρο του L.B. ήταν να εισαχθεί στο mainstream ως δούρειος ίππος και να ανοίξει τις θύρες των πολλαπλών εμπειριών.

Η περσόνα του Luther Blissett γεννήθηκε το 1994 και λειτούργησε βάσει ενός εξαιρετικά απλού και γι’ αυτό ιδιοφυούς σχεδίου: καθένας μπορούσε να την αναλάβει και να δράσει με την υπογραφή της. Η ιδέα λειτούργησε σαν καλοκουρδισμένη ωρολογιακή βόμβα: οι εφημερίδες ανά την Ευρώπη, έτρεμαν μόλις έπαιρναν στα χέρια τους ένα κείμενο με την αμυδρή έστω αναφορά στον Luther φοβούμενες τη φάρσα της φάρσας όπως πολύ καλά ήξερε να κάνει. Οι συνωμοσιολόγοι βρήκαν νέο παιχνίδι με αποτέλεσμα ο Umberto Eco και άλλοι αριστεροί διανοούμενοι να βλέπουν τη φήμη και τις πωλήσεις τους να ανεβαίνουν κάθετα. Η Net Generation βρήκε τη μηχανή πολλαπλασιασμού του DNA της, παράγοντας με φρενιτιώδεις ρυθμούς sites πάσης φύσεως με overdose έμπνευσης. Και τότε, ο L.B. κυκλοφόρησε το Q(o εκκλησιαστής), ένα ογκώδες αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα του οποίου η δράση εκτυλίσσεται τον 16ο αιώνα. Και εγένετο best seller. Η Ιερά Εξέταση και η Μεταρρύθμιση γίνονται φύλλο και φτερό. Μόνο αυτά όμως; Για τις αλληγορικές, μεταφορικές, λογοτεχνικές και λοιπές διαστάσεις του θέματος ψάξτε μόνοι σας, μη γινόμαστε και διδακτικοί.

(…) Πάντως, ποτέ μην απογοητεύεστε τόσο εύκολα. Λίγο καιρό μετά τους πολλαπλούς θανάτους, εμφανίζονται περίεργα κρούσματα ανά τον κόσμο. Τρομοκράτες κλέβουν αγάλματα, εικόνες και λοιπά τιμαλφή από ναούς και απαιτούν να δοθούν χρήματα στους φτωχούς για την επιστροφή τους - μια πρακτική που πρώτος εισήγαγε ο Luther, σε μια περίοδο που φιγουράριζε ως Ρομπέν. Μια γρήγορη αναζήτηση στο Google θα σας δώσει πάνω από 100.000 αποτελέσματα σήμερα. Και αν γνωρίζετε κινέζικα, θα βρείτε πλούσιο υλικό για έναν αρχαίο πρόδρομο του εκλιπόντος, τον θρυλικό Wu Ming. Απόσπασμα από τη Νεκρολογία του L.B.